Απόγευμα πριν την προ-γενική του “Intra Muros” στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το τραπέζι στο καμαρίνι γεμάτο γλυκά. «Εγώ αυτά δεν τα αγγίζω», μου λέει και κάπως έτσι ξεκινάει η κουβέντα μας. Καθόλου τυχαία, γιατί ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης βλέπει το θέατρο σαν πρωταθλητισμό που «δεν έχει να κάνει μόνο με την προπόνηση και τη διατροφή, αλλά και με το πνεύμα». Την ίδια στιγμή είναι για εκείνον ελευθερία, γιατί εκεί μπορούν να συμβούν τα πάντα, όσα έκανες ως παιδί.
Ο ίδιος άρχισε να βλέπει θέατρο στα 18 του, σχεδόν τυχαία, και είπε αυτό θέλω να κάνω. Μέχρι και σήμερα δεν κάνει εκπτώσεις όταν μιλάει για τη μεγάλη δυσκολία που έχει, που αν ο κόσμος έμπαινε στη διαδικασία να την καταλάβει θα ντρεπόταν ίσως να γράψει κάποια σχόλια, όπως λέει. Αργότερα ήρθε η σκηνοθεσία και τον άλλαξε ριζικά ως ηθοποιό: «Είχα μια στενοχώρια που δεν μπόρεσα να σπουδάσω σκηνοθέτης, οπότε όταν με ρωτούσαν, εγώ δήλωνα ηθοποιός και το άλλο είναι ένα πολύ ωραίο, ερωτικό κομμάτι, δικό μου, που το γουστάρω πολύ, αλλά δεν είναι ότι έχω κάποιο συμβόλαιο με τον εαυτό μου ή με κάποιον, ότι πρέπει να σκηνοθετώ ό, τι και να γίνει κάθε χρόνο. Αν μου αρέσει κάτι, το κάνω. Αν δεν μου αρέσει, είμαι ηθοποιός, αυτό κάνω».
Πριν το σκηνικό αρχίσει να θυμίζει κάτι από «Λευκές Νύχτες» και ο ήχος της βροχής σκεπάσει την κουβέντα μας, μοιράζεται τις σκέψεις του για τις προσωπικές φυλακές που κουβαλάμε, την ψυχοθεραπεία που θεωρεί απαραίτητη, το αεικίνητο κομμάτι του αλλά και τις ανησυχίες του στο τώρα.
Σκεπτόμενη τη συνάντησή μας θυμήθηκα τον Άμλετ που έκανες στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά πριν περίπου 10 χρόνια και αναρωτιόμουν πώς έχει γράψει μέσα σου αυτή η θεατρική στιγμή;
Πολύ δυνατή και θετική ανάμνηση. Ωραίο ήταν. Ξέρεις τώρα είμαι πιο ώριμος για να το ξανακάνω, αλλά είχε μια αγριότητα αυτό το πράγμα που ήταν πολύ χρήσιμη, την οποία μπορεί να μην την έχω τώρα, ένα ακατέργαστο πράγμα. Έχει τεράστια θέματα μέσα το έργο.
Έχω μια φράση στην παράσταση που κάνουμε εδώ, είμαι σκηνοθέτης και με πλησιάζει μια πολύ μικρότερη μου κοπέλα μέσα σε ένα μπαρ και ξεκινάει έτσι η σκηνή: «Σοβαρά; Δηλαδή έχετε δει και τον Άμλετ και την Αντιγόνη μου;». Οπότε αριστούργημα αυτό τώρα.
