Ο Μύθος του Σίσυφου είναι ένα από τα πιο γνωστά φιλοσοφικά έργα του Αλμπέρ Καμύ, εκδόθηκε το 1942. Αποτελεί μια υπαρξιακή πραγματεία για το παράλογο και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο χωρίς εγγενές νόημα. H Ηλέκτρα Ελληνικιώτη με αφετηρία την αγάπη της για το βιβλίο του Καμύ αλλά και τον ίδιο το Μύθο του Σίσυφου δημιουργεί μια ξεχωριστή θεατρική αφήγηση.
Η παράσταση «Ο Βράχος» αντλεί βαθιά από τα φιλοσοφικά ερωτήματα του «Μύθου του Σίσυφου», ειδικά γύρω από την έννοια του παραλόγου και της ανθρώπινης αντίστασης σε μια αδιάφορη πραγματικότητα. Ο Σίσυφος καταδικασμένος από τους θεούς να σπρώχνει έναν βράχο μέχρι την κορυφή ενός βουνού, βρίσκεται αιχμάλωτος σε μια βασανιστική αέναη κίνηση, βλέπει τον βράχο να κυλάει ξανά πίσω, και αναγκάζεται να ξεκινήσει από την αρχή, επ’ άπειρον.
«Διαβάζοντας το έργο ήρθα αντιμέτωπη με μια σειρά από ερωτήματα που δεν μπορούσα να απαντήσω. Στο μυαλό μου ήρθε η εικόνα του βράχου που χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε η ιστορία του. Σκεφτόμουν ότι αυτό το βάσανο λοιπόν του Σίσυφου, μήπως τελικά είναι και η λύτρωσή του; Και τελικά πώς θα ήταν να ακούγαμε και την ίδια αυτή ιστορία από την πλευρά του κόπου, από την πλευρά της δυστυχίας;».
Ο Καμύ στο έργο του δεν προτείνει μια απαισιόδοξη προοπτική. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι, παρόλο που η ζωή δεν έχει αντικειμενικό νόημα, ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει να αγκαλιάσει την παράλογη μοίρα του και να βρει χαρά στην ίδια την προσπάθεια. Η διάσημη φράση του έργου είναι:
«Πρέπει κανείς να φανταστεί τον Σίσυφο ευτυχισμένο».
Αυτή η φράση θα σταθεί και η βασική έμπνευση για την Ηλέκτρα Ελληνικιώτη που για πρώτη φορά κάνει το βήμα της συγγραφής του ίδιου του κειμένου.

Η διαρκής αναζήτηση νοήματος σε έναν αδιάφορο κόσμο
Στο παρελθόν έχει μεταφέρει κείμενα λογοτεχνικά, έχει διασκευάσει θεατρικά έργα και έχει κάνει πρωτότυπες δραματουργίες που δεν απαιτούσαν συνολικά τη συγγραφή του έργου. Αποτελεί τελικά αυτό από μόνο του μια πρόκληση; Πώς βίωσε την εμπειρία της συγγραφής; τη ρωτάω.
«Αυτή ήταν μια μεγάλη πρόκληση για εμένα. Δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω αλλά και ποιο τελικά θα ήταν το αποτέλεσμα. Στην αρχή συνειδητοποίησα ότι έγραφα σαν να σκηνοθετούσα, κάτι που με δυσκόλεψε πολύ. Κλήθηκα να απαντήσω σε πολλά δομικά ζητούμενα της παράστασης, ειδικά όσα αφορούν στους ίδιους τους ήρωες, γράφοντας: ποιος είναι ποιος, ποιο το σκηνικό του φορτίο, ποια η αφετηρία του, ποια εκδοχή του φέρνει στην παράσταση. Και αυτό που νόμιζα αρχικά, πως μια δηλαδή σκηνοθετική ιδέα μπορεί να υπερκεράσει τα δραματουργικά κενά, αποδείχθηκε λανθασμένο. Ταυτόχρονα, έπρεπε να προσέξω πολύ να μην πέσω στην παγίδα της αυτοαναφοράς».
Το συγκεκριμένο έργο του Καμύ το αγαπάει πολύ όπως και το θέμα της ανθρώπινης ευτυχίας:
«Διαβάζοντάς το έργο κατάλαβα ότι έπρεπε να απομακρυνθώ αρκετά από το βιβλίο του Καμύ και να ξαναδώ το θέμα της ανθρώπινης ευτυχίας με άλλους τρόπους και άλλους δρόμους. Η ίδια η ζωή από μόνη της και η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μια παράλογη κατάσταση. Δεν μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι γνωρίζουμε πώς πορεύεται ο κόσμος».
