Το “Sorry, Baby” είναι χωρισμένο σε κεφάλαια, κάθε κεφάλαιο διαδραματίζεται σε διαφορετική χρονιά, δεν τα παρακολουθούμε όμως με χρονολογική σειρά, αλλά με μπρος – πίσω στον χρόνο από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Στο πρώτο η Άγκνες υποδέχεται σπίτι της ξανά τη Λίντι, παλιά της συγκάτοικο, παλιά της συμφοιτήτρια στο μεταπτυχιακό λογοτεχνίας και αγαπημένη της φίλη. Τώρα πια η Άγκνες είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο που σπούδασαν μαζί. Δεν έφυγε ποτέ από εκεί, σε αντίθεση με τη Λίντι, που ζει πια στη Νέα Υόρκη. Κάτι όμως έχει συμβεί στο παρελθόν εκεί στην Άγκνες και δεν θα αργήσει να επανέλθει στις συζητήσεις των δύο φίλων. Η Λίντι ανησυχεί για την Άγκνες, που από τη μια προήχθη εκεί, από την άλλη φοβάται μήπως έχει μείνει καθηλωμένη εκεί και στο τραυματικό γεγονός που της συνέβη, η Άγκνες τη διαβεβαιώνει ότι δεν σκέφτεται να κάνει κακό στον εαυτό της. 

Δεν το λέει μέσα στην ταινία, δεν είναι δική μου φράση, είναι μια φράση που άκουσα συμπτωματικά σήμερα: το τραύμα είναι πρώτα απ’ όλα μια έκπληξη, ένα σοκ, μια ρήξη στη συνήθη ροή της ύπαρξης. Για αυτό ακριβώς, όταν συμβεί στην Άγκνες ένα λίαν τραυματικό γεγονός, η αρχική της αντίδραση, μετά τα πρώτα σιωπηλά και μοναχικά λεπτά της απομάκρυνσης από τον τόπο που συνέβη, είναι διηγούμενη το στην Λίντι, να προσπαθήσει να το ανακαλέσει και ανασυνθέσει στη μνήμη της, να περιγράψει τι ακριβώς έγινε, πώς ακριβώς έγινε, όσο τουλάχιστον της επιτρέπει το σοκ να θυμηθεί, ό,τι τουλάχιστον της επιτρέπει η απώθηση. 

Η Άγκνες θα την ακούσει σαν φίλη, σαν άνθρωπος που την αγαπάει και νοιάζεται για αυτήν, σαν άνθρωπος. Αυτό κάνουν οι φίλοι, αυτό κάνουν οι άνθρωποι. Κι ύστερα θα έρθει η σειρά των πιο επίσημων διαδικασιών. Άλλο οι άνθρωποι, άλλο οι θεσμοί, οι προβλέψεις τους, οι κανόνες κι οι κανονισμοί. Από την άλλη, ποτέ των ποτών δεν υπάρχουν θεσμοί εντελώς αυτονομημένοι από τους ανθρώπους, από την άλλη, πάντοτε οι εκάστοτε άνθρωποι που ενσαρκώνουν τον έναν ή τον άλλο θεσμό, κάνουν διαφορά. Αλλά ακόμα κι έτσι, κάνουν διαφορά εντός κάποιων ακραίων ορίων, που περιγράφονται στον ίδιο τον θεσμικό τους ρόλο.  

Η Άγκνες κολλάει στο παράθυρό της τις Α4 σελίδες της διπλωματικής της. Λέξεις που πόνεσε, αγάπησε, ένιωσε βαθιά. Μια εργασία που απαίτησε κόπο, χρόνο, μέθοδο, μια εργασία που συμπυκνώνει ας πούμε το ποια είναι και ποια θέλει να γίνει. Η Άγκνες αγαπά αυτό που κάνει, αγαπά μέσα από αυτό που κάνει τον εαυτό της. Πάνω τους με στυλό οι σημειώσεις του καθηγητή της. Σημειώσεις το δίχως άλλο εμβριθείς. Μια άλλου τύπου επικοινωνία. Ιδεατή. Τον θαύμαζε από τότε που είχε διαβάσει το μυθιστόρημά του. Φαίνεται ότι τη θαυμάζει κι εκείνος. Όλα είναι πάνω σε αυτές τις σελίδες, οι σκέψεις του πάνω στις σκέψεις της. Ένα ιδανικό που διαρρήχθηκε για πάντα. 

