Και επιτέλους ο Λάσλο Κρασναχορκάι κέρδισε το πολυπόθητο βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το λέω αυτό γιατί αν υπάρχει ένας συγγραφέας της σύγχρονης εποχής του οποίου η γραφή να ταιριάζει με τα στερεότυπα της πυκνής, βαρυσήμαντης και δύσκολα προσιτής λογοτεχνίας με τα οποία η κοινή γνώμη έχει συνδέσει το βραβείο Νόμπελ, τότε ο Ούγγρος είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο.
Γνωστός για τις περίφημες μακροπερίοδες προτάσεις του, τις δυσερμήνευτες αλληγορίες του που παραπέμπουν στον Κάφκα, (ο οποίος υπήρξε κύρια επιρροή του), τους πειραματισμούς του με τον χρόνο και την προοπτική, τη σκοτεινή, συχνά αποκαλυπτική ατμόσφαιρα των έργων του στην οποία συχνά ελλοχεύει κάποιος απροσδιόριστος κίνδυνος ή καταστροφή, αλλά και από τη συνεργασία του με τον Ούγγρο σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ, ο οποίος μετέφερε στον κινηματογράφο τα πρώτα δύο μυθιστορήματά του με αποτέλεσμα δύο ταινίες (η πρώτη διάρκειας επτά (!) ωρών), ο Κρασναχορκάι εισέβαλλε στη λογοτεχνική σκηνή το 1985 με το Σαταντάνγκο, το οποίο παραμένει το πιο επιτυχημένο του μυθιστόρημα. Το βιβλίο αναφέρεται στην επανεμφάνιση ενός μυστηριώδους ανθρώπου που όλοι νόμιζαν νεκρό, του Ιερεμία, σε μια αγροτική κολεκτίβα κάπου στην Ουγγαρία. Ο Ιερεμίας σύντομα διχάζει την κοινότητα όσο και την χειραγωγεί, ενώ γύρω του ο Κρασναχορκάι καλλιεργεί μια αίσθηση απόλυτης παρακμής: τα ερείπια της περιόδου των Αψβούργων που καταρρέουν, η κομμουνιστική κολεκτίβα που όπως και το ίδιο το καθεστώς σταδιακά αποκαθηλώνεται, αυτή η περίοδος παρακμής και κρίσης είναι ιδανική για την έλευση ψευδοπροφητών και δημαγωγών που βρίσκουν ιδανικό πάτημα για να προετοιμάσουν τη νέα τάξη πραγμάτων.
Το δεύτερο έργο του Η Ανατομία της Μελαγχολίας ήταν ακόμη πιο περίεργο: μια εξίσου πεσιμιστική και αποκαλυπτική διάσταση διανθίζεται αυτή τη φορά με μια δόση σουρεαλιστικής ειρωνείας, καθώς ένα περιοδεύον τσίρκο επισκέπτεται μια επαρχιακή πόλη προκαλώντας παροξυσμό στους κατοίκους της. Το σουρεαλιστικό στοιχείο είναι ότι η βασική ατραξιόν του τσίρκου είναι το πτώμα μιας τεράστιας φάλαινας. Η αλληγορία στην προκειμένη περίπτωση είναι πιο πυκνή και το κλίμα μάλλον δυστοπικό, με την έλευση του κήτους και την αίσθηση του χάους που μεταδίδεται στους κατοίκους να προσδίδουν μια βιβλική επίγευση.

Όμως επιλέγω να πω δυο λόγια παραπάνω για το πιο φιλόδοξο και, έχω την εντύπωση, προσωπικό μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι, το Πόλεμος και Πόλεμος (1999). Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που ξεπερνάει τη συμβατική αλληγορία και έχει κατασκευαστεί ώστε αφενός να προκαλεί και αφετέρου να απορρίπτει πολλαπλές ερμηνείες. Παράλληλα, είναι το έργο που θεωρώ ότι ο ίδιος ο συγγραφέας σχολιάζει την ιδιόρρυθμη και απαιτητική γραφή του υπερασπιζόμενος το όραμά του και τους στόχους του. Ας ξεκινήσουμε από το θέμα, τη βασική προϋπόθεση της πλοκής: ο Κόριμ, ένας γραφιάς σε μια επαρχιακή Ουγγρική πόλη, (θυμίζει τον γραφιά του Σαραμάγκου στο Όλα τα Ονόματα, τόσο ως ιδιότητα όσο και ως μονομανία) ανακαλύπτει ένα χειρόγραφο που ποτέ δεν έχει διαβαστεί. Συγκλονίζεται τόσο πολύ από την ομορφιά του κειμένου που αποφασίζει να πουλήσει όλα του τα υπάρχοντα και να πάει στη Νέα Υόρκη, την οποία και θεωρεί ως κέντρο του κόσμου, προκειμένου να βρει έναν τρόπο να εναποθέσει αυτό το αριστούργημα στην αιωνιότητα και κατόπιν να αυτοκτονήσει αφού πλέον δεν θα έχει άλλο λόγο ύπαρξης. Εδώ όμως προκύπτει και μια εγκιβωτισμένη αφήγηση, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: ο Κόριμ εξιστορεί σε (συνήθως απρόθυμους) ακροατές το χειρόγραφο κείμενο και ο Κρασναχορκάι πλέκει αποσπάσματα από την παρούσα αποστολή του Κόριμ με την πλοκή του χειρόγραφου.
