Τι έχει συμβεί λοιπόν; Πότε πάθαμε τόσο αντισυστημισμό; Είναι ο αντισυστημισμός το νέο αντιμνημονιακό μέτωπο, το νέο μέτωπο ανορθολογισμού, μετά από ένα σύντομο πέρασμα κι απ’ το αντιεμβολιαστικό; Γιατί οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μια εξαιρετικά γενικευμένη δυσπιστία στον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης;
Έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο εδώ τα Τέμπη; Σαφέστατα. Αλλά αφενός δεν είναι μόνο αυτά, αφού μια γενικότερη αίσθηση χτίζεται με τα χρόνια στην κοινωνία ακόμα και αν δεν εκδηλώνεται αλλιώς, αφετέρου γιατί άραγε να έχουν παίξει τόσο καταλυτικό ρόλο τα Τέμπη; Φυτιλιάζουν κάποιοι τους γονείς, που γονείς είναι, δεν θέλουν πολύ μέσα στον πόνο τους και αρχίζουν να πείθονται ότι η δικαστική έρευνα δεν διεξάγεται όπως θα έπρεπε, ψάχνοντας να βρουν παντού σκοτεινούς υπαιτίους και βλέποντας παντού φαντάσματα; Έχουν ένα είδος ακαταλόγιστου της οδύνης οι γονείς, που τους καθιστά έρμαια χειραγώγησης από τους επιτήδειους, ή μήπως όλα αυτά γίνονται γιατί κάποιοι εξ αυτών την έχουν δει κάπως, οπότε εκείνη που κατ’ αποτέλεσμα χειραγωγείται συναισθηματικά είναι η αενάως ανώριμη ελληνική κοινωνία, αφού το φυτίλιασμα των γονέων μεταλαμπαδεύεται στις τάξεις της και η φωτιά φουντώνει;
Μήπως ακόμα και έτσι καμιά φωτιά δεν θα είχε φουντώσει αν δεν υπήρχε στην μέση η χαώδης και άναρχη φύση των σόσιαλ, η οποία βγάζει Τραμπ στις ΗΠΑ και γιγαντώνει την ακροδεξιά στον υπόλοιπο κόσμο; Και να, βάσει αυτής της αφήγησης, που ο τοξικός λαϊκισμός της προηγούμενης δεκαετίας μετατρέπεται τώρα σε συνωμοσιολογικό αντισυστημισμό. Ζούμε σε μια εποχή που το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο γίνεται ολοένα και πιο δυσδιάκριτο. Ακόμα και τα ίδια μας τα μάτια δεν μπορούμε να πιστέψουμε πια, ακόμα κι οι φωτογραφίες και τα βίντεο μπορεί να είναι deepfake. Πριν λίγες μέρες στην ίσως πιο έγκριτη εφημερίδα της χώρας δημοσιεύτηκε επώνυμο άρθρο που εισηγούνταν να κλείσουν τελείως τα σόσιαλ μίντια, μπας και προφτάσουμε να σώσουμε τη δημοκρατία μας. Οι Έλληνες δεν είναι δυνατόν να πιστεύουν εις τον σοσιαλμιντιασμόν. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός ασθενούς ο οποίος βρίσκεται επί της χειρουργικής κλίνης.
Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο γύψος δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί επί του ασθενούς και επειδή ένα μεγάλο κακό έχει ήδη γίνει, μπορούμε να παρηγορηθούμε με την εξής σκέψη. Δεν αλλάζει κάτι αν δεν εμπιστεύεσαι πια και τόσο την Ελληνική Δικαιοσύνη. Δεν εξαρτάται απ’ την εμπιστοσύνη σου, ξέρεις, ούτε ζητά την έγκρισή σου. Είναι κρατική εξουσία και οι αποφάσεις της εκτελούνται από τα κρατικά όργανα. Αν το αποφασίσει θα σε παραπέμψει σε δίκη, θα σε προφυλακίσει, θα σε φυλακίσει, θα επιδικάσει εις βάρος σου αποζημιώσεις, θα σου επιβάλλει άλλες κυρώσεις. Θα το κάνει, συμφωνείς – δεν συμφωνείς με την κρίση της, εμπιστεύεσαι – δεν εμπιστεύεσαι την ακεραιότητα και την επάρκεια των δικαστών και των εισαγγελέων που εξετάζουν την υπόθεσή σου. Μπορείς στο πλαίσιο της ποινικής, της πολιτικής και της διοικητικής δικονομίας να προσβάλλεις αποφάσεις, να ασκήσεις ένδικα μέσα, να πεις ότι δεν συμφωνείς με τη μία ή την άλλη εις βάρος σου κρίση, αλλά τελικά δεν έχει σημασία τι πιστεύεις, τι πρεσβεύεις, τι νομίζεις εσύ, πάλι κάποιο δικαστήριο θα αποφασίσει.
