29 Ιανουαρίου του 2024. To συντονιστικό κέντρο των διασωστών της Παλαιστινιακής Ερυθράς Ημισελήνου (του αντίστοιχου δηλαδή τμήματος του Ερυθρού Σταυρού) που εδράζει στη Ραμάλα δέχεται ένα τηλεφώνημα. Μια οικογένεια που προσπαθούσε να διαφύγει με το αυτοκίνητό της από μια περιοχή της Γάζας έχει πάψει να δίνει σημεία ζωής. Ένας συγγενής τους που ανησυχεί δίνει τα τηλέφωνα των επιβαινόντων. Στην άλλη άκρη της γραμμής ένα κορίτσι. Όσο μιλάει ακούγονται πυροβολισμοί. Σταματάει να ακούγεται. Λίγο μετά σηκώνει το τηλέφωνο ένα άλλο, μικρότερο, κορίτσι. Είναι η εξάχρονη Χιντ Ρατζάμπ, που τη φωνάζουν Χανούντ. Βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα αυτοκίνητο γαζωμένο από τις σφαίρες ενός ισραηλινού τανκ, ανάμεσα σε έξι πτώματα. Ο θείος της, η θεία της, οι τέσσερις ξαδέλφες της.
Το κοντινότερο διαθέσιμο νοσοκομειακό απέχει οκτώ λεπτά. Θεωρητικά σε οκτώ λεπτά θα μπορούσε να είναι εκεί, να τη βγάλει απ’ το αυτοκίνητο, να τη σώσει. Αλλά η περιοχή κάθε άλλο παρά ασφαλής είναι. Και έχουν ήδη χάσει τη ζωή τους από τον Ισραηλινό στρατό ουκ ολίγοι διασώστες εν ώρα καθήκοντος. Οπότε θα πρέπει να ακολουθηθούν γραφειοκρατικές διαδικασίες και να τηρηθούν ευλαβικά πρωτόκολλα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το νοσοκομειακό θα έχει εξασφαλίσει μια ασφαλή διάβαση. Διαδικασίες όμως που παίρνουν χρόνο, απαιτούν μεσάζοντες επί μεσαζόντων, καθώς απευθείας επικοινωνία με τον ισραηλινό στρατό δεν υπάρχει. Παίρνουν χρόνο που είναι λίαν αμφίβολο αν υπάρχει, καθώς πέραν του κυριολεκτικά αδιανόητου εφιάλτη που βιώνει η Χανούντ, κάθε στιγμή θα μπορούσε να είναι η τελευταία της, όπως ήταν άλλωστε νωρίτερα και των υπολοίπων έξι στο ίδιο αυτοκίνητο.


Σε μια προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος δια της κατακραυγής, βγαίνουν στα σόσιαλ και στα ΜΜΕ κάποια μικρά ηχητικά με τις συνομιλίες του κοριτσιού με τις διασώστες. Η Τυνήσια σκηνοθέτιδα Κάουτερ Μπεν Χάνια τα ακούει και αποφασίζει να μετατρέψει το γεγονός σε ταινία, αναπαριστώντας με ηθοποιούς όσα λαμβάνουν χώρα στα γραφεία του συντονιστικού κέντρου και χρησιμοποιώντας τις ηχογραφήσεις για να ακούμε την πραγματική φωνή του κοριτσιού, το οποίο ακούμε να λέει προς τους ηθοποιούς όσα όντως έλεγε προς τους διασώστες. Αποτέλεσμα είναι το docudrama «H Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ», με πρεμιέρα στη Βενετία, όπου κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής, είναι η επίσημη πρόταση της Τυνησίας για Όσκαρ Διεθνούς Ταινίας, ενώ προχθές ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά της για Χρυσή Σφαίρα στην ίδια κατηγορία, έχοντας υποστηρικτές – εκτελεστικούς παραγωγούς ονόματα όπως ο Μπραντ Πιτ, η Ρούνι Μάρα, o Χοακίν Φίνιξ, ο Αλφόνσο Κουαρόν, ο εβραϊκής καταγωγής Τζόναθαν Γκλέιζερ.
