Το σωστότερο θα ήταν να γράψω κάτι καινούργιο για τον θάνατο του Ντέιβιντ Λιντς. Αλλά ίσως, από ένα επίπεδο συναισθηματικής εγγύτητας και πέρα με έναν δημιουργό, να μην είναι κάτι που σου βγαίνει τόσο εύκολα. Να σε πλημμυρίζει τόσο πολύ όλος ο κόσμος του, να είναι τόσες πολλές και έντονες οι εικόνες που σκάνε κατά κύματα στο μυαλό σου, ώστε να καταλαβαίνεις ότι αυτά όχι μόνο δεν γίνονται την ίδια ή την επόμενη ημέρα, αλλά μάλλον δεν μπορούν και να χωρέσουν στα μέτρα ενός άρθρου.
Οπότε θα επιλέξω μερικά παλιότερα -και ελπίζω κάπως ενδεικτικά- αποσπάσματα από φορές που έχουμε ασχοληθεί στο παρελθόν με τον Λιντς στο ελculture:
Με αφορμή τον τελευταίο κύκλο του “Twin Peaks”:
Το Twin Peaks, όπως και η πλειοψηφία των έργων του Λιντς, μας ενημέρωνε ότι το τέρας είναι διαρκώς παρόν και καιροφυλακτεί στη γωνία, αρκεί να ξύσεις λίγο την παστέλ επιφάνεια για να το βρεις. Όχι μόνο του, όμως. Ούτε μόνο του παίζει μπάλα στη φιλμογραφία του Λιντς, ούτε είναι η τελική αναγωγή των πάντων. Δεν είναι μηδενιστής ο Λιντς, δείχνει και ξαναδείχνει και τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, κι αν την τραβάει αυτή τη φωτεινή πλευρά συχνά ως τα άκρα της καρικατούρας, μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι ως τα άκρα τραβάει και τη σκοτεινή.
Όχι, η τελική αναγωγή του Λιντς δεν είναι το κακό και το σκοτάδι. Η τελική αναγωγή του είναι το μυστήριο και το όνειρο, το όνειρο και ο εφιάλτης, η αντιδιαστολή του κόσμου του ονείρου με τον κόσμο της πραγματικότητας. Ένας από τους ήρωές του το λέει κατά λέξη: «το παράδοξο μυστήριο των παράξενων δυνάμεων της ύπαρξης».
Κάθε μα κάθε βράδυ το ανθρώπινο μηχάνημα ρετάρει, τα μάτια κλείνουν, ακινητοποιούμαστε ξαπλωμένοι, το μυαλό αρχίζει να μας πηγαίνει κάπου αλλού, γίνονται πραγματάκια όταν κοιμόμαστε, βρισκόμαστε μέσα σε ιστορίες που δεν έχουν τίποτα το μη αληθινό εκείνη την ώρα, βρισκόμαστε σε έναν κόσμο εξίσου πειστικό με τον κόσμο τον άλλο.
Ο Ντέιβιντ Λιντς αρνείται να κλείσει τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει σε όλη την ανθρωπότητα κάθε μα κάθε βράδυ όταν κλείνει τα μάτια της, αρνείται να πει ότι, ΟΚ, αυτά εμένα δεν με αφορούν κι ας μιλήσουμε για τον πραγματικό κόσμο, μιλάει για την πραγματικότητα των δύο παράλληλων κόσμων, μπλέκει τη μια στην άλλη, χαώνει τη μια με την άλλη, να ποιο είναι το δικό του παζλ, να σε τι κόσμο πρέπει να ξέρεις ότι μπαίνεις.
Με αφορμή τον «Άνθρωπο Ελέφαντα»:
Από θέαμα (θέαμα σε τσίρκο, θέαμα και στην υψηλή κοινωνία), ο Μέρικ μετατρέπεται σε θεατή. Πηγαίνει να παρακολουθήσει παράσταση στο θέατρο. Από την κτηνωδία του θεάματος στη μαγεία του θεάματος. Από τη θέαση της ασχήμιας στη θέαση της ομορφιάς. Από τα μάτια της μητέρας του περνούσαν οι ελέφαντες, από τα μάτια του γιου περνάνε τώρα οι άνθρωποι με τις στολές ζώων. Όλα είναι εφιάλτης, όλα είναι όνειρο, κι ανάμεσα τους η ζωή.
