Υπάρχουν αθλήματα στα οποία η δυνατότητα διάκρισης, η δυνατότητα σταδιακής ανόδου στο υψηλότερο επίπεδο, είναι πολύ πιο εντός ή εκτός εισαγωγικών δημοκρατική, πολύ πιο ανοιχτή σε όλους. Το ποδόσφαιρο είναι σίγουρα ένα από αυτά, το μπάσκετ είναι επίσης μάλλον ένα (με τη διαφορά ότι σε αντίθεση με το ποδόσφαιρο η σωματική διάπλαση και βασικά το ύψος παίζουν κυρίαρχο ρόλο), ο κλασικός αθλητισμός και η κολύμβηση θα μπορούσαν επίσης να είναι δύο παραδείγματα από τον μη ομαδικό αθλητισμό.
Υπάρχουν όμως και αθλήματα όπως το τένις, που είναι διαμορφωμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε το ψήσιμο ενός μελλοντικού αθλητή αξιώσεων να απαιτεί διαρκή συμμετοχή σε μεγάλα τουρνουά, να απαιτεί έτσι δυσθεώρητα έξοδα, τα οποία είναι πολύ δύσκολο ως και απαγορευτικό να υποστηριχθούν, αν δεν υπάρχει από πίσω η ανάλογη οικογενειακή οικονομική δυνατότητα. Μάλιστα πολλές φορές χρειάζεται η οικογένειά σου να συνδυάζει την οικονομική δυνατότητα με την τεχνογνωσία, την προϊστορία στο σπορ κ.τ.λ. Στον μηχανοκίνητο αθλητισμό οι οδηγοί που φιλοδοξούν μια μέρα να γίνουν πιλότοι της φόρμουλα είναι επίσης ένα και μάλλον ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η ιστορία λοιπόν των αδελφών Γουίλιαμς, της Σερίνα (αλλά εφεξής στο κείμενο Σερένα) και της Βίνας (αλλά εφεξής στο κείμενο Βένους), που κυριάρχησαν στο γυναικείο τένις από τα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα και εντεύθεν, με 30 κατακτήσεις γκραντ σλαμ στα μονά (23 η Σερένα και 7 η Βένους), 14 στα διπλά ως ζευγάρι, ένα κι ένα χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στα μονά και άλλα τρία στο διπλό, που θα ήταν και μόνο από πλευράς επιτευγμάτων εντυπωσιακή, γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή επειδή το φράγμα που είχαν να ξεπεράσουν ήταν πολλαπλό: ταξικό και μαζί φυλετικό (φυλετικό για ταξικούς κατά βάση λόγους). Το τένις πριν από αυτές, αλλά σε μεγάλο βαθμό και μετά από αυτές, παραμένει ένα λευκό άθλημα.
Και η απίστευτη -κι όμως αληθινή;- ιστορία που παρακολουθούμε στη «Μέθοδο των Γουίλιαμς», είναι ότι ο πατέρας τους που ζούσε σε υποβαθμισμένη γειτονιά του Λος Άντζελες, είδε μια μέρα πόσα βγάζουν οι τενίστριες και αποφάσισε τα εξής: να κάνει δυο κόρες και να τις κάνει παγκόσμιες πρωταθλήτριες, καταστρώνοντας και εφαρμόζοντας μάλιστα προς τον σκοπό αυτόν ένα σχέδιο 78 σελίδων. Παραμυθατζής και φαφλατάς; Ο καθένας θα έλεγε αμέσως, μα ναι, μα πώς αλλιώς;
Κι όμως. Μιλούν τελικά τα αποτελέσματα. Είτε του τύπου του έκατσε το πιο μεγάλο λαχείο είτε όχι, το γεγονός παραμένει ότι έβαλε τα κορίτσια του από την πιο νεαρή ηλικία στο τένις και κατάφερε να διασφαλίσει τις συνθήκες, ώστε να προπονηθούν από τους τοπ στον χώρο και υπό τις ιδανικές συνθήκες που θα επέτρεπαν στο ταλέντο τους να ανθίσει. Και κάπως έτσι το όραμά του επαληθεύτηκε και από γραφικός μετατράπηκε σε οραματιστή.
Ας προσπαθήσουμε να το εξορθολογίσουμε κάπου στη μέση: είτε ο άνθρωπος αυτός παραληρούσε είτε όχι, όταν άρχισε να προπονεί τις κόρες του, μπόρεσε να διακρίνει ένα αυθεντικό ταλέντο. Το πίστεψε, το έδειξε στους ειδικούς και έκανε τα πάντα για να αρθούν όλα τα ταξικά και φυλετικά εμπόδια, έκανε τα πάντα ώστε να πάρει τα παιδιά του από το γκέτο και να τους επιτρέψει να προετοιμαστούν απερίσπαστα για να γίνουν αυτό που μια μέρα έγιναν.