Θα πάνε λοιπόν τελικά οι διασώστες ή δεν θα σταλούν ποτέ; Θα πάνε παρακάμπτοντας τα πρωτόκολλα ή ακολουθώντας τα; Θα πάνε αλλά μήπως θα είναι ήδη αργά; Ή θα υπάρξει αυτό το απειροελάχιστο χάπι εντ, με το να σωθεί έστω το κοριτσάκι μέσα σε όλον αυτόν τον όλεθρο; Υπάρχει άραγε το οποιοδήποτε νόημα στο να μην αποκαλύπτουμε το τέλος και να συζητάμε για σπόιλερ σε μια τέτοια ταινία; Το μεγαλύτερο σπόιλερ δεν είναι oι ίδιοι οι γενικοί αριθμοί της σφαγής στη Γάζα; Κοντά στους 70.000 νεκρούς, ανάμεσά τους 18.500 παιδιά, πάνω από το ¼ του συνολικού αριθμού των θυμάτων. Ή αν τα νούμερα μπορούν να αμφισβητηθούν ως προς την απόλυτη ακρίβειά τους, όπως και οι όροι (να την πούμε γενοκτονία ή μήπως δεν είναι τόσο σωστό;), ένα αναμφισβήτητο σπόιλερ είναι ότι στη Γάζα έχασαν τη ζωή τους πάρα, μα πάρα, μα πάρα, μα πάρα, μα πάρα, μα πάρα πολλά παιδιά. Είμαστε ΟΚ με αυτό ως ανθρωπότητα; Εκ του αποτελέσματος προφανώς και είμαστε.

Εν πάση όμως περιπτώσει, ως προς τη «Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ» τίθεται ένα συνολικότερο ερώτημα: πώς να αντιμετωπίσουμε μια τέτοια ταινία; Με τι όρους; Πριν απ’ όλα πρέπει να τοποθετηθούμε κάπως απέναντι στην ηθική της στάση της, στη συνθήκη που δημιουργεί, στη συνθήκη πάνω στην οποία χτίζεται, στη συνθήκη στην οποία μας καλεί να γίνουμε συνένοχοι: στο να ακούμε την ίδια τη φωνή ενός εξάχρονου κοριτσιού, στο να χτίζουμε το δράμα πάνω στην ίδια της τη φωνή, στο να παίζει ουσιαστικά στην ταινία η φωνή της, στο να πρωταγωνιστεί. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ντοκιμαντέρ, αλλά ούτε έχουμε να κάνουμε και με μια σκέτη δραματοποιημένη αναπαράσταση και ανασύσταση των όσων συνέβησαν. Οργανικό κομμάτι της ταινίας, η ίδια η καρδιά της, είναι η φωνή της Χανούντ. Κι εδώ που τα λέμε και βασικό της εύρημα, βασικό διαφοροποιητικό της συστατικό, καταλύτης στο να έχει την απήχηση που έχει και τον συναισθηματικό αντίκτυπο που έχει. Υπό μια οπτική γωνία οι ενήλικοι πρώτα έκαναν στη Χανούντ ό,τι έκαναν στο αυτοκίνητο και ύστερα πήραν τη φωνή της και την έβαλαν να την ακούμε σε μια ταινία που πάει για πολλά βραβεία στη δημιουργό της.
Κι εμείς ως καταναλωτές οπτικοακουστικών θεαμάτων, προϊόντων τέχνης και πολιτικής ευαισθησίας πηγαίνουμε κινηματογράφο, πληρώνουμε εισιτήριο, καταναλώνουμε θέαμα. Το κάνουμε όπως ακριβώς κάνουμε με τις υπόλοιπες ταινίες: Οικονομίδης, Λάνθιμος, Παρκ Τσαν-Γουκ, η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ, μήνες κινηματογραφικά γεμάτοι. Το ίδιο βέβαια δεν κάναμε με έναν τρόπο παρακολουθώντας όσα συνέβαιναν στη Γάζα από τις τηλεοράσεις, τα σάιτ, τα σόσιαλ; Ίσως επιδιώκοντας να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια των όσων συνέβησαν εκεί, η Κάουτερ Μπεν Χάνια μας φέρνει άθελά της πιο κοντά σε μια βαθύτερη αλήθεια: στο ότι για εμάς όσα συνέβησαν εκεί είναι data και εικόνες στις οθόνες μας.
