Όπως λέει και το meme, «Φιλαράκια μου, δυστυχώς» (και γράψτε το με όποια ορθογραφία θέλετε), ο κόσμος καταστρέφεται. Τεράστιου μεγέθους σεισμοί έχουν ως αποτέλεσμα να ανοίγει η γη και να μας καταπίνει. Πολιτείες των ΗΠΑ καταρρέουν ολοκληρωτικά, ενώ ούτε στις άλλες χώρες τα πράγματα μοιάζουν καλύτερα. Το ίντερνετ έχει πέσει και μαζί του ο ανθρώπινος πολιτισμός δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει πια χωρίς την παρουσία του. Δεν θα αργήσει να ακολουθήσει το ηλεκτρικό κι οι τηλεπικοινωνίες, τα πράγματα πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο. Καταφέραμε λοιπόν να καταστρέψουμε τον πλανήτη, ή μήπως, όσο αναμφισβήτητη κι αν είναι η κλιματική κρίση, είναι κι αυτή μια αλαζονική εντύπωση συνδεδεμένη με μια αίσθηση παντοδυναμίας που μας καθιστά στο μυαλό μας το κέντρο του κόσμου, ενώ το πιθανότερο είναι ότι μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους είναι φυσική και ανεξάρτητη από τον ανθρώπινο παράγοντα;

Όπως και να έχει, ο Τσιουέτελ Έτζιοφορ είναι καθηγητής φιλολογικών σε ένα γυμνάσιο και προσπαθεί να μην αφήσει τα ολοένα και πιο δυσοίωνα εξωτερικά δεδομένα να τον πτοήσουν, προσπαθεί να συνεχίσει να εκτελεί τα καθήκοντα το όσο πιο συνειδητά γίνεται και με αμείωτο ενδιαφέρον για την πρόοδο των μαθητών του. Δεν μπορείς να αποφασίσεις αν πρόκειται για απώθηση της πραγματικότητας ή για τον τον μόνο τρόπο που αξίζει να συνεχίσει να ζει κανείς. Κι εν πάση περιπτώσει δεν είναι ο μόνος που παριστάνει ότι η ζωή συνεχίζεται, βρισκόμαστε προς το παρόν σε ένα μεταβατικό στάδιο διόγκωσης της καταστροφής, κατά το οποίο ακόμα η κοινωνία προσπαθεί στις περιοχές που δεν έχουν διαλυθεί να συντηρήσει την καθημερινότητά της, τη ρουτίνα σπίτι – δουλειά, προσποιούμενη ότι είναι μια καταστροφή που θα περιοριστεί και δεν θα την αγγίξει κι ότι το μόνο που έχει να κάνει είναι να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. 

Αν τα ακριβή αίτια καταστροφής του κόσμου είναι ένα μυστήριο, εμφανίζεται ενώπιον μας ένα δεύτερο μυστήριο, μικρότερης προφανώς σημασίας, αλλά πάντως εντελώς ιντριγκαδόρικο: πώς γίνεται, ενώ τα πάντα αποσυντίθενται, κι αρχίζει να προβάλλεται παντού σαν διαφήμιση το ίδιο μήνυμα: «Σε ευχαριστούμε Τσακ για τα 39 χρόνια της υπηρεσίας σου»; Ποιος είναι αυτός ο Τσακ; Ποια ήταν η υπηρεσία του; Γιατί έχει ξαφνικά τόσο σημασία; Πρόκειται άραγε για κάποιον διεστραμμένο τύπο, με φουλ ναρκισσιστικό σύνδρομο, που ρίχνει όλα του τα λεφτά στη διαφήμιση, λίγο πριν το τέλος του κόσμου, ώστε να βλέπουν όλοι τη φάτσα του; Κι αν είναι ένας που απλά βγαίνει στη σύνταξη και όχι κάποιος μεγιστάνας, πού τα βρήκε τόσα λεφτά; Κι επίσης, όπως σωστά επισημαίνουν, ποια 39 χρόνια υπηρεσίας, αυτός με το ζόρι μοιάζει να είναι κι ο ίδιος 39 ετών. Τι συμβαίνει με τον Τσακ; Μήπως δεν είναι αληθινός άνθρωπος αλλά ένα σύμβολο; Κι αν ναι, τι συμβολίζει; Σε ένα τέτοιο περιβάλλον πάντως, η εικόνα του, που ξεπροβάλλει από παντού μαζί με τις ευχαριστίες για την προσφορά του, μόνο ως γκροτέσκα μπορεί να ειδωθεί. Όλα μπορεί να διαλύονται, αλλά κάποιος το γιορτάζει. Μήπως αντί γκροτέσκο είναι παρηγορητικό κάπου; Ίσως. Αλλά μπα. 

«Η Ζωή του Τσακ» χωρίζεται σε τρεις πράξεις, αλλά θα την παρακολουθήσουμε ξεκινώντας από την τρίτη και πηγαίνοντας στις υπόλοιπες δύο προς τα πίσω στον χρόνο. Δεν ξέρω πόσο συμπτωματικό είναι ή αν ίσως καταδεικνύει μια γενικότερη τάση, πάντως άλλες δύο πολύ πρόσφατες αμερικάνικες ταινίες, το “Weapons” και το “Sorry, Baby” χρησιμοποιούν μια μη γραμμική αφήγηση, με διάφορα χρονικά πήγαινε – έλα. Το σίγουρο είναι ότι αυτό το ανακάτεμα της αφηγηματικής τράπουλας, που μοιάζει προς το παρόν φρέσκο (χωρίς εννοείται να είναι πρωτοφανέρωτο), είναι ευπρόσδεκτο και βοηθάει σε σημαντικό βαθμό και τις τρεις τους. Ειδικά δε «Η Ζωή του Τσακ», με διαφορετική σειρά κεφαλαίων θα καταστρεφόταν χειρότερα κι από τον κόσμο. Χωρίς τη χρονική αντιστροφή δεν θα υπήρχε μυστήριο, θα χανόταν όλο της το ζουμί κι αυτό που θέλει τελικά να πει θα έχανε όλη του την επιδραστικότητα.  

Στο σινεμά, σκηνές στις οποίες οι κεντρικοί ήρωες και ηρωίδες χορεύουν, είναι σχεδόν πάντα πιασάρικες, έχoντας δε συχνότατα ένα υπαρξιακό φορτίο, καθώς πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από έναν απλό χορό, με τον χορό να μετατρέπεται σε μέσο με το οποίο δηλώνεται χωρίς λέξεις αλλά καταλυτικά κάτι θεμελιώδες για την ψυχική τους κατάσταση. Για να αναφέρουμε δύο μόνο πολύ έντονα παραδείγματα, o χορός του Άντονι Κουίν και του Άλαν Μπέιτς στον «Αλέξη Ζορμπά» του Μιχάλη Κακογιάννη, με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και το αρχέτυπο ήρωα που είχε φτιάξει ο Καζαντζάκης στο μυθιστόρημα πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, ξέφυγε από τα υπαρξιακά ενός μεμονωμένου χαρακτήρα και μετατράπηκε για δεκαετίες σε εμβληματική εικόνα και μαζί σάουντρακ μιας χώρας και μιας βιομηχανίας τουρισμού, ενώ σε πολύ πιο κοντινά χρόνια, σε εποχή βασικά δεύτερης καραντίνας, στον «Άσπρο Πάτο» του Τόμας Βίντερμπεργκ, o Μαντς Μίκελσεν έριξε τις δικές του ψυχεγερτικές γυροβολιές υπό τον ήχο του “What a life, what a beautiful, beautiful ride”. 

Αν όμως στον «Άσπρο Πάτο» o χορός του ήρωα είναι καταληκτικός, στη «Ζωή του Τσακ» είναι εισαγωγικός. Δεν ξέρω αν για τον τρόπο εισαγωγής του πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στον Στίβεν Κινγκ (στη νουβέλα του οποίου είναι βασισμένη η ταινία) ή στον Μάικ Φλάναγκαν (που την διασκευάζει σε σενάριο και τη σκηνοθετεί), αλλά και στον δεύτερο να το αποδώσουμε, η γραφή παραμένει χαρακτηριστικά Στίβεν Κινγκ. Τι συμβαίνει λοιπόν; Ενώ στο πρώτο κεφάλαιο έχουμε συναντήσει τον Τομ Χίντλστον μόνο (για την ακρίβεια σχεδόν μόνο) δια της εικόνας του στις αφίσες ως Τσακ, μπαίνοντας στο δεύτερο όπου θα τον δούμε επιτέλους με σάρκα και οστά, γίνεται ένας ολόκληρος πρόλογος όπου βλέπουμε και ταυτόχρονα ακούμε με voice over πληροφορίες για μια πλανόδια μουσικό. Όταν επιτέλους ο Τσακ εμφανιστεί μπροστά μας, όταν το μυστήριο για το ποιον του θα έχει φτάσει στο κατακόρυφο, όταν επιπρόσθετα θα είμαστε μάλλον βάσει των προαναφερθέντων αρνητικά προκατειλημμένοι για την πάρτη του και υποψιασμένοι ότι κάτι περίεργο παίζει με τον τύπο, εκείνος θα αρχίσει να χορεύει μέσα στη μέση του δρόμου. Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια σκηνή που δεν γίνεται να μη σε συνεπάρει, αλλά θα το διορθώσω ως εξής: γίνεται να μην σε συνεπάρει αν αποφασίσεις εγκεφαλικά να της αντισταθείς. Ακόμα και τότε η αρχική τάση και η αρχική ορμή μέσα σου θα σου λέει απόλαυσέ το, γιόρτασέ το, ζήσε το. Και πραγματικά θα είναι κρίμα για όποιον δεν το κάνει και το στερηθεί.