Ο Μέρικ φτιάχνει τη μακέτα ενός καθεδρικού ναού που βλέπει από το παράθυρό του. Στους κανονικούς ναούς ο άνθρωπος θέλει να εξυψωθεί ως το Θείο, ο Άνθρωπος Ελέφαντας εξυψώνεται από το ζωώδες στο ανθρώπινο. Η θέωση είναι μέσα μας, η θέωση ίσως ταυτίζεται με την ανθρωπιά, με τη νίκη επί του εντός μας κτήνους. «Δεν είμαι ελέφαντας. Δεν είμαι ζώο. Είμαι άνθρωπος». Την ώρα που φωνάζει αυτές τις λέξεις μιλάει καθαρότερα από ποτέ. Ο λόγος ο αρθρωμένος είναι ικανός να ταράξει τον όχλο, να τον ξανακάνει από μέρος του όχλου πρόσωπο. Ο λόγος σού δίνει υπόσταση, σού δίνει πρόσωπο. Και δίνοντάς σου ένα πρόσωπο πέρα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, βάζει ταυτόχρονα έναν καθρέφτη στο πρόσωπο του απέναντί σου: είμαι κάτι διαφορετικό από αυτό που κυνηγάς, είμαι σαν εσένα.
Από το παράθυρό του βλέπει μικρό μόνο μέρος του ναού. Το υπόλοιπο το φτιάχνει με τη φαντασία του. Ακριβώς δηλαδή όπως συμβαίνει με τα δεδομένα που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος για να κατανοήσει τη ζωή, τον κόσμο, την πραγματικότητα. Μικρό μόνο μέρος της συνολικής εικόνας βλέπουμε, προσπαθώντας να φτιάξουμε το ολοκληρωμένο κτίσμα της, αφενός μεν με την επιστήμη, αφετέρου όμως -σε ό,τι αφήνει εκείνη κενό- με τη φαντασία μας. Αντιλαμβανόμαστε ένα μικρό τμήμα της πραγματικότητας και προσπαθούμε με τη φαντασία μας να την φανταστούμε σαν όλον.
Θυμόμαστε τα πράγματα από μια ηλικία και ύστερα. Τα πρώτα – πρώτα χρόνια μας δεν τα θυμόμαστε καθόλου. Πριν αυτά τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχαμε καν. Και τώρα που πια υπάρχουμε και το ξέρουμε, ξέρουμε επίσης ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Και προσπαθούμε να βγάλουμε ένα νόημα. Προσπαθούμε από το καμπαναριό που βλέπουμε να χτίσουμε ένα ολόκληρο ναό νοήματος. Κατ’ εξοχήν ιερέας αυτού του ναού είναι η τέχνη και απόλυτα ξεχωριστός κινηματογραφικός της ιερέας ο Ντέιβιντ Λιντς, που ακόμη και ταινίες του όπως το “Inland Empire”, οι οποίες μοιάζουν να προσπαθούν να διώξουν και τον πιο πιστό του θαυμαστή, μάλλον προσπαθούν να έρθουν διαισθητικά λίγο πιο κοντά στο νόημα, λίγο πιο κοντά σε ό,τι αξίζει να φωτιστεί αντισυμβατικά, ασυνήθιστα, από παράξενους δρόμους, που όσο παράξενοι κι αν είναι ωχριούν μπροστά στο πιο παράξενο απ’ όλα τα φαινόμενα: στο ότι ο άνθρωπος είναι μεν σε θέση να αντιληφθεί ότι υπάρχει μια γενικότερη εικόνα, αλλά και σε αδυναμία να συλλάβει ποια είναι αυτή.