Από εκεί και πέρα υπάρχει ίσως κι ο εξής αντίλογος: το Σύνταγμα και γενικότερα οι θεμελιώδεις αρχές της Δημοκρατίας δεν έχουν καμία τυφλή εμπιστοσύνη σε αυτή καθαυτή τη δικαστική εξουσία και πολύ περισσότερο στα εκάστοτε πρόσωπα που τη στελεχώνουν. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων απαιτείται να έχουν «ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία». Όλα τελικά εκεί ανάγονται και από εκεί νομιμοποιούνται: όχι στο αποφάσισα έτσι επειδή είμαι ελέω Θεού ή έστω ελέω θεσμικού ρόλου αυθεντία, αλλά στο αποφάσισα έτσι για αυτόν και για εκείνον τον λόγο, ενώ ταυτόχρονα ο άλλος και ο παράλλος αντίλογος που προβλήθηκαν δεν στέκουν, κάτι που αναλυτικά εξηγώ με πλήρη επιχειρήματα. Μου ανατέθηκε από το Κράτος να ασκήσω εξουσία όχι με λευκή επιταγή, αλλά αιτιολογώντας πειστικά πώς οδηγήθηκα στην απόφασή μου. Έχω σπουδάσει, έχω περάσει από εξετάσεις, έχω διοριστεί κι απολαμβάνω πλέον προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, έχοντας δηλαδή όλα τα εχέγγυα, προκειμένου να ασκήσω την εξουσία που μου δόθηκε αμέροληπτα και στο όνομα της πειθούς και του Λόγου, όχι γιατί πλέον το Κράτος είμαι ανέλεγκτα και άκριτα Εγώ. Εγώ είμαι εκείνος που έχω αναλάβει το ιερό καθήκον να απονείμω όντως Δικαιοσύνη, εκείνος που οφείλει οι αποφάσεις του να απονείμουν Δικαιοσύνη όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά. Κι αν τυχόν αυτό δεν συμβαίνει, εκείνο που κλυδωνίζεται θεμελιακά είναι το κοινωνικό συμβόλαιο.
Τι έχει πάθει λοιπόν η ελληνική κοινωνία; Την αρρώστησαν τα σόσιαλ; Γιατί δυσπιστεί τόσο; Ίσως, ένας λόγος που δυσπιστεί τόσο, είναι επειδή ένα, δύο, τρία, χίλια δεκατρία πράγματα, τόσο στη συγκεκριμένη υπόθεση όσο και σε πρόσφατες προηγούμενες, δεν βγάζουν και τόσο νόημα. Μα δεν είναι εκείνη αρμόδια να κρίνει επί του νοήματός τους, καθώς ούτε τα φόντα έχει ούτε την πλήρη εποπτεία της μίας ή της άλλης υπόθεσης; Η εξουσία μπορεί να επιβάλλεται ως εξουσία και έχει τα μέσα να το κάνει. Αν όμως, εκτός από την επιβολή, επιθυμεί και να πείθει για το δίκαιο των αποφάσεών της, τότε ίσως εκείνο που τελικά δημιουργεί την έλλειψη εμπιστοσύνης δεν έχει να κάνει ούτε με συνωμοσιολογίες ούτε με αντισυστημισμούς, αλλά με τις ίδιες τις δικές της ενέργειες, κρίσεις, αποφάσεις.
