Όπως κάθε άλλη ταινία, έτσι και το «Καμιά Άλλη Επιλογή» αφηγείται μια ιστορία, επιθυμώντας μέσω της συγκεκριμένης ιστορίας και των ηρώων της να μας μιλήσει για κάποια θέματα. Τα οποία κάθε άλλο παρά ασήμαντα ή μπανάλ είναι και θα αναφερθούμε στη συνέχεια σε αυτά. Όπως όμως συμβαίνει και σε κάθε άλλη ταινία, εκτός από την ιστορία που αφηγείται, υπάρχει και ο τρόπος με τον οποίο το κάνει, ο τρόπος με τον οποίο συντίθεται και παραδίδεται τελικά ενώπιον των αισθήσεών μας η κινηματογραφική αφήγηση. Και όπως δεν συμβαίνει σε κάθε άλλη ταινία, αλλά μόνο σε εκείνες των κορυφαίων κινηματογραφικών δημιουργών (και ο Παρκ Τσαν-Γουκ συγκαταλέγεται τις τελευταίες δεκαετίες αναμφισβήτητα ανάμεσά τους), ο τρόπος της κινηματογραφικής αφήγησης αποτελεί πηγή άλλοτε ευφορίας, άλλοτε συγκίνησης, άλλοτε δέους. 

Σκέφτομαι τον παππού μου, γεννημένο έναν αιώνα και βάλε πίσω. Κινηματογράφο δεν θυμάμαι να πήγαινε -τουλάχιστον όσο τον πρόλαβα σε ηλικίες παππού- ωστόσο στην τηλεόραση έβλεπε πολλές ταινίες. Θυμάμαι τη λέξη «εργάρα» που καμιά φορά χρησιμοποιούσε. Είναι αυτό το ποιοτικό άλμα από μια αξιοπρεπή, στέρεα, καλή ταινία που λέει την ιστορία της, σε ένα σινεμά στο οποίο ο σκηνοθέτης σε παρασύρει στον κόσμο του, και εσύ ως θεατής μπορείς να το αναγνωρίσεις, μπορείς να αναγνωρίσεις ότι κάτι διαφορετικό υπάρχει εδώ, είτε είσαι φανατικός σινεφίλ είτε ένας άνθρωπος που δεν έχει και καμιά τρομερή τρέλα με το σπορ. Φαίνεται δηλαδή, κάνει μπαμ. Ακόμη και στις περιπτώσεις διακριτικών και χαμηλότονων δημιουργών, πάλι φαίνεται, ακόμη κι αν το μπαμ είναι πιο υπόγειο. Η φιλμογραφία του όχι διακριτικού, όχι χαμηλότονου, του εντελώς απενοχοποιημένα βιρτουόζου Παρκ Τσαν-Γουκ είναι γεμάτη από εργάρες και το «Καμιά Άλλη Επιλογή» φιγουράρει ψηλά σε μια λίστα που συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων το  “Oldboy”, την «Απόφαση Φυγής», την «Υπηρέτρια»,  τη «Δίψα».

Όλο αυτό που κάνει με την κάμερα, οι κινήσεις της, η ροή των εικόνων, η μουσική ροή των εικόνων μέσω του μοντάζ, η κυριολεκτική μουσική και η πάντα απογειωτική χρήση της, είτε με το πρωτότυπο score, είτε με τη χρήση τραγουδιών, όπως στο «Καμιά Άλλη Επιλογή» στην αριστουργηματική σεκάνς του πρωταγωνιστή με τον ανταγωνιστή του, τη γυναίκα του, τα γάντια, το όπλο, το βραβείο ως όπλο. Η δουλειά μυρμηγκιού ώστε κάθε πλάνο να έχει κάτι να δώσει και να μην υπηρετεί απλώς την πλοκή, ενός μυρμηγκιού – οραματιστή όμως, για τον οποίο η κάθε επιμέρους μικρή εικόνα αποτελεί οργανικό κομμάτι σύνθεσης της μεγάλης, οδηγώντας τον στο να την κινηματογραφήσει σαν να είναι αυτοτελώς πολύτιμη και ποτέ δευτερεύουσα. 

Δεν θα φύγει απλώς ένα αυτοκίνητο, θα σηκωθούν και πεσμένα φύλλα μαζί του, δεν θα υπάρξει απλώς μια λεκτική αναμέτρηση του ήρωα με άλλον ανταγωνιστή σε ένα κατάστημα παπουτσιών, θα χτυπάει συνεχώς ένα καμπανάκι σε μια πόρτα που ανοιγοκλείνει και θα δημιουργεί περαιτέρω σασπένς και ένταση, αλλάζοντας πίστα σε μια σκηνή διαλόγου. Δεν θα πιουν απλώς υποβρύχια οι ήρωες, θα κινηματογραφηθούν τα ποτήρια τους και τα ποτά σαν να πίνουν τους ίδιους, σαν να πίνουν εμάς, σαν να γιορτάζει και ταυτόχρονα να καταστρέφεται το σύμπαν, σαν να μην υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό στον κόσμο απ’ το πώς θα τραβήξεις το πώς είναι να πίνεις ένα ποτό. Και μέσα στην ιστορία των ηρώων μπορεί όντως να μην υπάρχει κάτι πιο σημαντικό. 

Κι επειδή καμιά φορά μπερδεύεται η δεξιοτεχνία με την επιδειξιομανία και την κενότητα, το σινεμά του Παρκ Τσαν-Γουκ δεν προτάσσει τη φόρμα έναντι του περιεχομένου, το περιεχόμενο στο έργο του είναι πάντα πολυσύνθετο, πολύπλοκο, πολυεπίπεδο και η φόρμα συντονίζεται μαζί του. Και το σινεμά είναι μια τέχνη που έχει τη δυνατότητα να είναι τόσο σύνθετη. Μια ταινία που βλέπουμε εμείς για πρώτη φορά και μας ξεφεύγουν πράγματα και προσπαθούμε να χωνέψουμε πώς έχουν μπει μέσα της τόσα στοιχεία, έχει πίσω της προγραμματισμό, δουλειά και κατασκευή ετών. Όταν σχεδιάζεις την ταινία σου, τουλάχιστον στο στάδιο ακόμα που δεν έχουν μπει τα λεφτά στη μέση, μπορείς να την κάνεις όσο σύνθετη επιθυμείς κι ακόμα παραπέρα. Γίνεται. Νομίζω το ότι το γεγονός πως πάρα πολύ λίγοι φτάνουν τελικά εκεί, έχει να κάνει λιγότερο με δομικά συστατικά του σινεμά και περισσότερο με τις ικανότητες και το βεληνεκές του καθενός. Από εκεί και πέρα, ναι, προφανέστατα, ο κινηματογράφος είναι μια βιομηχανία με τους δικούς της κανόνες και περιορισμούς, και εν προκειμένω ο Παρκ Τσαν-Γουκ προσπαθούσε είκοσι χρόνια να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση του «Καμιά Άλλη Επιλογή».   

Το μυθιστόρημα του 1997 του Αμερικανού συγγραφέα Ντόναλντ Γουεστλέικ «Το Τσεκούρι», αρχικά διασκευάστηκε και μεταφέρθηκε σε γαλλικό έδαφος με την ομώνυμη ταινία του Κώστα Γαβρά το 2005 και τώρα διασκευάζεται και μεταφέρεται σε νοτιοκορεάτικο από τον Παρκ Τσαν-Γουκ (με μια ταινία εντελώς διαφορετική όμως, όσο κι αν η πρώτη ύλη και η κεντρική ιδέα παραμένουν οι ίδιες). Μαζί του στη σεναριακή διασκευή ο Ντον ΜακΚέλαρ (της υπέροχης «Τελευταίας Νύχτας του Κόσμου») με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο επίσης εξαιρετικό  Τhe Sympathizer” κι ο τακτικός συνεργάτης του Τζα-Χιε Λι. 1997 – 2005 – 2025, ΗΠΑ, Γαλλία, Νότια Κορέα, μπορεί οι χρόνοι και οι τόποι να είναι διαφορετικοί, η πραγματικότητα που περιγράφεται όμως όχι. Η πραγματικότητα είναι οικουμενική, λέγεται καπιταλισμός στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, περικοπές, μαζικές απολύσεις, downsizing, προσπάθεια μεγιστοποίησης των κερδών για τους μετόχους με τη μείωση κάθε δυνατού κόστους, του εργατικού προφανέστατα συμπεριλαμβανομένου. Ό,τι όμως είναι νούμερα σε ισολογισμούς για κάποιους, για κάποιους άλλους είναι η ίδια τους η ζωή. 