Με αφορμή το «Mπλε Βελούδο»:
Ο Τζέφρι θέλει να δει τι κρύβεται κάτω από το γρασίδι, έχει δει τον κόσμο, θέλει να δει και τον υπόκοσμο, θέλει να δει ποιος και γιατί μπορεί να κόβει αυτιά ανθρώπων στην κοινότητα που πέρασε την παιδική του ηλικία. «Δεν μπορώ να αποφασίσω αν ενεργείς τελικά ως ντετέκτιβ ή ως διεστραμμένος», θα του πουν. Ο ενήλικος κόσμος, ο αληθινός κόσμος, ο μη εξιδανικευμένος κόσμος, ο κόσμος κάτω από την επιφάνεια αποτελεί ένα αστυνομικό μυστήριο που ο Τζέφρι αποφάσισε ότι θέλει να δει με τα μάτια του. Ναι, με τα μάτια του ντέτεκτιβ, αλλά εξίσου ναι, και με τη ματιά του ηδονοβλεψία. Η ενηλικίωση είναι η μετατροπή του βλέμματός σου από αθώο σε ηδονοβλεπτικό. Και η συνειδητή απόφαση να μην στρέψεις το βλέμμα σου αλλού προκειμένου να παραμείνεις αθώος, συνιστά κι αυτή μια κάποια διαστροφή.
Κάπως έτσι ο Τζέφρι θα βρεθεί στο διαμέρισμα της Ντόροθι, θα βρεθεί να κρύβεται στην ντουλάπα της, κι από εκεί, μέσα από τις γρίλιες, το βλέμμα του θα χάσει οριστικά την αθωότητά του. Η Ντόροθι του λέει ότι πρέπει να την καταλάβει, δεν είναι τρελή, ξέρει τη διαφορά μεταξύ καλού και κακού. Και κάπως έτσι ο Ντέιβιντ Λιντς κατορθώνει να μας βραχυκυκλώσει, θολώνοντας τα νερά της διάκρισης καλού – κακού με μια σχέση ατόφιου σαδομαζοχισμού. Ενώ παρουσιάζει στο πρόσωπο του Φρανκ έναν αδιαμφισβήτητο εκπρόσωπο του κακού, μια τεντωμένη στα άκρα και οριακά γειτνιάζουσα με το κωμικό προσωποποίηση του κακού, την ίδια ώρα παρουσιάζει στο πρόσωπο της Ντόροθι έναν άνθρωπο που δεν θέλει να του κάνουν κακό, θέλει όμως να πονάει και απολαμβάνει τον πόνο. Και όσο κι αν δεν μπερδεύεται και ο Τζέφρι και ο θεατής για τον Φρανκ, παραμένει μπερδεμένος με την Ντόροθι, μπερδεμένος και μαζί σαγηνευμένος, καθώς όπως θα έλεγε και η ίδια η Ντόροθι, ο Λιντς έβαλε την αρρώστια του μέσα μας.
Αν η ταινία τελειώνει όπως αρχίζει, αν ο κοκκινολαίμης της αγάπης τρώει το σκοτεινό σκουλήκι, αν όλα μοιάζουν καραμελωμένα και τέλεια, προφανώς και δεν μπορεί ο θεατής να ξεχάσει τι έβλεπε επί δύο ώρες, αλλά ο Λιντς δεν απεικονίζει στην αρχή και στο τέλος κάτι που περιγελά. Δεν είναι γελοίο το καλό στον κόσμο του, οι ειδυλλιακές απεικονίσεις της αμερικάνικης επαρχίας δεν παρουσιάζονται ως ρίζες του κακού. Η ματιά του δεν είναι κοινωνικοπολιτική, είναι μεταφυσική, θεολογική. Δεν ψάχνει να βρει τι στην επιφάνεια των πραγμάτων προκαλεί το κρυμμένο κακό, κάνει μια βασική παραδοχή, ότι ο κόσμος είναι στημένος στα δίπολα καλό – κακό και πραγματικότητα – όνειρο, δημιουργώντας τον δικό του κινηματογραφικό κόσμο επάνω τους.
Επίλογος (ορκίζομαι όχι κατασκευασμένος):
Bάζω να ξαναδώ χθες βράδυ το “Mulholland Drive“. Έχω το λάπτοπ στο κρεβάτι, είναι αργά, κάποια στιγμή με παίρνει ο ύπνος. Μέσα στον ύπνο μου ακούω μια δυνατή, αγωνιώδη, διαστρεβλωμένη φωνή να λέει Silencio! Silencio! Ξυπνάω με παγωμένο το αίμα. Ο εφιάλτης μιας γυναίκας μπαίνει στον δικό μου ύπνο, ξυπνώντας κι εκείνη κι εμένα.