Το παράλογο, η διαρκής αναζήτηση νοήματος σε έναν αδιάφορο κόσμο, μια θεματική που αναδεικνύεται έντονα στο έργο του Καμύ, είναι κάτι που θα κρατήσει στο νέο κείμενο που θα γράψει. Αλλά και «η πικρή γεύση ότι δεν μπορούμε να δούμε την ευτυχία έξω από τη δυστυχία είναι το δεύτερο στοιχείο που θα κρατήσω. Ευτυχισμένος μπορεί να υπάρξει δηλαδή κάποιος που έχει υπάρξει και δυστυχισμένος».
Το παράλογο και το μαρτύριο του Σίσυφου δεν είναι μια ολοκληρωτική ήττα, αλλά μια συνεχής προσπάθεια που έχει τη δική της αξία και νόημα. Η σύνδεση ευτυχίας με τη δυστυχία και τον πόνο είναι συχνά κεντρική σε φιλοσοφικές συζητήσεις, και ιδιαίτερα στην παράδοση του υπαρξισμού. Ο Καμύ, με τον Μύθο του Σίσυφου, φαίνεται να προτείνει πως η ευτυχία δεν έρχεται από την απουσία του πόνου, αλλά από την ικανότητα του ανθρώπου να αντιμετωπίσει το παράλογο και να δώσει νόημα στην προσπάθεια.


Ο Σίσυφος ως σύμβολο της ανθρώπινης μοίρας είναι ο εκφραστικός δρόμος που η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη επέλεξε να αποτυπώσει τον μύθο και να αναδείξει αυτές τις έννοιες μέσα από την παράσταση.
Από παιδί θυμάται να τη συγκινεί βαθιά ο ανθρώπινος πόνος και ο κόπος. Μέσα σε αυτόν εντοπίζει πάντα μια μεταστροφή του βασάνου σε κάτι άλλο, μια δυνατότητα που υπάρχει. Αυτός ο συνδυασμός του ανθρώπινου πόνου με την αναζήτηση για κάτι πιο ουσιαστικό και αναγεννητικό τη συγκινεί και μπορεί να δώσει μια ιδιαίτερη διάσταση στην αντίληψή μας για τη ζωή.
«Δυστυχώς δεν μπορώ καθόλου να συνδεθώ και να συνομιλήσω με τον τρόπο που η σημερινή εποχή βλέπει την ευτυχία», μοιράζεται η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Δεν μπορώ να αντιληφθώ αυτό το νέο κύμα εγχειριδίων χρήσης για αυτοβελτίωση, αυτή τη νέα τάση να συνδέουμε την ευτυχία με την επιτυχία, θεωρώντας ότι υπάρχει μια συνταγή που αν την ακολουθήσουμε θα ευτυχήσουμε. Όλοι αυτοί οι αυτόκλητοι κήρυκες της ευτυχίας, οι σύγχρονοι φιλόσοφοι με τα αξιώματα και τα τσιτάτα τους μου προκαλούν δυσφορία και με θυμώνουν. Νιώθω πως τελικά, γίνεται μια έκπτωση παρά μια εξύψωση της ευτυχίας».
Μπορεί να υπάρξει πραγματική ευτυχία χωρίς την εμπειρία της δυστυχίας; τη ρωτάω.
«Ναι φυσικά και μπορεί. Δεν είναι απαραίτητο κάποιος να έχει βιώσει μια πραγματική εμπειρία πόνου και δυστυχίας στη ζωή. Μπορεί κάποιος να έχει στοχαστεί πάνω στην έννοια της πραγματικής εμπειρίας. Να έχει σκεφτεί τόσο που να έχει πονέσει. Και αυτό να τον έχει κάνει να περάσει σε μια άλλη πλευρά, στην πλευρά της αναζήτησης μιας πυρηνικής ευτυχίας. Όσο περισσότερο σκέφτεται κάποιος τόσο πιο πολύ φθείρεται. Αυτή η φθορά δεν μπορεί να σε αποτρέψει από τη σκέψη. Η φθορά είναι η δυστυχία, η σκέψη είναι η ευτυχία. Όσο περισσότερο ζεις λοιπόν, τόσο περισσότερο θα πονάς. Αυτός ο πόνος δεν μπορεί να αποτρέψει από το να ζεις. Και με πιο απλά λόγια, να μην κάνουμε πως δε βλέπουμε το άλλο. Η ευτυχία και η δυστυχία, ο πόνος και η χαρά. Είναι αλληλένδετα».