Επομένως μονόδρομος να μας βάλεις στο κλίμα του “Intra muros” του Alexis Michalik που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Είναι ένας Γάλλος συγγραφέας, νεότατος, όμορφος, καλοντυμένος από ό,τι έχω δει σε φωτογραφίες, βραβευμένος και έχει γράψει ένα ενδιαφέρον έργο που διαδραματίζεται σε φυλακές. Γι’ αυτό και Intra Muros, σημαίνει εντός των θυρών, εντός των τειχών, κάτι τέτοιο (στα λατινικά δεν ήμουν καλός, κοβόμουν). Βρισκόμαστε στη Γαλλία λοιπόν στη σημερινή εποχή. Είναι ένας σκηνοθέτης που πηγαίνει εκεί με μία βοηθό-συνεργάτη του για να κάνουν ένα μάθημα θεάτρου στους κρατούμενους και μέσα από αυτό το μάθημα αρχίζουν και αποκαλύπτονται οι ζωές όλων και ό,τι τους έχει συμβεί και των φυλακισμένων και των αφυλάκιστων ας πούμε ή των διαφορετικά φυλακισμένων. Είναι και μια κοινωνική λειτουργός μέσα στο παιχνίδι που προσεγγίζει τον σκηνοθέτη. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον, είναι βαθιά ανθρώπινο, μιλάει για τον εγκλεισμό και τον πραγματικό και ψυχολογικό εγκλεισμό ας πούμε, που μπορεί να έχουμε στη ζωή μας σε διάφορα πράγματα, σε σχέσεις, σε φοβίες, σε ενοχές. Αυτό που με συγκινεί είναι ότι αναδεικνύει τη δύναμη του θεάτρου. Γιατί μέσα από αυτό το θεατρικό μάθημα δημιουργούν μια κάπως σαν παράσταση και δείχνει ότι έχει τη δύναμη να αλλάξει τους συμμετέχοντες και αυτούς που συμμετέχουν ενεργά και αυτούς που παρακολουθούν. Αυτή είναι μια δύναμη που την έχει το θέατρο και εγώ πιστεύω σε αυτό και είναι από τους λόγους που κάνω θέατρο. Οπότε είναι ένα έργο, το οποίο υποστηρίζω πολύ.
Είναι συγκινητικό, έχει χιούμορ. Ο Παντελής Δεντάκης το έχει σκηνοθετήσει κατά την άποψή μου πάρα πολύ όμορφα με τους υπέροχους συνεργάτες του, τον Αποστόλη Κουτσιανικούλη, τον Σταύρο Γασπαράτο, την Ηλένια Δουλαδίρη. Είναι ένας θίασος πολύ ωραίος, έχουμε έναν κοινό κώδικα.

Επομένως μιλάει για τη θεραπευτική δύναμη του θεάτρου;
Ναι, ακριβώς. Έλεγε ο Πέτρος Σεβαστίκογλου ότι ο ηθοποιός είναι λίγο σαν τον σαμάνο στην έρημο που τον φώναζαν ας πούμε σε έναν ασθενή και ο τρόπος που τον θεράπευε ήταν με μια ιστορία, του έλεγε ένα παραμύθι και κάπως έτσι θεραπευόταν ο άρρωστος. Αυτό το έλεγε σε σεμινάριο ηθοποιών. Οπότε, ναι, έχει αυτή τη δύναμη το θέατρο.
Ακόμα και στο «σκοτεινό» πλαίσιο του εγκλεισμού;
Ναι και γι’ αυτό το κάνουν. Δηλαδή συμβαίνει και από αναφορές που υπάρχουν από ανθρώπους που έχουν συμμετοχή σε κάτι τέτοιο, κρατούμενους που έχουν κάνει θέατρο, εκτός από το ότι είναι ένα πράγμα το οποίο είναι εκτός της ημερήσιας διάταξης, του πώς περνάνε τον χρόνο τους κτλ, είναι κάτι πολύ ξεχωριστό όταν μπαίνουν σε μια τέτοια διαδικασία. Έχουν αναφέρει πολλοί ότι τώρα που θα βγω από δω θα ξαναπάρω τη ζωή μου από την αρχή. Και αυτό το ανακάλυψαν μέσα από το θέατρο. Δηλαδή σαν να συνδέονται με κάποιες αρχές που μπορεί να είχαν χάσει στην πορεία για να κάνουν κάτι κακό και να βρεθούν στη φυλακή. Είναι πολύ συγκινητικό όλο αυτό. Οπότε το βλέπουμε και σε αυτή την παράσταση με έναν τρόπο, αλλάζουν οι άνθρωποι που είναι μέσα σε αυτό.
Τι μπορούμε να πούμε για τον δικό σου ρόλο, τον σκηνοθέτη που όλο αυτό το κινεί;
Δεν ξέρω, αυτά είναι που με δυσκολεύουν. Ας πούμε ότι εγώ όταν το διάβασα μου φάνηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον το ότι είναι αυτός που οδηγεί αυτό το παιχνίδι και μου φαινόταν πάρα πολύ αστείο. Οπότε ξεκινώντας να το κάνω στις πρόβες τα υλικά που χρησιμοποίησα ήταν υλικά κωμωδίας. Ο Παντελής Δεντάκης στις πρόβες άρχισε να με μαζεύει. Εγώ από κεκτημένη ταχύτητα και από αγάπη σε κάτι που διάβασα, πήγα σε μια κατεύθυνση που πιθανόν να είχα ανάγκη, αλλά ο Παντελής πολύ έξυπνα με πάρα πολύ ωραίο τρόπο με επανέφερε σε ένα δρόμο και κατάφερε να δω το δράμα αυτού του ανθρώπου, γιατί και αυτός έχει ένα τεράστιο κομμάτι δραματικό σε σχέση με τη ζωή του, το πώς βρέθηκε εκεί. Είναι ένας άνθρωπος που έκανε μεγάλες παραστάσεις, ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής στο θέατρο της Νεβέρ και ξαφνικά βρίσκεται να κάνει μάθημα σε κρατούμενους σε φυλακή. Οικονομικά είναι χάλια. Ξέρεις, είναι όπως όταν στη ζωή έχουν πάει όλα στραβά. Από την άλλη είναι ένας τρόπος για να επιβιώσει. Η μεγάλη επιτυχία για μένα θα είναι αν καταφέρω να παρουσιάσω έναν άνθρωπο που φαινομενικά δεν τα καταφέρνει και στο τέλος της παράστασης τα έχει καταφέρει, γιατί πρέπει να τα καταφέρει για να αλλάξει τον άλλον. Αυτό είναι μια τεράστια επιτυχία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος αυτής της ειδικότητας, η οποία είναι πολύ πιο σημαντική, αν μου επιτρέπεται, από το να έκανε άλλη μια παράσταση με υψηλό μπάτζετ στο θέατρο της Νεβέρ.

Είπες αν, επομένως δεν είσαι σίγουρος ότι θα γίνει;
Ακόμα δεν έχει ανέβει η παράσταση. Ξέρεις, δεν είναι εύκολο να καταφέρνεις αυτά που σχεδιάζεις πάντα, έχεις μια πρόθεση, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο το θέατρο. Μπορεί κάποιοι να μην το καταλαβαίνουν, αλλά δεν είναι εύκολο. Διαβάζεις τα σχόλια σε διάφορες σελίδες που λες τι σκέφτεται ο άνθρωπος και γράφει τέτοια πράγματα. Ο κόσμος όχι μόνο δεν ξέρει αλλά νομίζω ότι αν έμπαινε 0,0001 στην διαδικασία να καταλάβει το τι μπορεί να περνάει ένας ηθοποιός θα ντρεπόταν που έχει σελίδα στο facebook και που γράφει ένα σχόλιο, όπως αυτό που είδα τις προάλλες που ανέβασε μια φωτογραφία η Πέγκυ Τρικαλιώτη με τον Θοδωρή Αθερίδη και έγραψε ένας στην ανάρτησή της: «Αδιάφοροι κι οι δύο». Γιατί;
Άρα μπαίνεις σε διαδικασία να διαβάζεις τα σχόλια; Σε επηρεάζουν;
Διαβάζω σπάνια γιατί δεν έχω χρόνο κυρίως, αλλά δεν αποφεύγω να τα διαβάσω. Δεν με επηρεάζουν καθόλου μέχρι το σημείο που μπορεί να με λυπούν για την ανθρωπότητα.