Ένα μπάνιο χαμηλοτάβανο, μια μπανιέρα μικρή και στενή. Η ίδια μπανιέρα από όπου κάποτε ανακαλούσε στη Λίντι όσα έμελε να της αλλάξουν τη ζωή. Τώρα είναι εκεί ο Γκάβιν. Της ζητάει την άδεια να μπει μέσα κι αυτός μαζί της. Χωράω; Τους χωράει για ένα βράδυ. Υπάρχει μόνο ένα είδος ρομαντισμού; Υπάρχει μόνο ένα είδος ρομαντικού ονείρου; Όλα πρέπει να ανάγονται σε κάποιο ιδανικό διάρκειας; Ή μπορεί και το ιδανικό να βρίσκεται τώρα, εκεί, στη στιγμή; Στη στιγμή που ίσως είναι φτιαγμένη έτσι ώστε να αποτελέσει ξεχωριστή ανάμνηση. Αλλά αν είναι φτιαγμένη έτσι, είναι φτιαγμένη και για τους δύο; Κι αν ναι, και για τους δύο κάπως ισοβαρώς; Μήπως στον ένα από τους δύο καρφωθεί ως μια στιγμή εντελώς ιδιαίτερη και για τον άλλο με πολύ λιγότερο έντονα χρώματα; Αλλά και έτσι να είναι, πόσο σημασία έχει; Πρέπει όλα να είναι διαγωνισμός; Στον ρομαντισμό χάνει πάντα αυτός που δένεται περισσότερο, επενδύεται συναισθηματικά περισσότερο, θέλει περισσότερο, με αποτέλεσμα, αν τα πράγματα δεν πάρουν την πορεία που θέλει, να πληγωθεί και πολύ περισσότερο; Ή απλά και στον ρομαντισμό, αλλά και σε κάθε άλλη επιμέρους κατηγορία της ζωής και απόφαση της ζωής, δεν υπάρχει η εκδοχή της μόνο νίκης ή της μόνο ήττας, εκείνο που υπάρχει είναι ότι κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις; Η εκδοχή στην οποία μόνο κερδίζεις δεν είναι ζωή, δεν είναι καν όνειρο, είναι εμπορικό προϊόν για να πουληθούν τραγουδάκια, μπεστ σέλερ, λουλούδια, τούρτες με σχήμα καρδιάς. 

Η σχέση της Άγκνες με τη Λίντι, η γυναικεία φιλία. Διαβάζω σε κριτικές ότι η συγκεκριμένη μπορεί να έχει και ερωτικά στοιχεία μέσα της. Δεν είμαι τόσο σίγουρος. Αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Δεν αναιρεί το θεμελιώδες συστατικό της σχέσης τους. Υπήρξαν γενιές ανδρών, ας πούμε από τους νυν πενηντάρηδες και πάνω, που μεγάλωσαν με την ιδεολογική παπάντζα ότι οι αντρικές φιλίες είναι ισχυρότερες, πιο αγνές, ότι οι γυναικείες φιλίες είναι κατά κανόνα κάπως. Με τι βλακείες ποτιστήκαμε, Θεέ μου. 

Μια δευτερεύουσα σκηνή, μια φράση που μπορεί και να μην ειπώθηκε από την ηρωίδα καν με αυτή την πρόθεση, αλλά εμένα μου χτύπησε. Θα αφήσουν στην Άγκνες για λίγη ώρα ένα μωρό: «Απλά πρόσεξε να μην σου πέσει». Την ίδια δεν μοιάζει να την πειράζει. Ίσως δεν πειράζει και τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών. Δεν πειράζει – πειράζει εμένα. Δεν είναι αστείο. Δεν είναι κουλ. Μην της το αφήσεις καθόλου, αν φοβάσαι. Μην την καθιστάς υπόλογη και υπεύθυνη. Ενήλικος άνθρωπος είναι, υπεύθυνος είναι. Μην χρησιμοποιείς το μωρό σου ως άσκηση εξουσίας και ανωτερότητας. Το καταλαβαίνεις ή μη. Θες να το έχεις πάντα στον νου σου, πάρ’το μαζί σου στο τρελάδικο. Αλλά μην λες στον άλλο άνθρωπο να μην του πέσει. Όχι αν δεν είναι φίλος σου εκατό χρόνια. Όχι αν δεν το λες γελώντας. 