Αυτή όμως είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη είναι πως ακόμα κι αν όλοι αυτοί οι προβληματισμοί και οι ηθικές ενστάσεις ισχύουν στο ακέραιο, δεν παύουν να είναι τελικά δευτερεύοντες και πολυτελείς. Πώς τη λένε τη λέξη του συρμού; Ορατότητα: καλώς ή κακώς είναι εδώ εκείνη που η σημασία της πρωτεύει. Ας δει δηλαδή την ταινία κόσμος κι ας πληροφορηθεί το γεγονός. Προέχει το γεγονός. Προέχει να μιλάμε για αυτά. Και όσο κι αν ισχύει ότι το να μιλάμε για αυτά με όρους καταναλωτών ευαισθητοποίησης αποτελεί μέρος του προβλήματος, το πρόβλημα δεν μπορεί να βρίσκεται στην ευαισθητοποίηση, αλλά στην κατανάλωσή της, που οδηγεί τελικά παραδόξως σε αναισθητοποίηση. Η ίδια η ευαισθητοποίηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, μήπως και περνούσαμε κάποτε στην αντιμετώπιση όσων φέρνουν εξάχρονα κορίτσια σε ένα αυτοκίνητο μαζί με έξι πτώματα.
Όσο η Χιντ Ρατζάμπ περιμένει και ζητάει βοήθεια και λέει και ξαναλέει στην άλλη γραμμή στο ακουστικό «Ελα να με πάρεις! Θέλω να με πάρεις από εδώ Γιατί δεν έρχεσαι να με πάρεις;», όσο μένει μόνη της σε ένα αυτοκίνητο με έξι νεκρούς, όσο είναι αφημένη εκεί, στην καρδιά του ολέθρου, η φωνή της, η αδυναμία της, η έκκλησή της μετατρέπεται σε ένα ανάθεμα έναντι όλων μας.
Ένα ανάθεμα που το καταναλώνουμε ως θεατές. Στο διάλειμμα της προβολής της ταινίας βλέπω στο κινητό μου ότι εξελέγη Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (τα γραφεία του οποίου βρίσκονται ακριβώς απέναντι στο σινεμά στο οποίο παρακολουθώ την ταινία) ένας άνθρωπος τον οποίο γνωρίζω τριάντα χρόνια και για τον οποίο έχω πολύ θερμά συναισθήματα. Συγκινούμαι για την είδηση, συγκινούμαι για αυτό που συμβαίνει εκείνη την ώρα σε ένα κτίριο στο απέναντι πεζοδρόμιο περισσότερο από όσο με συγκινεί αυτό που βλέπω στην οθόνη. Ήταν μια ακόμα ταινία. Θα γράψω για αυτήν και για τα αναθέματά της. Στην πορεία του χρόνου όμως θα μου αφήσει κάτι. Όσο κι αν το κατανάλωσα, όσο τυχόν κι αν δεν έπρεπε να γυριστεί η ταινία με αυτούς τους όρους δραματοποίησης σε συνδυασμό με τη χρήση των αληθινών συνομιλιών και της αληθινής φωνής του κοριτσιού, ίσως τόσο κι άλλο τόσο έπρεπε. Θα θυμόμαστε τι συνέβη μια μέρα του πολέμου στη Γάζα σε ένα από τα χιλιάδες παιδιά εξαιτίας της συγκεκριμένης ταινίας. Και πρέπει να τα θυμόμαστε. Πρέπει να δούμε πού έχει φτάσει η ανθρωπότητα. Ή μάλλον πώς δεν έχει καταφέρει να ξεφύγει από εκεί που πάντοτε βρισκόταν. Και απλά παλιότερα δεν είχε τη δυνατότητα να καταναλώνει τον όλεθρό της στις τηλεοράσεις της, στα κινητά της, στα σινεμά της.
– Πας σχολείο Χανούντ;
– Ναι.
– Σε ποια τάξη;
– Στις πεταλούδες.