Καθώς βλέπεις την ταινία δεν μπορείς παρά να σκεφτείς ότι η ιστορία των αδελφών Γουίλιαμς είναι σαν ένα κράμα των ιστοριών των δυο μεγαλύτερων συγχρόνων Ελλήνων πρωταθλητών, ένας εκ των οποίων μάλιστα έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του στο πάνθεον της ιστορίας του αθλήματός του, δηλαδή του Γιάννη Αντετοκούνμπο και του Στέφανου Τσιτσιπά. Ο Τσιτσιπάς έρχεται στον νου εκ των πραγμάτων, λόγω φυσικά του αθλήματος. Αλλά και για έναν ακόμα λόγο. Για τον καθοριστικότατο ρόλο που είχε και η δική του οικογένεια στην ανάδειξή του, για την πολύ στενή σχέση που είχε και έχει ακόμα με την οικογένειά του, ακόμη και για το γεγονός ότι και ο μικρός του αδελφός προσπαθεί να ακολουθήσει τα χνάρια του.
Υπάρχει επίσης στην εξέλιξη της ταινίας ένας λιγότερο κολακευτικός, αλλά πάντως αρκετά χαρακτηριστικός λόγος, για να μας τον φέρει στο μυαλό: σε μια σκηνή, η μόλις δεκατετράχρονη τότε Βένους αντιμετωπίζει στο πρώτο της επαγγελματικό τουρνουά το νούμερο 1 εκείνη την εποχή στον κόσμο, την Ισπανίδα Αράντσα Σάντσεθ Βικάριο. Η Βικάριο τα βρίσκει σκούρα και καταφεύγει σε δεκάλεπτο toilet break. Οι θεατές ρωτάνε αν αυτό επιτρέπεται, «Η Μέθοδος των Γουίλιαμς» καταγράφει σκανδαλισμένη την προσωρινή διακοπή του αγώνα από την Βικάριο.
Όσο για τον Αντετοκούνμπο, σε μεγάλο μέρος της ταινίας παρακολουθούμε τον πατέρα να οδηγεί το βανάκι του και μέσα να βρίσκονται πέντε κορίτσια, πέντε αδέλφια, δύο εκ των οποίων έμελλε να φτάσουν στην κορυφή του αθλήματός τους. Ο νους πηγαίνει στα αδέλφια Αντετοκούνμπο και το δικό τους δρόμο προς την κορυφή. Κι όπως ακόμη και σήμερα οι αδελφές Γουίλιαμς παραμένουν πολύ στενά δεμένες μεταξύ τους, το ίδιο συμβαίνει και με τα αδέλφια Αντετοκούνμπο. Και η μια οικογένεια και η άλλη είχαν να αντιπαλέψουν μεγάλες δυσκολίες, αλλά αν μη τι άλλο το άθλημα, στο οποίο διαπρέπει ο Γιάννης και ακολουθούν με διόλου αμελητέα αποτελέσματα ο Θανάσης, ο Κώστας και ο Άλεξ είναι εδώ και πολλές δεκαετίες φιλικό και ανοικτό για μαύρους αθλητές, είναι εδώ και πολλές δεκαετίες φιλικό και ανοικτό για μη προνομιούχους ταξικά αθλητές που μπορούν να βρουν μέσα από αυτό ένα δρόμο όχι μόνο για την αθλητική καταξίωση, αλλά και για τη διαφυγή από τη φτώχεια. Ειδικά δε στην περίπτωση της οικογένειας Αντετοκούνμπο ήταν και ένας δρόμος για την αναγνώριση και την απόδοση από την ελληνική πολιτεία και της ελληνικής ιθαγένειας, λες και παιδιά που έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην Ελλάδα μπορούν να μην λογίζονται ούτως ή άλλως ως Έλληνες.
Υπαινίχθηκα ήδη μια απορία που εδράζεται όμως έξω από αυτά καθαυτά τα τεκταινόμενα στην ταινία (κατά πόσον δηλαδή είναι δυνατό όχι απλά να ξεπερνάς τα εμπόδια, αλλά να φτάνεις και στην κορυφή του αθλήματός σου, να φτάνεις μάλιστα όπως η Σερένα να γίνεσαι η καλύτερη στην ιστορία του, μόνο με οραματικό σχεδιασμό και σκληρή δουλειά, χωρίς τον καθοριστικό συνδιαμορφωτικό παράγοντα αυτού του άυλου, άπιαστου και απρογραμμάτιστου πράγματος που λέγεται ταλέντο, κατά πόσον δηλαδή μπορεί να προγραμματιστεί εκ των προτέρων και να προφητευτεί ένα τέτοιο ταλέντο ή αν ο πατέρας Γουίλιαμς ήταν ένας Μετά Χριστόν προφήτης).
Η δεύτερη απορία για τον πατέρα Γουίλιαμς προκύπτει από τα τεκταινόμενα στην ταινία. Στο πρώτο μέρος της λοιπόν παρακολουθούμε τον πατέρα να λέει και να ξαναλέει ότι με τη σκληρή προπόνηση, την πίεση, την πειθαρχία, την αφοσίωση θα κρατήσει τα παιδιά του έξω από το γκέτο και θα τα κάνει πρωταθλήτριες, στο δεύτερο όμως, όταν χάρη στις προσπάθειές του το ταλέντο των κοριτσιών αναγνωρίζεται, τότε αλλάζει τροπάρι και λέει ώπα κάπου, δεν είναι τα πάντα τένις, κι απαιτεί τα παιδιά του να συνεχίσουν να ζουν σαν παιδιά αντί να τρέχουν στα τουρνουά τζούνιορς.