Μοιάζει λίγο με τραμπάλα αν μπορούσα σχηματικά να το φανταστώ; Αναρωτιέμαι και μοιράζομαι μαζί της. «Ακριβώς έτσι», μου απαντά. «Μοιάζει με τον βράχο που ανεβαίνει για να πέσει».
Τέσσερα πρόσωπα και ένας μουσικός επί σκηνής στην παράσταση Ο Βράχος. Τέσσερα πρόσωπα που διαδρούν μέσα σε μια ιστορία. Δύο αδέρφια με υπερφυσικές δυνάμεις, η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, μια τραγουδίστρια που δεν φοβάται την ευτυχία, μια ηλικιωμένη που της έχει λείψει να χορέψει, και η ανησυχητική αίσθηση ότι μπορεί να γινόμαστε μάρτυρες των τελευταίων ωρών ενός καταδικασμένου κόσμου. Βράχος ο τόπος που συναντιούνται, ένα καφενείο στην προκειμένη περίπτωση. Μια λυπημένη κωμωδία για τους ανθρώπους που αναρωτιούνται για τη δυστυχισμένη ευτυχία τους ή την ευτυχισμένη δυστυχία τους, για αυτούς που δεν ξέρουν πώς να αγγίξουν, πώς να πλησιάσουν την ευτυχία και πέφτουν διαρκώς σε αδιέξοδα, για αυτούς που όταν δεν έχουν τι άλλο να πουν τραγουδάνε.

«Είναι πολύ καλή η ευτυχία αλλά δεν τραγουδιέται»
Ήταν τον περασμένο Αύγουστο όταν θα ξεκινήσει να γράφει το έργο, συγκεντρώνει επιλεκτικά μια φροντισμένη βιβλιογραφία αλλά και μια δισκογραφία με μουσικές για την έμπνευση και τη τροφοδοσία του μυαλού. Τότε, η αγαπημένη της φίλη και συνεργάτιδα, η ηθοποιός Μαρία Μαμούρη θα της θυμίσει το τραγούδι Ο Βράχος που αν και συμπεριλαμβανόταν στον δίσκο Ανθρώπων Έργα που αγαπούσε πολύ, το είχε εντελώς ξεχάσει.
Λες και τρώμε τον χειμώνα παγωτό
λες και πέφτουμε σε τοίχους με εκατό
έτσι ανάποδα λυγάω το βράδυ αυτό
του νου τη βέργα
Λες κι η στάθμη της αγάπης πάει να βρει
πόσοι κρύβονται στη λάσπη θησαυροί
πώς κοπήκανε στα δάχτυλα οι σταυροί
γι’ ανθρώπων έργα
Αδιόρθωτα τα μάτια κι οι καρδιές
με κουμπιά και φερμουάρ κατεστραμμένα
δυο κουβέντες μου σου πέσανε βαριές
κι αποφάσισες να ζεις χωρίς εμένα…
Αυτοί είναι κάποιοι από τους στίχους που έγραψε η Λίνα Νικολακοπούλου και μελοποίησε ο Σταμάτης Κραουνάκης στη δισκογραφική δουλειά Ανθρώπων έργα, υλικό από το οποίο αντλεί έμπνευση για να μιλήσει για την εμμονή της σύγχρονης εποχής με την ευτυχία, για τον φόβο και τη συνείδηση του θανάτου και για την αλλόκοτη ευτυχία των βασανισμένων ανθρώπων.
Ακούγοντάς το θα αρχίσει να βλέπει πίσω από τους στίχους:
«Άρχισα να βλέπω μικρούς Σίσυφους, να βλέπω όλους τους βασανισμένους Σίσυφους της διπλανής πόρτας, τη γυναίκα που σιδερώνει Σάββατο απόγευμα, εκείνον που έχει απωλέσει κάποιον αγαπημένο».
Γράφει και ακούει, οι μουσικές του Κραουνάκη και οι στίχοι της Νικολακοπούλου ενεργοποιούν κάτι απόλυτα προσωπικό της, ξυπνούν αναμνήσεις και σκέψεις. Αμέσως αντιλαμβάνεται ότι αυτό το τραγούδι θα δημιουργήσει μια σύνδεση με το προσωπικό βίωμα κάθε θεατή, έναν κοινό τόπο:
«Σε αυτή την παράσταση ήθελα πολύ έντονα, τα κείμενα και η σχέση των ηρώων να οδηγούν σε λεκτικά αδιέξοδα με τη μουσική και το τραγούδι να έρχονται να τα καλύψουν. Έτσι κάπως ο συγκεκριμένος δίσκος και πολλά από τα μουσικά του θέματα έχουν ενσωματωθεί στην παράσταση σε νέες ενορχηστρώσεις ώστε να ταιριάζουν αρμονικά με την ιστορία». Όταν θα παρουσιάσει την ιδέα της στον συνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη εκείνος θα το αγκαλιάσει και θα είναι πολύ γενναιόδωρος ως προς τη χρήση των μουσικών συνθέσεων:
«Είναι μια μεταποίηση μιας επιτυχημένης πορείας διαμορφώνοντας πολλές γενιές. Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να παράγει κανείς διαρκώς νέα πράγματα χωρίς να συνομιλεί με όσα τον έχουν διαμορφώσει».