Σε σχέση με την ανελευθερία που βιώνουν φυλακισμένοι και μη στο έργο, πώς θα έλεγες ότι προσεγγίζεται; Η σκληρότητα του πρακτικού εγκλεισμού ισοσταθμίζεται με αυτή της εσωτερικής φυλακής που έχει ο καθένας;
Έχω την αίσθηση ότι μια τόσο δυνατή πρακτική συνθήκη δεν μπορεί να ισοσταθμιστεί. Νομίζω ότι εστιάζει περισσότερο στον άλλου είδους εγκλεισμό. Επειδή η ζωή τους είναι στη φυλακή, με κάποιον τρόπο συνδέεται η προσωπική φυλακή τους με το γιατί βρίσκονται εκεί. Ωστόσο δεν είναι το θέμα η ζωή τους στην φυλακή στην πραγματικότητα. Το θέμα είναι τι γινόταν στη ζωή τους και στον εαυτό τους μέχρι να φτάσουν εκεί. Βλέπουμε σε flashback τις ιστορίες τους. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι το τι έχει συμβεί πριν μπουν στη φυλακή σε βάθος χρόνου. Δηλαδή, ας πούμε ο ένας από τους δύο ήρωες, ο Κεβίν, παίρνει την ιστορία από όταν ήταν 6 χρονών. Εδώ είναι το ταξικό ζήτημα, το ότι ήταν πάμφτωχος και ζούσε σε ένα σπίτι με τα αδέρφια του σε ένα δωμάτιο, το τι προβλήματα είχε με την κοινωνία, το σχολείο, τα πλούσια παιδάκια που είχαν ό,τι ήθελαν και ήθελε και αυτός. Εστιάζουμε περισσότερο στους ανθρώπους. Η συνθήκη του θεάτρου είναι η αφορμή.
Πιστεύεις ότι η εσωτερική φυλακή είναι όντως μία;
Δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Αν κρίνω από τον εαυτό μου, για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν γεγονότα ή καταστάσεις που με κάνουν να νιώθω φυλακισμένος ενίοτε στη ζωή μου, αλλά δεν νομίζω ότι τα πράγματα είναι από μόνα τους. Όλα είναι ένα παζλ, στο πώς τα καταφέρνουμε, για το ποιοι είμαστε. Οπότε τη φυλακή την χτίζουν πολλοί χτίστες, τα κάγκελα μπορεί να προέρχονται από διαφορετικούς κατασκευαστές, αλλά τελικά η φυλακή είναι μία. Γι’ αυτό θεωρώ πάρα πολύ χρήσιμη τη ψυχοθεραπεία.
Χρήσιμη αλλά και απαραίτητη;
Όπως βλέπω τον κόσμο, την θεωρώ απαραίτητη. Νομίζω ότι θα έπρεπε να φροντίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του στο κομμάτι της ψυχικής υγείας.
Για σένα το θέατρο σε αυτό που λέμε για την προσωπική φυλακή έχει παίξει θετικό ρόλο ή σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι και κομμάτι της φυλακής;
Το θέατρο ελευθερία θα το έλεγα. Καμιά φορά είναι φυλακή γιατί πρέπει να έχω ένα πρόγραμμα τρελό που μου αποκλείει άλλα πράγματα που θα ήθελα να κάνω, αλλά μας το είχαν πει αυτό από τη σχολή, μας έλεγε η Αίγλη Χαβά Βάγια που την είχαμε στο θεατρικό τραγούδι: «Βαριά η καλογερική». Έτσι έλεγε και έτσι είναι. Είμαι ένας χαρακτήρας που θα ήθελα πολύ να διασκεδάζω, να βγαίνω, να τρώω, να πίνω, να κάνω ταξίδια. Δεν μπορώ να τα κάνω αυτά. Κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις. Είναι πρωταθλητισμός. Δεν έχει να κάνει μόνο με την προπόνηση και τη διατροφή, έχει να κάνει και με το πνεύμα.
Αυτός δεν είναι όμως ο τρόπος που δείχνει ότι σέβεσαι και εκτιμάς στην πραγματικότητα αυτό που κάνεις και αγαπάς;
Είναι πολύ ωραίο αυτό που λες και πολλές φορές μπαίνει σαν σκέψη, απλώς είναι τόσα πολλά τα ζιζάνια και τα διαβόλια, εκεί είναι η μάχη η πραγματική. Εγώ δεν τα καταφέρνω πάντα. Δεν τα πάω κακά, αλλά θα ήθελα να είμαι πιο ρομπότ ή να είμαι πραγματικά ρομπότ, να πάω να πιω το βράδυ και να είμαι τέλεια. Οπότε πρέπει να επιλέξω και επιλέγω να είμαι σοβαρός στη δουλειά μου, γιατί στην πραγματικότητα είναι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου.