Με έναν αστερίσκο όμως. Τον κεντρικό χαρακτήρα στο «Καμιά Άλλη Επιλογή» υποδύεται ο Λι Μπγιουνκ-Χουν που υποδύεται τον κεντρικό χαρακτήρα και στο «Παιχνίδι του Καλαμαριού». Σε εκείνη την αλληγορία για τη φύση του σύγχρονου οικονομικού συστήματος, οι ήρωες είναι στο τελευταίο σκαλί πριν την εξαθλίωση και συμμετέχουν προς τέρψιν της ελίτ του 1% σε ένα παιχνίδι κυριολεκτικής ζωής και θανάτου, μήπως και καταφέρουν και εξασφαλίσουν την οικονομική τους επιβίωση, η οποία σε διαφορετική περίπτωση είναι εντελώς αμφίβολη. Δεν έχουμε να κάνουμε με ακριβώς το ίδιο εδώ. Ο ήρωας έχει άλλες επιλογές. Ο καπιταλισμός τον έχει χτυπήσει βαριά, αλλά δεν τον έχει οδηγήσει στην εξαθλίωση. Μέχρι πρότινος μάλιστα τον είχε ανταμείψει, είχε ανταμείψει τα 25 χρόνια σκληρής δουλειάς του στη χαρτοβιομηχανία που εργαζόταν με ημιδιευθυντική θέση και αποτέλεσμα να ζει το μεσοαστικό του όνειρο, με τη γυναίκα του, τα δύο του παιδιά, τα δύο τους σκυλιά, τα δυο τους αυτοκίνητα, το πανέμορφο και ιδιόκτητο, έστω και με δάνειο που ακόμα εξοφλείται, σπίτι. Πριν κάποια χρόνια έχει βγει και εργαζόμενος χάρτου της χρονιάς. Αλλά οι περικοπές θα έρθουν. Θα τον πάρουν μαζί τους. Μαζί θα έρθουν και τα συναφή σεμινάρια θετικής σκέψης και αντιμετώπισης της απόλυσης. Πρέπει όμως να βρει μια αντίστοιχη θέση που και να ανταποκρίνεται στην εξειδίκευσή του και να πληρώνει αντίστοιχα. Αν δεν βρει -και δεν την βρει και σχετικά άμεσα- το επίπεδο ζωής της οικογένειάς του δεν θα μπορεί πια να συντηρηθεί. 

Στο «Καμιά Άλλη Επιλογή» λοιπόν, ούτε το «ο θάνατός σου – η ζωή μου» είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό του «Παιχνιδιού του Καλαμαριού», καθώς εκεί λάμβανε χώρα μεταξύ εκείνων που είχαν ούτως ή άλλως ήδη οικονομικά καταστραφεί και όντως δεν είχαν άλλη επιλογή, ούτε όμως και η ακραία βία του έχει τα στοιχεία της έντονης ταξικότητας των «Παρασίτων». Επίσης δεν έχει και τα στοιχεία της εντός ή εκτός εισαγωγικών εκδικητικότητας των «Παρασίτων». Γιατί το ιδιοφυές στην όλη σύλληψη της ιδέας είναι ότι ο ήρωας μπαίνει στον πειρασμό να αρχίσει να σκοτώνει όχι μόνο τους εντελώς ομοίους του, αλλά και τους ανθρώπους με τους οποίους υπό άλλες συνθήκες θα αισθανόταν συγγενής, αδελφός, σύντροφος. Έχουν την ίδια αγάπη για το χαρτί, το ίδιο πάθος για τη δουλειά τους. Αλλά η δουλειά πια δεν φτάνει για όλους. Κι όσοι έχουν λιγότερα προσόντα δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν. Φροντίζει ο οικονομικός δαρβινισμός για αυτούς. Ας φοβηθούν τον δαρβινισμό. Δεν συνιστούν απειλή, δεν απειλούνται. Όσοι όμως έχουν τα ίδια ή λίγο παραπάνω προσόντα, όσοι είναι οι ανταγωνιστές του για τη θέση, όσοι είναι οι ανταγωνιστές του για τη θέση που θα συνεχίσει να του παρέχει το ίδιο επίπεδο ζωής, καλό θα ήταν να τρόμαζαν λίγο. 

Αν ο όμως ο παλιός καλός ανταγωνισμός ήταν μεταξύ ανθρώπων για την ίδια θέση, τι γίνεται όταν είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που καθίστανται περιττοί και τη δουλειά τους μπορεί να την κάνει άλλος; Θα πει κανείς πάντα δεν γινόταν κάπως αυτό; Πάντα η τεχνολογία και οι μηχανές δεν δημιουργούσαν αναταραχές, ανακατατάξεις, αναδιαρθρώσεις του εργασιακού τοπίου; Τώρα είναι πολύ αλλιώς; Ποιος ξέρει. Θα δείξει. Όπως θα δείξει και το εξής: αν οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ταινίες σαν του Παρκ Τσαν-Γουκ, μιλώντας και για την τεχνητή νοημοσύνη, θα έρθει μήπως και μια άλλη στιγμή, στην οποία η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει ταινίες για την ίδια ή για τους ανθρώπους που την έφτιαξαν; Θα μπορούσε άραγε να μας συγκινήσει αντίστοιχα ή και περισσότερο μια τέτοιας προέλευσης τέχνη; Κι αν ναι, θα ήταν σωστό; Προφανώς και παρόμοιες συζητήσεις έχουν ξεκινήσει καιρό να γίνονται, εικάζω ότι δεν φέρνω κάτι νέο στο τραπέζι, απλά αναρωτιέμαι φωναχτά: αν υποτεθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει τη δυνατότητα να φτιάχνει έργα τέχνης συνθετότερα, βαθύτερα, αρτιότερα, καταλυτικότερα από τα ανθρώπινα, τι κάνουμε τότε; Πώς θα σταθούμε απέναντί τους; Θα πούμε, όχι, εγώ θα αρνηθώ να αφήσω να με κάνει κομμάτια το έργο μιας μηχανής;  

.