Θεατρική συγγραφέας, σκηνοθέτις, συνιδρύτρια του χώρου «Κάμιρος» – Ένα πρόσωπο, πολλά βιώματα
Πώς βλέπεις τη συγγραφή νέων θεατρικών έργων στην Ελλάδα; Έχουμε ανάγκη πρωτότυπα κείμενα;
Γράφονται πολύ όμορφα κείμενα. Υπάρχουν τουλάχιστον δυο γενιές σκηνοθετών που μέσα από την πρωτότυπη δραματουργία ή από τη σύνθεση κειμένων προτείνουν και πρωτότυπα. Αυτό που λείπει κατά τη γνώμη μου είναι το προνόμιο του χρόνου που ίσως να απουσιάζει εν γένει στη θεατρική πραγματικότητα και η ζύμωση με την πρόβα, ένα στάδιο απαραίτητο και σημαντικό όπως μας έχει μάθει τουλάχιστον η πορεία του θεάτρου στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Πολλοί μεγάλοι δραματουργοί περνούσαν χρόνο στις πρόβες, ο Καμπανέλλης, η Αναγνωστάκη, ο Μάτεσις, ο Δημητριάδης, ο Τσέχωφ, ο Σαίξπηρ αν πάω πίσω στον χρόνο. Τα κείμενα δοκιμάζονταν στην πρόβα, δεν γράφονταν εν είδει ενός λογοτεχνικού πονήματος. Οι νέοι συγγραφείς σήμερα καλούνται να περάσουν αυτή την περίοδο μοναξιάς, μέσα στην οποία θα έχουν δώσει όλες τις απαντήσεις, να το ολοκληρώσουν, το εκδώσουν, να διαβαστεί και να ανέβει. Αυτή είναι μια κλειστή διαδικασία που δεν αναπνέει και ίσως αυτό να κοστίζει στο τελικό αποτέλεσμα των έργων.
Κοιτώντας σήμερα το ρίσκο της δημιουργίας μιας νέας καλλιτεχνικής στέγης στην καρδιά της Κυψέλης, ο χώρος Κάμιρος πώς αξιολογεί το εγχείρημα συνολικά;
Nιώθω χαρά για όσα έχουμε καταφέρει, ειδικά ακούγοντας τα σχόλια φίλων και συναδέλφων. Πρόκειται ωστόσο για κάτι πολύ δυναμικό, με πολλές δυσκολίες, ξεκινώντας από την ανθρώπινη συνύπαρξη που φέρει ευτυχείς αλλά και ατυχείς συγκυρίες, αναφέρομαι κυρίως στον εαυτό μου εδώ. Ξέρω ότι έχω κάνει λάθη, αλλά έχουμε δουλέψει πάρα πολύ με μεγάλη φροντίδα και στήριξη. Αν το κοιτάξω σήμερα από απόσταση, πιστεύω ότι έχουμε καταφέρει να δουλέψουμε λίγο πιο ελεύθερα και σίγουρα έχουμε ωριμάσει.
Ποιο είναι το DNA στην Κάμιρο;
Aυτό που ξεχωρίζει τον χώρο είναι ότι δεν φιλοξενεί παραδοσιακό θέατρο. Ίσως επειδή έχει την ελεύθερη χωροθέτηση που δίνει τη δυνατότητα της ελευθερίας, ενώ τα έργα που έχουν παρουσιαστεί ανήκουν στη σφαίρα του πιο καλλιτεχνικού θεάτρου, μπολιάζονται και από άλλες δράσεις, εικαστικές και μουσικές που φιλοξενούνται εδώ. Εδώ τα θεατρικά έργα είναι σκηνικά συμβάντα μέσα στα οποία λαμβάνονται υπόψη όλες οι επιμέρους τέχνες. Νομίζω ότι το DNA του χώρου ανήκει και στο δικό μου θεατρικό DNA. Δεν αντιλαμβάνομαι το θέατρο σαν ένα κλειστό μηχανισμό πλατείας – σκηνής. Πάντα θα προσπαθώ να αποδρώ προς την πλατεία.
Info παράστασης:
