Μια Τετάρτη, σαν όλες τις άλλες Τετάρτες, τα παιδιά του Δημοτικού του Μέιμπρουκ της Πενσιλβάνια πήγαν κανονικά στο σχολείο τους. Εκτός από τα παιδιά μιας συγκεκριμένης δασκάλας, που δίδασκε ένα τμήμα της Τρίτης τάξης. Η τάξη ήταν άδεια. Όχι εντελώς όμως. Από τους δεκαοκτώ μαθητές οι δεκαεπτά έλειπαν. Και ξέρετε γιατί; Επειδή το προηγούμενο βράδυ, ακριβώς στις 2:17, και τα δεκαεπτά παιδιά σηκώθηκαν από το κρεβάτι τους, άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού τους και άρχισαν να τρέχουν με τα χέρια ανοιχτά προς το σκοτάδι, προς το σκοτάδι το οποίο εξαφανίστηκαν, προς το σκοτάδι το οποίο σαν να τους κατάπιε. Όλα τα παιδιά έκαναν το ίδιο ακριβώς ανεξήγητο πράγμα, ακριβώς την ίδια ώρα, τρέχοντας με την ίδια ακριβώς στάση σώματος. Όλα τα παιδιά της τάξης πλην ενός.
Έτσι ξεκινάει το “Weapons”. Με την αφήγηση ενός άλλου παιδιού. Αντί να βλέπουμε μόνο τι γίνεται, μας το αφηγείται ενόσω το βλέπουμε. Και είναι πάρα πολύ πιο επιδραστικό. Έτσι ξεκινά η ταινία, έτσι ξεκινά και το τρέιλερ, έτσι διαδίδεται κι από στόμα σε στόμα. Μπορείς να το διηγηθείς σε οποιονδήποτε άλλον μέσα σε λίγες λέξεις. Και ο οποιοσδήποτε άλλος, είτε αγοράσει εισιτήριο για το σινεμά είτε όχι, σίγουρα θα ενδιαφερθεί, σίγουρα θα πιαστεί στην παγίδα να αναρωτηθεί τι έχει συμβεί στα παιδιά.

Γιατί, όπως μπορεί να αποδείξει με ακατάβλητη επιτυχία αιώνων και η αστυνομική μυθοπλασία, όταν υπάρχει ένα μυστήριο προς επίλυση, το κοινό παγιδεύεται. Δεν πρόκειται απλά για περιέργεια, έχουμε να κάνουμε με κάτι που αγγίζει τα όρια μιας υπαρξιακής ανάγκης. Πρέπει να μάθουμε τι έγινε. Ένα μυστήριο πλαστό, φτιαχτό, κάποιος το σκέφτηκε. Είναι ένα βιβλίο, μια ταινία, μια σειρά όπου στο τέλος το μυστήριο θα λυθεί (ΟΚ, εκτός κι αν μιλάμε για το “Lost” που χτίστηκε πάνω σε ένα σούπερ μυστήριο, για το οποίο όμως δεν είχαν λύση κι οι ίδιοι οι δημιουργοί του). Είναι τόσα που δεν θα καταλάβουμε ποτέ στην αληθινή ζωή και θα παραμείνουν τελικά ανεξιχνίαστα (από τον ίδιο μας τον εαυτό και το υποσυνείδητό του ως τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και το δικό τους, από υποθέσεις που σκανδάλισαν τη κοινή γνώμη ως το γιατί γενικότερα να λειτουργούν οι κοινωνίες έτσι κι όχι αλλιώς ενώ το αλλιώς θεωρητικά θα ήταν προς το κοινό καλό, μέχρι τελικά την ίδια μας την θνητή και παροδική ύπαρξη που είναι από μόνη της το μεγαλύτερο μυστήριο), ώστε εδώ τουλάχιστον έχουμε το πάνω χέρι. Εδώ στο τέλος θα μάθουμε το πώς και το γιατί, εδώ πρόκειται για ιστορίες που σκέφτηκαν άλλοι άνθρωποι, εδώ οι ερωτήσεις συνοδεύονται από απαντήσεις, εδώ ο έλεγχος ανήκει σε μας.
H τοπική κοινότητα ψάχνοντας να κατηγορήσει κάποιον, βρίσκει την εύκολη (αλλά σε ένα βαθμό και την εύλογη και προφανή) λύση: τη δασκάλα. Γιατί απ’ όλες τις τάξεις στη δική της; Θα εξακολουθούσε να είναι εντελώς περίεργο αν είχαν εξαφανιστεί παιδιά από διάφορες τάξεις, αλλά εν προκειμένω υπάρχει τουλάχιστον ένας συνδετικός κρίκος. Τι γινόταν στο μάθημά της; Τι μπορεί να ξέρει, πώς μπορεί να εμπλέκεται, πώς μπορεί να επηρέασε τα παιδιά; Θα της γράψουν “Witch” στο αυτοκίνητό της με μπογιά που δεν σβήνει, με αποτέλεσμα να αρχίσει να κυκλοφορεί στην πόλη έτσι. Tα κυνήγια μαγισσών δεν θα τελειώσουν ποτέ, ακόμα κι αν η κατηγορία είναι προφανώς μεταφορική, αφού οι κυριολεκτικές μάγισσες ανήκουν στο φολκλόρ και όχι σε μια καλή γειτονιά μιας μικρής πόλης των ΗΠΑ.



Κάθως η ιστορία κυλάει για αρκετή ώρα σπονδυλωτά, με ιστορίες ηρώων που είτε γνωρίσαμε από την αρχή, είτε τους γνωρίζουμε στην πορεία, σου δημιουργείται η αίσθηση ότι ο Ζακ Κρέγκερ άλλου είδους ταινία ήθελε να κάνει κάτα βάθος, ότι δεν μας παγίδεψε απλά για να δούμε την ταινία του, αλλά και για να μας πει διαφορετικής υφής ιστορίες. Όχι όμως, δεν μας κορόιδεψε. Απλά παίρνει εντελώς υπομονετικά το χρόνο του πριν αρχίσει να αποκαλύπτει τα χαρτιά του. Ένα τέχνασμα ή μάλλον μια αφηγηματική τακτική που είχε χρησιμοποιήσει και στο “Βarbarian”, την ταινία με την οποία πρωτοεμφανίστηκε πριν λίγα χρόνια, όταν το ακραίο σοκ ερχόταν στο μέσο της ταινίας κι εκεί που νόμιζες ότι παρακολουθείς μια ταινία τελικά παρακολουθούσες μια άλλη. Στο “Weapons” αρχικά νομίζεις ότι παρακολουθείς μια ταινία, στη συνέχεια αρχίζεις να υποπτεύεσαι ότι παρακολουθείς μια άλλη, μέχρι να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι όλη την ώρα την αρχική παρακολουθούσες και από την απόκλιση των φαινομενικά παράλληλων ιστοριών των κατοίκων της πόλης να επιστρέψει στη σύγκλιση όλων των ιστοριών προς μια συνολική εξήγηση.



Όταν φτάσουμε στο τελευταίο κεφάλαιο, τα τελευταία λεπτά του “Weapons” έχουν μια παροξυσμική δύναμη και αναίδεια, είναι λεπτά σπάνιας κινηματογραφικής ελευθερίας, βγάζουν πολλαπλώς τη γλώσσα, τρολάρουν και τον ίδιο τους τον εαυτό, τρολάρουν τους γύρω τους, ταυτόχρονα όμως όλο αυτό είναι τόσο συνολικά ισχυρό που η αίσθηση του σοκ επιστρέφει ακέραια, στο τι είναι αυτό που βλέπω τώρα, είναι δυνατόν να το βλέπω αυτό τώρα; Ευφορία, μια ευφορία κάπως ένοχη, κάπως λερωμένη. Στο μυαλό έρχεται η ευφορία που νιώθεις στον Ταραντίνο σε βίαιες σκηνές στις οποίες «κανονικά» δεν θα έπρεπε να ένιωθες (υπάρχει άλλωστε νομίζω πολύ Ταραντίνο και στο δεξιοτεχνικό ξεδίπλωμα της αφήγησης, υπάρχει και μια σκηνή βγαλμένη από το “Pulp Fiction”).
Αν είναι να καταλογίσουμε κάτι στον Κρέγκερ, δεν είναι ότι η εξήγηση που δίνει δεν μπορεί να σταθεί ρεαλιστικά. Γιατί το μυστήριο μπορεί να μπαίνει στην αρχή, ωστόσο μιλάμε για ταινία τρόμου και όχι για αστυνομικό. Ό,τι κάνει είναι εντελώς νόμιμο για το είδος του τρόμου και το σινεμά του φανταστικού. Εκεί που όντως κλέβει, είναι ότι στο σύμπαν της ταινίας του, στην πραγματικότητα της, η έρευνα για το τι έχει συμβεί θα έπρεπε να είναι πιο πλήρης. Οι κάμερες π.χ. που καταγράφουν τα παιδιά υπάρχουν όπου βολεύουν (να φεύγουν από τα σπίτια τους), αλλά μετά ξεχνάμε την ύπαρξή τους, φαίνεται δεν υπάρχουν πουθενά αλλού σε αυτή την πόλη. Πράγματα που θα έπρεπε να έχουν κινήσει την υποψία των Αρχών δεν την κινούν, ή εν πάση περιπτώσει βάζουμε μια σκηνή για να δείξουμε ότι έκαναν τη δουλειά τους και ξεγελάστηκαν πολύ εύκολα. Κυρίως, παράλληλα με την επίσημη έρευνα, ένα τέτοιο γεγονός δεν θα γινόταν να μην έχει ξεσηκώσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ όλων των ΗΠΑ (αν όχι και παγκόσμιο ενδιαφέρον), οπότε δεν γίνεται να μην είχαν πέσει όλα τα φώτα πάνω στην κοινότητα και να έλεγαν «Κάτσε κάτι τρέχει εδώ». Αυτά βέβαια έχουν όση σημασία έχουν ως ενστάσεις και αστερίσκοι. Καλό είναι να μην κλέβουν οι δημιουργοί και να προσπαθούν να φτιάχνουν συμπαγείς κατασκευές, ώστε μετά να αλωνίζουν όσο θέλουν μέσα τους. Αλλά αν αλωνίζουν τόσο εντυπωσιακά όπως ο Κρέγκερ στο “Weapons”, το επισημαίνεις, το προσπερνάς και μένεις στην ευφορία του αλωνίσματος.


Στις ταινίες τρόμου υπάρχουν δυο κατηγορίες φόβων. Οι πιο ψαγμένοι, εκεί που οι συμβολισμοί μιλούν για κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο απτό, εκεί που λες μετά ως θεατής ότι είδα μεν αυτό αλλά αντιπροσώπευε και σήμαινε και κάτι άλλο. Και οι βαθύτεροι, οι αρχέγονοι, εκείνοι που δεν ανάγονται ντε και καλά σε ένα πιο εξειδικευμένο κακό της πραγματικής ζωής, αλλά σε ένα συνολικότερο, του οποίου απλά του δίνει μορφή ο ένας ή ο άλλος μπαμπούλας. Στο “Βarbarian” ο Κρέγκερ έμοιαζε να μας δίνει πολύ περισσότερο υλικό για εξειδικευμένες αναγωγές, στο “Weapons” μοιάζει να βρίσκεται πολύ περισσότερο κοντά στη δεύτερη κατηγορία. Από την άλλη δεν γίνεται να μη δεις το ημιαυτόματο όπλο που παρουσιάζεται στον εφιάλτη ενός γονιού πάνω από ένα σπίτι. Και το φαινόμενο των μαζικών ενόπλων επιθέσεων σε δημόσιους χώρους και σχολεία είναι δυστυχώς συχνό στις ΗΠΑ, άρα υπάρχει στο μυαλό μας από πριν ένα πολύ πιο συγκεκριμένο κακό που εξαφανίζει παιδιά (και κατά τραγική σύμπτωση μόλις σήμερα είχαμε νέα θανατηφόρα επίθεση σε σχολείο στη Μινεσότα). Ωστόσο δεν ξέρω πόσο υποστηρίζεται αυτή η ερμηνευτική εκδοχή από την υπόλοιπη ταινία, δεν ξέρω αν στο 2:17 που λάμπει πάνω από το όπλο και είναι και η ώρα εξαφάνισης των παιδιών υπάρχει κάποιος άλλος συμβολισμός.

Οπότε θα μείνω σε αυτά που ξέρω. Ότι ανεξάρτητα από το τι μπορεί να απειλεί τα παιδιά, το “Weapons” μας προσφέρει πολύ έντονες εικόνες με παιδιά και μια ξεβολευτική απεικόνιση της παιδικότητας. Στην αρχή της ταινίας, όταν ακόμα δεν ξέρουμε προς τα πού πάνε, έτσι καθώς τρέχουν με τα χέρια ανοιχτά προς το σκοτάδι, είναι σαν να πηγαίνουν όχι μόνο προς κάπου επικίνδυνα, αλλά ίσως και προς κάπου απελευθερωτικά, έξω από τα όρια και τους περιορισμούς των μεγάλων. Tο τραγούδι που ακούμε ενώ τα βλέπουμε είναι το “Βeware of Darkness” του Τζορτζ Χάρισον. Θα μπορούσε ίσως να είναι και το «Παιδιά Κάτω στον Κάμπο» του Μάνου Χατζιδάκι. Όπως και να ‘χει, το σίγουρο είναι ότι αύριο δεν θα πάνε σχολείο.