Ως εκείνο το σημείο εμένα «Η Ζωή του Τσακ» με έχει κάνει εντελώς δικό της: ένα μεγάλο κοσμικό μυστήριο, ένας ήρωας που μοιάζει αρχικά σκοτεινά φωτεινός, μετά τον βλέπουμε, και χωρίς να κάνει τίποτα άλλο εκτός απ’ το να χορέψει, όλα γυρίζουν τούμπα, μια υπέροχη σκηνή, και όλα μοιάζουν ανοικτά και εκκρεμή προς κάθε πιθανή κατεύθυνση. Χωρίς καθόλου να σημαίνει ότι δεν βρήκα την ταινία συνολικά ικανοποιητική, πάντως κατά τη γνώμη μου βρίσκει στο χορό την κορύφωσή της και έκτοτε αρχίζει να εξασθενεί, όσο κι αν στο τρίτο της μέρος ο εντεκάχρονος Μπέντζαμιν Παρκ είναι υπέροχος.  

Από εκεί και πέρα, και τα δύο μυστήρια, κι αυτό για το τέλος του κόσμου κι εκείνο για τις διαφημίσεις για τον Τσακ θα βρουν την απάντησή τους. Αν παρόλα αυτά βγείτε από την ταινία, κι ανεξάρτητα από το πόσο σας άρεσε, δεν έχετε καταλάβει ακριβώς τι έγινε και πώς συνδέονται όλα όσα είδαμε μεταξύ τους, ας μου στείλετε ένα παρηγορητικό μήνυμα, να μην νιώθω ολομόναχος μέσα στη βλακεία μου. Γιατί εμένα χρειάστηκε να μου το εξηγήσουν. Και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, δεν ειρωνεύομαι την ταινία εδώ, εμένα ειρωνεύομαι και με εμένα ανησυχώ. 

«Η Ζωή του Τσακ» έχει δυο κεντρικά σημεία αναφοράς, τα οποία τελικά της δίνουν και την ταυτότητά της, μέσω του διαλεκτικού σχήματος θέση – αντίθεση – σύνθεση: Το κοσμικό ημερολόγιο του Καρλ Σαγκάν και το «Τραγούδι του Εαυτού» του Γουόλτ Γουίτμαν. Ο μεγάλος εκλαϊκευτής της αστροφυσικής Καρλ Σαγκάν μας εξήγησε πριν μερικές δεκαετίες το εξής: αν χωρίζαμε τον χρόνο σε 365 ημέρες, το Big Bang έγινε το πρώτο δευτερόλεπτο της 1ης Ιανουαρίου, η Γη σχηματίστηκε στις 14 Σεπτεμβρίου και όλη η ανθρώπινη Ιστορία πάνω στον πλανήτη διαδραματίζεται στα ελάχιστα τελευταία δευτερόλεπτα της 31ης Δεκεμβρίου. Αυτή είναι η σχέση μας με τον χρόνο και το σύμπαν, τόσο σκανδαλωδώς σύντομη έχει υπάρξει η παρουσία μας. 

O Γουίτμαν είναι κορυφαίος Αμερικάνος ποιητής του 19ου αιώνα, άλλοι τον γνώρισαν απευθείας από το έργο του, άλλοι από σπόντα, όταν ο καθηγητής Κίτινγκ στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών» ερχόταν να εμφυσήσει στους μαθητές του συντηρητικού ιδιωτικού σχολείου ένα πνεύμα παράφορης αγάπης για τη ζωή, προτρέποντάς τους δια των στίχων του ποιητή να ξεσπάσουν σε βάρβαρους αλαλαγμούς πάνω από τις στέγες του κόσμου, γιατί το πανίσχυρο παιχνίδι της ύπαρξης και της δημιουργίας συνεχίζεται κι εκείνοι μπορούν να συνεισφέρουν έναν στίχο (“Ι sound my barbaric yawp over the roofs of the worl”, “The powerful play goes on and you may contribute a verse”).  

«Η Ζωή του Τσακ» ξεκινάει με έναν μαθητή να διαβάζει Γουίτμαν και τη φράση “I contain multitudes”. Αργότερα στην ταινία θα δούμε και πώς ερμηνεύει ο Στίβεν Κινγκ τον στίχο, καθώς μια δασκάλα τον εξηγεί σε έναν άλλο μαθητή: μέσα στο κεφάλι μας και μέσα στο μυαλό μας βρίσκονται όλα όσα έχουμε μάθει για τον κόσμο, όλα όσα έχουμε φανταστεί, όλα όσα έχουμε θελήσει, όλα όσα έχουμε φοβηθεί, όλοι οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, όλα τα ζώα, τα φυτά, τα αντικείμενα, όλες οι ιστορίες κι όλα τα υπόγεια ρεύματά τους.

Όσο των τελευταίων δευτερολέπτων του έτους κι αν είναι η ανθρώπινη ύπαρξη, όσο μια απειροελάχιστη χρονική υποσημείωση κι αν είναι μέσα στο σύμπαν η ανθρώπινη παρουσία, αφού μέσα στο μυαλό μας υπάρχει συνείδηση και επεξεργασία και νόημα και αυτοαφήγηση για τον κόσμο, τότε υπάρχει με τον τρόπο του μέσα στο μυαλό μας και ο ίδιος ο κόσμος. Είμαστε μια κοσμική παρωνυχίδα, αλλά εμείς και μόνο εμείς λέμε ιστορίες για τον κόσμο και τις παρωνυχίδες του, κι άρα υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος εξαρτάται κι από μας.