Στο χειρόγραφο λοιπόν έχουμε τέσσερις αδερφικούς φίλους τους οποίους συναντάμε σε κάθε κεφάλαιο και σε μια διαφορετική χρονική περίοδο: τη Μινωική Κρήτη, την Κολωνία του δέκατου ενάτου αιώνα, τη Ρωμαϊκή Βρετανία, το Γιβραλτάρ της εποχής των ανακαλύψεων του Κολόμβου, τη Βενετία και τη Ρώμη. Σε κάθε κεφάλαιο επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: οι τέσσερις φίλοι εμφανίζονται σε μια κρίσιμη περίοδο και φιλοσοφούν γύρω από την ιστορία, ελπίζοντας σε κάποια αλλαγή. Σε κάθε κεφάλαιο τελικά φεύγουν απογοητευμένοι λίγο πριν μια επικείμενη αρνητική εξέλιξη ή καταστροφή που συντρίβει τις ελπίδες τους. Κάθε φορά συναντούν τον μυστηριώδη Μάστεμαν, ο οποίος σε κάθε κεφάλαιο έχει και διαφορετική ιδιότητα, παραμένει όμως ένα σύμβολο εξουσίας και διαφθοράς, μια σκοτεινή αλλά σαγηνευτική προσωπικότητα του οποίου η κοσμοθεωρία, αν και δεν εκφράζεται ποτέ ξεκάθαρα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ουμανισμό και τον πόθο για ειρήνη των τεσσάρων φίλων. Μετά από πολύ κόπο ο Κόριμ καταλήγει μόνος του σε μια πρώτη ερμηνεία του χειρόγραφου: κάθε χρονική περίοδος αποτελεί μια ακόμη ελπίδα για τους τέσσερις φίλους, οι οποίοι εμφανίζονται πριν από μια μεγάλη απόφαση που μπορεί να δώσει προοπτική ειρήνης και ευημερίας. Κάθε φορά οι ελπίδες τους βυθίζονται αφού ο πόλεμος πάντα επικρατεί σαν τελική επιλογή. Η ανθρώπινη ιστορία ελάχιστα εξελίσσεται, παραμένει αντ’ αυτού στατική και θλιβερά προβλέψιμη.
Οι τεράστιες προτάσεις του Κρασναχορκάι δεν είναι ακριβώς αυτό; Ζωντανοί οργανισμοί που εξελίσσονται, αλλάζουν μορφή, προοπτική, χρονική αλληλουχία, και τελικά παρά τη δυσκολία τους στην ανάγνωση υπνωτίζουν τον αναγνώστη με τον ρυθμό της περίπλοκης σύνταξής τους. Η μελαγχολία και ο πεσιμισμός του Ούγγρου συγγραφέα έρχονται σε αντίθεση με την αγάπη του για τον λόγο και την ομορφιά. Τα βιβλία του δεν είναι σε καμία περίπτωση εύκολα ή ψυχαγωγικά, μπορεί εύκολα κάποιος να του κολλήσει την ταμπέλα του «δήθεν» συγγραφέα, όμως είναι αμαρτία να μην αναγνωριστεί η ευφυία του μυαλού του, οι πλούσιες προεκτάσεις της σκέψης του, η ιδιαίτερη μουσικότητα της γραφής του, μιας γραφής τόσο αναγνωρίσιμης που συνήθως μια πρόταση αρκεί για να αποκαλύψει την ταυτότητα του δημιουργού της. Αν συνοψίσουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία τότε το συμπέρασμα είναι αναπόδραστο, ανεξαρτήτως από προσωπικά γούστα και προτιμήσεις: ο Λάσλο Κρασναχορκάι είναι ένας από τους μεγάλους συγγραφείς της εποχής μας, άξιος κάτοχος του βραβείου Νόμπελ για το 2025.
