Το βιβλίο «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» του Αντώνιου Ρουσοχατζάκη προσφέρει μια ματιά στην πόλη της Αθήνας και τις μεταμορφώσεις της μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων της. Με στοιχεία καθημερινότητας, ο συγγραφέας μας φέρνει άλλοτε εικόνες εγκλεισμού, εικόνες εσωστρέφειας και μοναξιάς, και άλλοτε μας παίρνει από το χέρι και μαζί περιδιαβαίνουμε τους προσωπικούς του χώρους, αλλά και μέρη ενός κοινού αθηναϊκού παρελθόντος που εδώ και δεκαετίες έχει αντιπαρέλθει.
Γράφει για τον έρωτα, για την αγάπη, για το όνειρο, για το καθημερινό, για το λίγο, για το άπειρο. Γράφει για τη δική του επιβίωση, για τη δική του σωτηρία ακουμπώντας την στα μπαλκόνια των γειτόνων, εκείνων που χρόνια τώρα μοιράζονται τους ίδιους δρόμους, τις ίδιες πλάκες πεζοδρομίου, τους ίδιους τοίχους, τις ίδιες λεωφόρους.
Γράφει, συνθέτει εικόνες, συλλέγει καημούς, πόνους, χαρές, μικρές αναμνήσεις σε φωτογραφεία, σοκάκια, σπίτια, μπαλκόνια και ανασυνθέτει ιστορίες μέσα σε σπίτια που οι γάτες γουργουρίζουν από χαρά δίπλα σε κάκτους που μεγαλώνουν, δίπλα σε ανθρώπους που σηκώνουν τα χέρια τους ψηλά για να ξεπιαστούν από τη δουλειά μετά από μια 8ωρη συνομιλία με τον υπολογιστή, αναβάλλουν ραντεβού με τον οφθαλμίατρο, καπνίζουν στα μπαλκόνια.
«Τους χώριζε μια κουρτίνα από γάζα που κρεμόταν ανάμεσα στην κουρτίνα και στη βεράντα, αφήνοντας δυνατό το φως του ήλιου να πλημμυρίζει το σπίτι. Εκείνη, χάιδευε τους κάκτους της χωρίς να τρυπιέται. Τους άλλαζε γλάστρες, τους άλλαζε χώμα και τους πότιζε με λίπασμα οικολογικό φτιαγμένο από τα χεράκια της. Σε κάθε διάλειμμα, σε κάθε παύση, ονειρευόταν Μεξικό στα πλακάκια της βεράντας, ένα σύμπαν υψωτικό με όλα τα άγρια φυτά, γεμάτα υγεία και ζωή και έλεγε και ξανά έλεγε πως η καλύτερη της φίλη ήταν η χλωροφύλλη».
Κάθε ιστορία και ένα λογοτεχνικό ταξίδι στις χαμένες γωνιές της πρωτεύουσας, όπου οι μνήμες και οι ιστορίες αναδύονται σαν φαντάσματα από το παρελθόν. Με γλώσσα γεμάτη ποίηση και ευαισθησία, ο συγγραφέας μας οδηγεί σε μια Αθήνα που αλλάζει.
Θυμάται αλλοτινές ημέρες, βόλτες με χάρτες χωρίς GPS, εκεί που τα φιλιά, τα χάδια και τα χαστούκια της μοίρας έμοιαζαν με μυστικούς σελιδοδείκτες – κάτω από την ταμπέλα με το όνομα της οδού. Τα γκράφιτι που μουτζουρώνουν τους τοίχους ήρθαν πολύ-πολύ αργότερα. Τα ραντεβού, οι πρεμιέρες, οι εκπλήξεις – όλα στη θέση τους, στην ώρα τους, όπως είχαν κανονιστεί: Αφού δεν υπάρχει κινητό, καμιά αλλαγή στο πρόγραμμα της ημέρας ή στο ξεφάντωμα της νύχτας. Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει. Και πού πάει δηλαδή;
«Εκείνη γνωρίζει πως εκείνος πάντα θα ολοκληρώνει κομμάτι κομμάτι ότι ξεκινά, για να μπορεί στο τέλος να της χαρίζει την εικόνα ολόκληρη, χωρίς κενά, χωρίς λάθη, χωρίς αναβολές. Εκείνη ξέρει πως εκείνος πάντα θα περιμένει το δικό της βλέμμα, το δικό της σώμα πλάι του, δίπλα στην ανάσα του, στο τραπέζι, πάνω από το τελευταίο κομμάτι του παζλ – για να χαρούν ΜΑΖΙ ό,τι κουμπώνει και δένει και φανερώνει το τέλειο: μια νέα εικόνα-έκπληξη, φτιαγμένη για εκείνη. Μόνο για εκείνη».
Οχτώ μικρά διηγήματα, σαν σκόρπιες, κλεμμένες σημειώσεις από τα ημερολόγια που έμειναν κρυφά. Πενήντα χρόνια Αθήνα. Οχτώ μικρά διηγήματα, οκτώ ανάσες Ζωής.
Το βιβλίο «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΑΩ.