Άρα επιλέγεις την ελευθερία ακόμα και αν κρύβει μια μικρή φυλακή κάποιες φορές.
Τρομερή ελευθερία ναι. Ξέρεις, πολλές φορές παίρνει καιρό για να το καταλάβεις αυτό. Ενώ σου συμβαίνει, δεν το αντιλαμβάνεσαι έτσι, γιατί είναι τόσο πολύ το άγχος, η αγωνία της δουλειάς. Πέρα από τη δυσκολία, την ουσιαστική, όταν είσαι μέσα σε μία δουλειά, υπάρχει και η δυσκολία, η πρακτική. Η ανεργία είναι τρομερή, η αγωνία για να υπάρξεις, ας πούμε η οικονομική δυσκολία που μπορεί να έχει αυτό το επάγγελμα, ο τρόμος της έκθεσης. Περνάς τόσα πράγματα ειδικά νεότερος, που δεν έχεις λάβει και μια αποδοχή ενδεχομένως, και ενώ ζεις αυτή την ελευθερία για την οποία μιλώ, την ξεχνάς ή δεν τη βλέπεις. Είναι τρομερό. Ενώ αν την καταλάβεις και θυμηθείς ότι ρε φίλε κάνω αυτό που αγαπώ, το οποίο σου δίνει και απεριόριστες δυνατότητες, γιατί στο θέατρο μπορούν να συμβούν τα πάντα. Δεν είναι μαγικό; Μπορείς να κάνεις αυτό που έκανες στην πραγματικότητα παιδί, να πάρεις ένα παπούτσι και να το κάνεις τηλέφωνο. Να αρχίσουν να μιλάνε δύο μπουκάλια ότι είναι ο πατέρας και ο γιος. Και να το πιστέψεις τόσο πολύ που να κάνεις και τον άλλον να το πιστέψει. Αυτό δεν κάναμε παιδιά; Έπαιζες με τις κούκλες σου και ήταν εκεί πραγματικά η ιστορία.
Μου έχουν πει ότι ο Καμπανέλλης μιλούσε με τους ρόλους του. Πήγαινε στο γραφείο του, καθόταν μέσα και είχε κλασικό 8ωρο, έχει δεν έχει έμπνευση, γράφει δεν γράφει. Το μεσημέρι τον φώναζε η σύζυγός του να φάει και άκουγε η κόρη του ας πούμε: «Λοιπόν, τώρα θα σας αφήσω. Μην τσακωθείτε. Θέλω να είστε φρόνιμα παιδάκια. Θα πάω να φάω και θα γυρίσω σε μισή ωρίτσα να συνεχίσουμε για να το βρούμε. Εντάξει; Ναι.»


Θα έλεγες ότι ένα κομμάτι σου είναι αεικίνητο; Τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον κάνεις πάνω από 3 παραστάσεις τον χρόνο ως ηθοποιός ή σκηνοθέτης. Φαίνεται σαν να μην θες να χάσεις ευκαιρία.
Η αλήθεια είναι ότι μετράω περισσότερο τις συνεργασίες και το κείμενο. Νομίζω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι στο μυαλό μου γιατί είναι χωρισμένες οι περίοδοι και οι σεζόν. Αλλά ξέρεις, ναι, μου κάνει εντύπωση όπως το λες. Έχεις δίκιο, έτσι είναι. Δουλεύω αρκετά, το καταλαβαίνω και στον χρόνο μου.
Τώρα ας πούμε θα έχω το Intra Muros που παίζω, το «Άρωμα Γυναίκας» που σκηνοθετώ στο Θέατρο Βρετάνια. Μετά το Πάσχα θα είμαι στο Θέατρο Τέχνης και θα έχουμε τον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών που θα παίξει στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία τρία χρόνια διδάσκω και στην Πράξη 7.