Η Έβα Βίκτορ είναι η σκηνοθέτις, η σεναριογράφος και η πρωταγωνίστρια του “Sorry, Baby”, υποδυόμενη την Άγκνες. Η Άγκνες δεν είναι ούτε ένα εμπνευστικό πρότυπο διαχείρισης του τραύματός της, ούτε ένα αξιολύπητο θύμα. Η Άγκνες προσπαθεί να διαχειριστεί ένα γεγονός που τη στιγμάτισε. Και που ακόμα κι αν δεν τη βασανίζει κάθε μέρα και ώρα, πάντως δεν έχει πάψει να τη βασανίζει χρόνια. Η Βίκτορ δεν ενδιαφέρεται να κάνει ένα μανιφέστο, δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει απλοποιημένες εκδοχές της πραγματικότητας, δεν ενδιαφέρεται να μεταφέρει σε εκδοχή μιας κινηματογραφικής ιστορίας συνθήματα και τσιτάτα. Δεν θα μας παίξει το έργο άντρες – γυναίκες, δεν θα μας παίξει το έργο γυναίκες ατσίδες – αγόρια κατσαρίδες. Η Έβα Βίκτορ παίζει με την ομάδα των ανθρώπων. Των ενηλίκων αλλά και των μωρών. Που δεν ξέρουν ακόμα τι τους περιμένει. Που δεν ξέρουν ακόμα τι λένε οι λέξεις. Που ακούνε μόνο ήχους. Που άρα υπό μία έννοια μπορείς να τους μιλήσεις και όσο πιο ελεύθερα γίνεται. Ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνουν τι τους λες, καλό θα ήταν να το ξέρουν: πως εδώ που ήρθαν, σε αυτόν τον κόσμο και σε αυτήν τη ζωή, τα πράγματα θα εξελιχθούν και περίεργα. Και ενίοτε και κακά. Αλλά ακόμα και το κακό αντιμετωπίζεται όταν έχεις δίπλα σου άλλους, πρόθυμους να σου σταθούν. 

Ποια είναι όμως η γραμμή του καλού και του κακού; Μην ρισκάρεις να βλάψεις τον άλλο άνθρωπο, ό,τι κι αν εκείνη την ώρα εσύ θες. Ναι, εντάξει, υπάρχουν κι εδώ θεωρίες, τσιτάτα, ίσως και επιστημονικώς αποδεδειγμένες θέσεις, πως όταν γίνεται όλο αυτό δεν γίνεται επειδή επιθυμείς τον άλλο σεξουαλικά, γίνεται ακριβώς επειδή θέλεις να βλάψεις τον άλλο, να του επιβληθείς, να κυριαρχήσεις επάνω του. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις φορές που δεν είναι αυτή η περίπτωση. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τις φορές που δεν θες να κάνεις στα αλήθεια κακό στον άλλο. Μην ρισκάρεις να του κάνεις κακό. Μην ρισκάρεις να του κάνεις κάτι που δεν θέλει. Μην το θελήσεις αυτό. Θέλε μόνο αν το θέλει, όντας σίγουρος ότι το θέλει. Μην ρισκάρεις το ενδεχόμενο να μην το θέλει. Ανάμεσα σε αυτό που θα πάθεις εσύ εκείνη την ώρα αν δεν πάρεις αυτό που επιθυμείς και σε εκείνο που θα πάθει ο άλλος άνθρωπος αν του κάνεις κάτι που δεν θέλει, δεν μπορεί να υπάρξει καν σύγκριση. 

Η Έβα Βίκτορ μας συστήνεται ως μια δημιουργός με ένστικτο του τι είναι σημαντικό και τι όχι. Και είναι η ευστοχία των επιλογών της, η ακρίβειά τους, ότι βρίσκει κέντρο, αυτή που κάνει το “Sorry, Baby” να ξεχωρίζει. Θα μπορούσαμε να έχουμε μια ψεύτικη ταινία, μια εύκολη ταινία, μια δήθεν ταινία (μια ταινία που δεν θα ήξερε και η ίδια ότι είναι ψεύτικη, γιατί βασικό γνώρισμα της ψευτιάς είναι ότι ο εκάστοτε δημιουργός σπανιότατα έχει επίγνωσή της), μια ταινία που θα έπαιρνε πέντε ακλόνητα ηθικά, εμπνευστικά και καταγγελτικά διδάγματα, προσπαθώντας να τα περάσει μέσα σε μια ιστορία. Και πολύ πιθανό να είχε και μεγάλη ανταπόκριση. Δεν ξέρω αν θα ήταν μεγαλύτερη ή μικρότερη απ’ αυτήν που έχει τώρα. Noμίζω όμως ότι αν συναντηθείς ξανά με το “Sorry, Baby” μετά από πολλά χρόνια, δύσκολα θα πεις ότι φτιάχτηκε προκειμένου να αντανακλάσει και να αναμεταδώσει με τρόπο διδακτικό τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του.