Πριν από 200 χρόνια μία από τις πιο σημαντικές ποιήτριες της βικτωριανής εποχής η Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ που υπέφερε από φυματίωση από την οποία μάλλον προσβλήθηκε στην εφηβεία της, αναγκάστησε να εγκαταλείψει το σπίτι της και να απομονωθεί λόγω της νόσου στο Ντέβον της Αγγλίας. Από τον καιρό της απομόνωσή της προέρχεται μια επιστολή που γράφτηκε το 1839 και περιγράφει στoν ξάδελφό της την απογοήτευσή της και τη μοναξιά της καραντίνας της εποχής.

Η ποιήτρια θρηνούσε τη μοναξιά της απομόνωσης, και η επιστολή αυτή βγαίνει σε δημοπρασία στον οίκο Bonhams του Λονδίνου, στις 17 Δεκεμβρίου. Η Μπάρετ όταν αρρώστησε αναγκάστηκε να αφήσει το Λονδίνο, στο οποίο είχε επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας της για το παραθαλάσσιο Τόρκεϊ στο Ντέβον.

Η επιστολή γράφτηκε στις 10 Ιουνίου 1839 και ανάμεσα σε άλλα γράφει ότι της ήταν απαγορευμένο ακόμα και να δεχθεί κάποιον επισκέπτη. Γράφει ότι λαχταρά να επιστρέψει στο Λονδίνο και γράφει για την οικογένειά της «Δεν πίστευα ότι αγαπούσα τον αγαπημένο μου μπαμπά, και όλους τους, μέχρι που τους εγκατέλειψα».

Η Μπάρετ λαχταρούσε να γυρίσει στο Λονδίνο, στο σπίτι της, όπως έγραφε, στην οδό Wimpole, αλλά στα χρόνια που ήταν στο Ντέβον, πέθαναν εν τω μεταξύ τα δυο αδέρφια της, κάτι που τη βύθισε σε μεγάλη θλίψη. Στην απομόνωσή της έμεινε τελικά τέσσερα χρόνια και εκεί έγραψε δυο από τα πιο διάσημα ποιήματά της το De Profundis και το Grief. Τα συμπτώματα της αρρώστιάς της ήταν αιμοπτύσεις, προβλήματα στην καρδιά, πυρετός, λιποθυμίες και αϋπνία.

Την επιστολή την απευθύνει στον αγαπημένο της ξάδερφο και φίλο John Kenyon στον οποίο αφιέρωσε το ποίημα Aurora Leigh, και ήταν αυτός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη συνάντηση με τον άντρα που θα γίνει σύζυγός της το 1846, τον ποιητή Ρόμπερτ Μπράουνινγκ – για τον οποίο έγραψε το διάσημο της Σονέτο 43 της, το οποίο αρχίζει με τη φράση «Πώς σ’ αγαπώ; Άσε με να μετρήσω τους τρόπους».  Είναι μια επιστολή που πέρα από τη μεγάλη λογοτεχνική έχει και συναισθηματική αξία αφού μιλά για την καραντίνα, την απομόνωση και τα αισθήματα που γεννά.

Όσο για την Ελιζαμπεθ Μπάρετ,  όταν επέστρεψε στο Λονδίνο γνώρισε τον ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Ρόμπερτ Μπράουνινγκ. Ο πατέρας της προέβαλλε αντιρρήσεις για τον γάμο τους, κυρίως λόγω της κατάστασης της υγείας της. Έτσι, παντρεύτηκαν κρυφά και αναχώρησαν για την Ιταλία, όπου και παρέμειναν για πολλά χρόνια, σχεδόν μέχρι τον θάνατό της. Εγκαταστάθηκαν στη Φλωρεντία, όπου η Ελίζαμπεθ έγραψε το Casa Guidi Windows (1851)— που από πολλούς θεωρείται το καλύτερο έργο της, το οποίο είναι επηρεασμένο από τον απελευθερωτικό αγώνα της Τοσκάνης.

Το πιο μακροσκελές και ίσως πιο δημοφιλές ποίημά της Aurora Leigh, δημοσιεύθηκε το 1856. Το 1850 είχε δημοσιευθεί το The Sonnets from the Portuguese— που εξιστορούσε τη δική της ερωτική ιστορία με τον σύζυγό της. Το 1860 εμφανίστηκε μια συλλογή ποιημάτων, υπό τον τίτλο Poems before Congress. Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε και πάλι. Πέθανε στις 29 Ιουνίου 1861. Ο τάφος της βρίσκεται στη Φλωρεντία, στο Βρετανικό Κοιμητήριο.