Πλέον δηλώνεις άνετα σκηνοθέτης;
Ναι. Εγώ είμαι λίγο by the book σε κάποια πράγματα και η αλήθεια είναι ότι αυτό πολλές φορές δεν πατάει στην ουσία. Δηλαδή το by the book λέει ότι εγώ σπούδασα ηθοποιός, οπότε δηλώνω ηθοποιός. Αυτό έχει να κάνει με το πτυχίο. Σκηνοθέτης δεν έχω σπουδάσει, είναι κάτι το οποίο για μένα ήταν πάντα λίγο μελανό σημείο. Όχι ότι δεν αναγνώριζα το ότι μπορεί να έχω μια τεχνική ή ξέρω εγώ ένα ταλέντο ή οτιδήποτε, αλλά είχα μια στενοχώρια που δεν μπόρεσα να σπουδάσω σκηνοθέτης γιατί στα δικά μου χρόνια δεν υπήρχε σχολή σκηνοθεσίας και δεν είχα τα λεφτά να πάω στο εξωτερικό να σπουδάσω, ήθελα αλλά δεν μπορούσα. Οπότε όταν με ρωτούσαν, εγώ δήλωνα ηθοποιός και το άλλο είναι ένα πολύ ωραίο, ερωτικό κομμάτι, δικό μου, που το γουστάρω πολύ, αλλά δεν είναι ότι έχω κάποιο συμβόλαιο με τον εαυτό μου ή με κάποιον, ότι πρέπει να σκηνοθετώ ό, τι και να γίνει κάθε χρόνο. Αν μου αρέσει κάτι, το κάνω. Αν δεν μου αρέσει, είμαι ηθοποιός. Αυτό κάνω αλλά επειδή τυχαίνει τα τελευταία χρόνια να το κάνω, σου απαντάω ναι, είμαι και σκηνοθέτης. Με την πρακτικότητα έχει να κάνει, όχι με την αναγνώριση και τα βραβεία.
Πες μας λοιπόν λίγα λόγια και για το «Άρωμα Γυναίκας» που σκηνοθετείς φέτος στο Θέατρο Βρετάνια.
Είναι μια πολύ ωραία ιστορία, πολύ συγκινητική, μια ιστορία ενηλικίωσης που μιλάει για τους ανθρώπους με αναπηρία, συγκεκριμένα για την τύφλωση. Μια ιστορία για το πώς συνδέονται οι άνθρωποι, για την αλληλεγγύη. Μια βαθιά υπαρξιακή ιστορία με ένα τρομερό χιούμορ που έχει ο Ιταλός ο Τζιοβάνι Αρπίνο, που είναι η βασική πηγή και το μυθιστόρημά του «Το σκοτάδι και το μέλι» που διασκευάστηκε. Ήταν μια πάρα πολύ όμορφη συνεργασία με πολύ ωραίους συνεργάτες. Η Ξένια Καλογεροπούλου, ο Άκης Σακελλαρίου που έχει κάνει τρομερή δουλειά σε αυτή την παράσταση, όπως και ο Προκόπης Αγαθοκλέους, που παίζει τον συνοδό του, η Μαριάννα Πουρέγκα, ο Δημήτρης Διακοσάββας, ο Γιώργος Τζαβάρας, αλλά και πιο νέα παιδιά, ο Θησέας Παπαπαναγιώτου, η Γεωργία Σωτηριανάκου, η Σταύρια Νικολάου, η Μαρία Καραγκιοζίδου, ο Ριχάρδος Αρώνης.
Ήταν ιδέα του Άκη, με κάλεσε να το σκηνοθετήσω. Είμαι πολύ χαρούμενος και περήφανος γιατί το αποτέλεσμα είναι κάτι το οποίο πραγματικά είμαι περήφανος. Δηλαδή θα ήθελα να τη βλέπω. Βγαίνω από το ότι το έχω κάνει εγώ και πάω και το βλέπω σαν θεατής.
