1921. Στο Έλις Άιλαντ φτάνει η Μαριόν Κοτιγιάρ με την αδελφή της από το εξεγερμένο ενάντια στη γερμανική κυριαρχία Κατοβίτσε. Της ζητά εναγωνίως να σταματήσει να βήχει και να μη δείχνει άρρωστη, έστω για λίγο, μέχρι να περάσουν τον έλεγχο και να τους επιτρέψουν την είσοδο στη Νέα Υόρκη και τη χώρα. Εκείνη όμως και να μπορούσε να την υπακούσει έχει τόσο άγχος που δεν τα καταφέρνει. Ο ελεγκτής την εντοπίζει, φωνάζει τον γιατρό κι αυτός τη στέλνει χωρίς πολλά πολλά στο νοσοκομείο. Από εκεί το επόμενο βήμα θα είναι η απέλαση. Όσο για την ίδια την Κοτιγιάρ, οι θείοι της δεν έχουν έρθει να την πάρουν -άρα δεν έχει πού να μείνει-, η αναφορά από το πλοίο που μετέφερε αυτή τη φουρνιά μεταναστών την δίνει ως χαλαρών ηθών -αν κι εκείνη το αρνείται μετ’ επιτάσεως-, οπότε η σφραγίδα που μπαίνει στην αίτησή της, λέει ότι θα αποτελεί βάρος για το κράτος. Άρα κι εκείνης η μοίρα νομοτελειακά προς την απέλαση πηγαίνει. Τη νομοτέλεια διακόπτει επί τόπου ο καλός της άγγελος που την ξεχωρίζει ανάμεσα στις γυναίκες που παίρνουν παρόμοια σφραγίδα και βρίσκονται σε παρόμοιο νομικό καθεστώς. Ο Γίοακιν Φίνιξ δωροδοκεί έναν υπάλληλο, την παίρνει μαζί του, της προσφέρει στέγη, μέχρι και γράμμα από την αδελφή της της φέρνει τις επόμενες μέρες. Παραείναι καλό για να είναι αληθινό. Η Κοτιγιάρ φοβάται πως ο Φίνιξ έχει ύποπτα κίνητρα και δεν θα αργήσει πολύ να επιβεβαιωθεί.

Υπάρχει μια σκηνή του “Τhe Ιmmigrant” (που μεταφράστηκε στα ελληνικά «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», προφανώς ως αναφορά στο «Κάποτε στην Αμερική», κι όχι άστοχα κατ’ εμέ, γιατί η εξαιρετική φωτογραφία του Ντάριους Κόντζι καθώς αποτυπώνει τη Νέα Υόρκη της εποχής, φέρνει στο μυαλό τόσο την ταινία του Λεόνε, όσο και το «Νονό ΙΙ»), η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταδειχθεί το βασικό μου πρόβλημα με την ταινία: η πρωταγωνίστρια παρακολουθεί μια παράσταση του Μάγου Ορλάντο (του χαρακτήρα που υποδύεται ο Τζέρεμι Ρένερ), όπου τον βλέπει να τον πυροβολούν μέσα σε ένα κλειστό κουτί στο οποίο έχει δεθεί με ζουρλομανδύα. Κοιτάζει τι γίνεται τρομαγμένη, κατάπληκτη, αποσβολωμένη. Όχι, ούτε αφελής είναι, ούτε χαζοβιόλα. Απλά είναι προφανώς η πρώτη τέτοιου είδους παράσταση που βλέπει, δεν έχει δει ποτέ τίποτα σχετικό, απόλυτα εύλογη είναι η αντίδρασή της, κι εμείς αν δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ τέτοιο κόλπο, έτσι θα αντιδρούσαμε.

Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι όσα συμβαίνουν στη διάρκεια της ταινίας στην ηρωίδα, είναι σαν να συμβαίνουν σε μελό πάρα πολύ περασμένων δεκαετιών μελό. Και γενικότερα υπάρχουν σκηνές που είναι τόσο πρώτου επιπέδου μελό και τόσο παλιάς εποχής, τόσο αμάρτησα για την αδελφή μου, που αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να περιμένει να μας συγκινήσουν ο πολύς Τζέιμς Γκρέι (προσωπικά από τις τέσσερις ως τώρα ταινίες του αγαπάω περισσότερο και συνιστώ το “Τhe Υards”, μετά το “Two Lovers”, ύστερα το “Little Odessa” και πολύ λιγότερο το “We own the night”). Απο την άλλη, η ηρωίδα που υποδύεται η Κοτιγιάρ, η Εύα Σιμπούλσκα, στην εποχή της προφανώς ζει και όχι στη δική μας και δεν μπορεί να τεθεί θέμα ντεμοντέ συναισθημάτων και ντεμοντέ ψυχικού κόσμου. Αν λοιπόν, καθολική ούσα, στην εξομολόγησή της λέει στον ιερέα συντετριμμένη ότι ξέρει πώς θα πάει στην κόλαση, αν δεν αντέχει την μομφή των συγγενών και το βλέμμα της κοινωνίας, αν κυλά στην αμαρτία για να βγάλει την αδελφή σου από το νοσοκομείο, όλα αυτά πράγματι μπορεί να συνιστούν τη δική της αλήθεια. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το τι νιώθει. Δεν ισχυρίζομαι ούτε ότι θα έπρεπε να νιώθει κάτι άλλο, πιο σύγχρονο. Κάτι τέτοιο μέχρι κι αναχρονισμός θα μπορούσε να είναι. Λέω όμως πως αφού αυτή η ιστορία που παρακολουθούμε, αποτελεί περίεργο κέντρο βάρους για μια ταινία, τώρα, σήμερα. Πως δεν είναι παρωχημένο αυτό που νιώθει η συγκεκριμένη Εύα το 1921, αλλά είναι παρωχημένο για να το δούμε εμείς σε μια καινούρια ταινία ενός σημαντικού σκηνοθέτη το 2014.

Το σενάριο σου δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί πολύ περισσότερο. Ότι έπρεπε να υπάρξει χώρος για μεγαλύτερη αλληλεπίδραση μεταξύ των τριών πρωταγωνιστών, Ο Γκρέι βέβαια επένδυσε πολλά συναισθηματικά στην ταινία (το καταδεικνύει κι αυτή η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του, όπου την χαρακτηρίζει πάρα πολύ προσωπική) κι έφτασε μάλιστα στο σημείο να κάνει σφοδρή επίθεση στον κριτικό του Guardian, που αμφισβήτησε το γεγονός, ότι θα μπορούσε ποτέ ο Καρούζο να τραγουδάει σε παράσταση για τους νοσηλευόμενους επίδοξους μετανάστες στο Έλις Άιλαντ. Σύμφυτη η σχέση των ΗΠΑ με το θέαμα. Ακόμα κι όταν ετοιμάζονται να σε απελάσουν, το σόου τους θα στο προσφέρουν. Ίσως για να συνεχίσεις να τις έχεις στην καρδιά σου.

Ο Φίνιξ, γίνεται ο νταβατζής που ερωτεύεται, σαν ο έρωτας να αντιστρέφει το νταβατζιλίκι, καθώς ο ερωτευμένος είναι εξ ορισμού ο αδύναμος της υπόθεσης. Ερωτευμένος και νταβατζής δεν γίνεται, κι αν γίνεται θα γίνεται μόνο προσωρινά, το ισοζύγιο της δύναμης θα αλλάξει, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο στον έρωτα βρίσκει το ιδανικό της πεδίο εφαρμογής και δεν απαιτείται καν κάποιος δόλος, ο άλλος θα κάτσει να τον εκμεταλλευθείς ακόμη και να μην του το ζητήσεις, γιατί εκεί βρίσκει την εκπλήρωσή του όλη.