Εν πάση περιπτώσει, είτε αντίφαση το πει κανείς αυτό, είτε του το πιστώσει ως θετικό, γιατί έχει προλάβει στο μεταξύ να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες ζωής για τα παιδιά του, το γεγονός είναι ότι η ταινία, δείχνοντας και ως αντιπαράδειγμα τενίστριας που κάηκε σε νεαρή ηλικία την Τζένιφερ Καπριάτι (η Καπριάτι στην πραγματικότητα επανήλθε δριμύτερη μετά το παροδικό κάψιμό της), καταφέρνει να συντονιστεί με ένα ζήτημα που και πριν ελάχιστες μέρες απασχόλησε την κοινή γνώμη: στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς η δεκαπεντάχρονη καλλιτεχνική πατινέρ Καμίλα Βαλίεβα πρώτα αφήνει έκθαμβο τον κόσμο με τις επιδόσεις της και το τετραπλό της άξελ, μετά μπλέκεται το όνομά της σε ιστορία ντόπινγκ, στην επόμενη εμφάνισή της λίγες μέρες μετά, επηρεασμένη πιθανότατα κι από όλο αυτό το ρόλερ κόστερ των συναισθημάτων και της πίεσης, πέφτει και ξαναπέφτει κατά την εκτέλεση του προγράμματός της, η προπονήτριά της την επιπλήττει, γιατί εγκατέλειψε την προσπάθεια, κατακραυγή σηκώνεται εναντίον της προπονήτριας.
Το ερώτημα δηλαδή αν αξίζει να θυσιάσεις μεγάλο μέρος της παιδικής σου ηλικίας για τον πρωταθλητισμό αναδεικνύεται σε λίαν επίκαιρο. Αφού πρώτα δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να κάνω λίγο κρύο ως μάλλον παγωμένο χιούμορ, με μια επίσης είδηση των ημερών για μία από τις πιο παράδοξες θυσίες του πρωταθλητισμού, ας κάνω μια σύντομη αναφορά σε έναν ακόμα κορυφαίο Έλληνα πρωταθλητή,τον Μίλτο Τεντόγλου, ο οποίος με τη στάση του και τις δηλώσεις του μοιάζει να αποτελεί ένα άλλου είδος πρότυπο πρωταθλητή πολύ πιο χαλαρό (ως ψυχική διάθεση έστω) και λιγότερο οσιομαρτυρικό, και ας πω ότι προσωπικά θεωρώ ότι αν κάθε παιδί είχε τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο να γίνει κορυφαίο σε ένα άθλημα και στο να στερηθεί τμήματα της κανονικής παιδικής του ηλικίας, μάλλον η μεγάλη πλειοψηφία θα επέλεγε το πρώτο. Οπότε το θέμα βρίσκεται ίσως αλλού: ότι για κάθε έναν και κάθε μία που θα υποστεί τις θυσίες του πρωταθλητισμού και θα φτάσει στην κορυφή, αντιστοιχούν εκατό και χίλια άλλα παιδιά που και τις θυσίες θα υποστούν και τις αντίστοιχες ανταμοιβές δεν θα γευτούν. Ακόμα κι έτσι όμως, ακόμα και για όσους απέτυχαν, προσωπικά δεν θεωρώ ότι έχουμε να κάνουμε εξ ορισμού με μια παιδική ηλικία που ξοδεύτηκε με λάθος τρόπο.
Όπως είναι μάλλον σαφές για όσους έχουν κατορθώσει να φτάσουν ως αυτό το σημείο του κειμένου, έχω μιλήσει για τα πάντα εκτός από την ίδια την ταινία. Ναι, δεν μου βγάζει να πω κάτι ιδιαίτερο. Βλέπεται. Ως εκεί. Ας κλείσω με δυο σκηνές από την τηλεοπτική συσκευή της οικογένειας Γουίλιαμς. Στη μια παρακολουθούμε τον βάναυσο ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ. Ο πατέρας Γουίλιαμς σχολιάζει πικραμένος κάτι κατά του ρατσισμού.
Στην άλλη ο πατέρας έχει συγκεντρώσει την οικογένεια στο σαλόνι για να δουν τη «Σταχτοπούτα». Στο τέλος της, ο πατέρας χειροκροτεί. Στο τέλος της «Μεθόδου των Γουίλιαμς» τα κορίτσια του θα αποθεωθούν. Τα παραμύθια είναι φτιαγμένα για να έχουν χάπι εντ. Βγαλμένη από παραμύθι, η αληθινή πάντως ιστορία της Βένους και της Σερένα Γουίλιαμς (με μια δυσανάλογη σε σχέση με το μελλοντικό τους εκτόπισμα επικέντρωση στην Βένους), είναι η ιστορία δυο Σταχτοπουτών που γλίτωσαν από την τύχη όχι μόνο των Ρόντνεϊ Κινγκ αλλά και των Τζένιφερ Καπριάτι αυτού του κόσμου.