Γενικά μπορώ να πω ότι είμαι τυχερός γιατί συνεργάζομαι με ανθρώπους που θεωρώ ότι συνεννοούμαι, οπότε έχουμε συνεννοηθεί και δεν πάω για να δω κάτι το οποίο είναι άλλο από αυτό που έχουμε συμφωνήσει, βλέπω την εξέλιξη της παράστασης, οπότε εύχομαι και νομίζω ότι και εδώ έτσι θα γίνει. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τυχαίνει με κάποιους συναδέλφους να ξανασυναντιέμαι όπως ο Άκης (Σακελλαρίου) που είμασταν μαζί στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών ή ο Παντελής (Δεντάκης) που έπαιζε στην παράστασή μου και φέτος παίζω εγώ στην παράσταση που σκηνοθετεί. Αλλά είναι και πολλοί καινούριοι συνεργάτες, που έχω πάει, τους έχω δει. Θεωρώ ότι είναι σημαντικό και το έχω ανάγκη, γιατί είναι μέρος της εξέλιξής μου, σε ένα καινούριο μυαλό, μια καινούργια ζύμωση, ακόμα κι αν έχει δυσκολίες, ακόμα κι αν δεν το βρούμε με την πρώτη, ακόμα κι αν χρειάζεται να μετακινηθώ. Αυτή τη μετακίνηση ώρες ώρες την αποζητώ ή αν παραμείνω αμετακίνητος σε κάτι, σημαίνει ότι το έχω σκεφτεί πάρα πολύ καλά. Είμαι άνθρωπος που αφήνομαι να μετακινηθώ, ακούω δηλαδή, ακόμα κι όταν έχω τον τρόμο του κενού, το θεωρώ ζωογόνο αυτό το πράγμα στο θέατρο.

Μιλώντας για τις δύο βασικές ιδιότητές σου, του ηθοποιού και του σκηνοθέτη, πόσο τροφοδοτεί η μία την άλλη; Έχεις δει σε αυτά τα χρόνια να αλλάζεις ως ηθοποιός από τη ματιά του σκηνοθέτη;
Ριζικά. Δηλαδή αυτό που λένε, ισχύει. Αν μπορούσε κάθε ηθοποιός να βγει μια φορά έξω να σκηνοθετήσει, θα του έκανε πάρα πολύ καλό στη δουλειά του ως ηθοποιού. Βλέπεις κάποια πράγματα απ’ έξω, καταλαβαίνεις τις δικές σου δυσκολίες, τις δυσκαμψίες. Όταν είσαι σκηνοθέτης, προσπαθείς να βρεις έναν δρόμο στον άλλον να ξεπεράσει μια δυσκολία και να πάει προς μια κατεύθυνση. Οπότε έτσι μετά έρχεσαι σαν ηθοποιός και προσπαθείς να κάνεις το ίδιο στον εαυτό σου.
Αν σου έλεγα να μου πεις την αγαπημένη στιγμή με όποια ιδιότητα θες, από την προετοιμασία μιας παράστασης ή και πριν από αυτήν, από την πρώτη σκέψη μέχρι και την τελευταία παράσταση ή και μετά από αυτήν, αν την επεξεργάζεσαι μετά, για την οποία αδημονείς κάθε χρόνια, ποια θα μου έλεγες;
Το καλοκαίρι στη θάλασσα που έχουν τελειώσει όλα και κάθομαι και κάνω έναν απολογισμό μέσα στο νερό και λέω έκανα αυτό, έγινε έτσι. Το κάνω όταν τελειώνει κάθε σεζόν. Αυτή η στιγμή είναι πολύ ωραία.
Τι σε ανησυχεί στο τώρα;
Με ανησυχεί ο απεργός πείνας που πεθαίνει στο Σύνταγμα μέρα με τη μέρα. Η τόσο μεγάλη δυσκολία μέχρι να ικανοποιηθεί το αίτημά του. Ο πόλεμος στη Γάζα. Η κατάσταση σε πολλά μέρη που μου έρχονται να πω στον κόσμο και κυρίως η τρέλα του ανθρώπου είτε έχει να κάνει με το χρήμα, με πολέμους, βασικά το χρήμα είναι που δημιουργεί πιθανότητα τα προβλήματα πότε με τους πολέμους και κυρίως με την περιβαλλοντολογική αλλαγή που βιώνουμε και η οποία είναι τρομακτική. Με ανησυχεί το ότι στην πραγματικότητα δεν το καταλαβαίνουμε. Για να το καταλάβουμε, δυστυχώς πρέπει να μας τελειώσει ο αέρας.
