Στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, εκεί όπου η φωνή σμίγει με το τοπίο και το τραγούδι γίνεται σχεδόν αρχέγονο, η Μαρία Φαραντούρη ετοιμάζεται να ανέβει στη σκηνή για να τιμήσει, τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη. Μια βραδιά που θα ρίξει φως και σε λιγότερο ακουσμένους κύκλους του τελευταίου δημιουργικού λυρικού του βίου: την Οδύσσεια σε ποίηση Κώστα Καρτελιά (2006), καθώς επίσης και από τους κύκλους Τα Λυρικά σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη (1976) και Η Βεατρίκη στην Οδό Μηδέν σε ποίηση Διονύση Καρατζά (1994). Με συνοδεία μιας μικρής, αλλά εξαιρετικής ορχήστρας, η Μαρία Φαραντούρη και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος θα ζωντανέψουν έναν πιο στοχαστικό, πιο ποιητικό Μίκη Θεοδωράκη.
«Το τραγούδι σ’ αυτόν τον χώρο», μοιράζεται η Μαρία Φαραντούρη, «έχει πάντα κάτι ξεχωριστό και τούτη τη φορά, η συνύπαρξη με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο, έναν ερμηνευτή σπάνιας ευαισθησίας και φωνητικής ποιότητας, κάνει τη βραδιά ακόμη πιο σπουδαία».
Η ποίηση υπήρξε πάντα το θεμέλιο του έργου του Θεοδωράκη: «Ήθελε ο λαός να μάθει την ποίηση. Την έφερε στο στόμα του απλού ανθρώπου. Ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Λειβαδίτης – έγιναν τραγούδια που τα έμαθαν όλοι. Αυτό ήταν για εκείνον ιερό καθήκον. Ένωσε την ποίηση με τη μουσική και γέννησε κάτι τρίτο: το έντεχνο τραγούδι».
Η Μαρία Φαραντούρη ανατρέχει στην εποχή που ξεκίνησαν όλα. Ήταν θυμάται 16 ετών κορίτσι όταν τον γνώρισε. Θυμάται ακόμα τις πρώτες πρόβες. Τη φόρτιση, τη δύναμη που μετέδιδε: «Ήταν αρχές του ’60. Ο Μίκης είχε επιστρέψει από το εξωτερικό, επηρεασμένος κι από τον φίλο του, τον Μάνο Χατζιδάκι, που είχε ήδη χαράξει πορεία. Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε ένα νέο πολιτιστικό κίνημα. Ήμασταν όλοι εκεί: ο Μάνος Λοΐζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Δήμος Μούτσης, ο Θάνος Μικρούτσικος. Η Ελλάδα, έπειτα από τη σιωπή του ’50, ζητούσε τη δική της φωνή. Και την βρήκε στην ποίηση και στο τραγούδι. Ήθελε να φέρει την ποίηση στον λαό», λέει η Μαρία Φαραντούρη.

Για τη σπουδαία ερμηνεύτρια, αυτή η εποχή ήταν μυθική. «Ήταν δάσκαλος μεγάλος – ποτέ αυστηρός με τον σκληρό τρόπο, μα πάντα απαιτητικός με ψυχή. Αυτό που μου χάρισε ήταν ένα ολόκληρο ταξίδι ζωής. Μου φώτισε την ύπαρξη. Δεν ήταν απλώς πατρική μορφή. Ήταν σχεδόν θεϊκή. Τον νιώθω δίπλα μου όταν τραγουδάω. Είναι σαν να απλώνει φτερά πάνω μου. Παρότι έχω ερμηνεύσει πολλά έργα, Έλληνες και ξένους, από Beatles μέχρι Τζον Ουίλιαμς, πάντα επιστρέφω στην αρχή. Η φωνή μου έχει δεθεί με εκείνον».
Δεν είναι όμως μόνο η ποίηση και η μουσική που συνενώθηκαν στο έργο του Θεοδωράκη. Υπήρχε και κάτι ακόμη πιο βαθύ, πιο ριζωμένο: η πολιτική. Όχι ως κομματική έκφραση, αλλά ως πράξη ευθύνης. Για τον Θεοδωράκη, η πολιτική και ο πολιτισμός ήταν ένα σώμα, μια ανάσα. «Ο Μίκης ήταν μοναδική περίπτωση. Πολιτικός και καλλιτέχνης μαζί. Είχε βαθιά αίσθηση χρέους απέναντι στην πατρίδα του και πίστη πως ο πολιτισμός μπορεί να μας αλλάξει. Στην Κούβα, ο ίδιος ο Φιντέλ Κάστρο τον αποκάλεσε “επαναστάτη μουσικό”».
Στο ερώτημα αν μπορεί ποτέ να υπάρξει άλλος σαν αυτόν, σιωπά για λίγο και μας απαντά: «Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει. Σήμερα όλα αλλάζουν: η τεχνολογία, η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης. Μα πιστεύω πως ακόμη και οι νέοι συνθέτες, αν γνωρίζουν τις ρίζες, μπορούν να δημιουργήσουν μεγάλα έργα. Η ελληνική μουσική παράδοση είναι τεράστια. Κάθε τόπος έχει τη δική του φωνή. Η Ήπειρος, τα νησιά, η Θράκη, τα Ιόνια, η Μικρά Ασία, είναι όλα θησαυροί. Μου το λένε και ξένοι καλλιτέχνες, όπως ο σπουδαίος σαξοφωνίστας Τσαρλς Λόιντ, με τον οποίο συνεργαστήκαμε, πόσο πλούσια είναι η ελληνική μουσική ψυχή».


Και καταλήγει με αυτό που μοιάζει να τα συνοψίζει όλα: «Το αίσθημα που είχαμε τότε ήταν πως η ποίηση τραγουδιόταν παντού. Οι νέοι, ο κόσμος, όλοι την κουβαλούσαν. Τότε υπήρχε ο μύθος, η μαγεία. Μια φαντασία που μπορούσε να σε πάρει και να σε σηκώσει πάνω από τη δύσκολη πραγματικότητα. Και αυτό ήταν το μεγαλείο του τραγουδιού εκείνης της εποχής». Η βραδιά αυτή θα είναι ένα μικρό προσκύνημα στη δύναμη της μουσικής να μεταμορφώνει τον στίχο σε φλόγα.
