Οι Νυκλιάνοι ήταν κάτι σας τους Ιάπωνες σαμουράι, ένας είδος κάστας, ένας ιδιαίτερος τύπος ανθρώπου, που δεν συναντάμε σίγουρα σε άλλα μέρη της Ελλάδας παρά μόνο στη Μάνη. Γι’ αυτούς τους Νυκλιάνους και για τις μορφές των γυναικών της Μέσα Μάνης, έχει δημιουργήσει μια παράσταση μουσικού θεάτρου η Φένια Παπαδόδημα, η οποία μάλιστα έχει ρίζες από αυτή την κάστα και η καταγωγή της συνδέεται με τα μέρη της Μάνης.
Η παράσταση «Νυκλιάνοι» παρουσιάζεται στις 9 και 10 Αυγούστου στον Πύργο Μούρτζινων, στην Παλιά Καρδαμύλη, μνημείο που μαρτυρεί την ιστορία των τελευταίων Παλαιολόγων που μετονομάστηκαν Μούρτζινοι – Τρουπάκηδες, επειδή κρυβόντουσαν μέσα σε τρύπες για να γλυτώσουν από τους Τούρκους. Με οδηγό το βιβλίο «Μάνη» του Πάτρικ Λη Φέρμορ και μέσα από αληθινές αφηγήσεις γυναικών που έζησαν συγκλονιστικά γεγονότα, παραμύθια της μανιάτικης παράδοσης, μοιρολόγια και αποσπάσματα από την Νέκυια του Ομήρου, ζωντανεύει ξανά ο σκοτεινός και σαγηνευτικός κόσμος των Νυκλιάνων. Στα χνάρια του Άγγλου συγγραφέα Πάτρικ Λη Φέρμορ, που περπάτησε από την Καρδαμύλη μέχρι τη Μέσα Μάνη, διαγράφει και η Φένια Παπαδόδημα το προσωπικό της ταξίδι, ως γυναίκα και απόγονος μιας οικογένειας Νυκλιάνων της Μέσα Μάνης.
Η πολυσχιδής καλλιτέχνιδα μιλάει στο ελc για την παράσταση «Νυκλιάνοι» με τις πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις της που πραγματεύεται τη δύναμη της Μανιάτισσας γυναίκας, την οποία γνωρίζει πολύ καλά, τρέφοντας απέραντο θαυμασμό που πηγάζει από την προγιαγιά της την Καλλιόπη, τη γιαγιά της τη Φωτεινή και όλες τις Μανιάτισσες όπως η ίδια τις έχει ζήσει από την οικογένειά της. Η Φένια Παπαδόδημα μοιράζεται στο ελc σχετικά:
«Ήταν πανέξυπνες, δυνατές, άξιες σε όλα και είχαν μία αύρα “μεταφυσική“. Ίσως ήταν και όλα αυτά τα παραμύθια που έλεγαν με τα φαντάσματα, τις νεράιδες, τους δράκους. Όταν ήσουν κοντά τους ήταν σαν να ζούσες σ’ ένα παραμύθι».
Μίλησέ μας αρχικά για την προσωπική σχέση που έχεις με τον συγκεκριμένο τόπο που διαδραματίζεται η παράσταση.
Ο πύργος των Μούρτζινων – Τρουπάκηδων στην Καρδαμύλη αλλά και η ευρύτερη περιοχή, είναι ένας τόπος όπου ζουν ταυτόχρονα ο Όμηρος, οι Νηρηίδες, οι απόγονοι των Παλαιολόγων, ο Κολοκοτρώνης, αλλά και οι δικοί μου πρόγονοι με κάποιο τρόπο μιας και η καταγωγή μου είναι από τη Μέσα Μάνη. Όσο ζούσα στο Παρίσι και ίσως ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους που μ’ έσπρωξε να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα ήταν η σύνδεση της Μάνης με τη Νέκυια του Ομήρου που πάντα ήθελα να ανεβάσω στα ελληνικά. Κι αυτό γιατί στον Ταίναρο, πολύ κοντά στο χωριό μου υπάρχει πύλη του Άδη- αυτήν ακριβώς που επισκέφθηκε και ο Φέρμορ- και πάντα στο μυαλό μου η Νέκυια διαδραματίζεται εκεί. Είναι ακόμη ο τόπος που έζησε κι αγάπησε ιδιαίτερα ο Άγγλος συγγραφέας Πάτρικ Λη Φέρμορ. Έγραψε το βιβλίο «Μάνη», ένα οδοιπορικό από την Καρδαμύλη μέχρι τη Μέσα Μάνη, όπου περιγράφει όσα ανακαλύπτει, την ιδιαίτερη κοινωνία των Μανιατών, τη λαογραφία τους, τη φυσική και μεταφυσική διάσταση αυτού του ιδιαίτερου τόπου. Αγαπώ πολύ αυτό το βιβλίο και δέθηκα ακόμη περισσότερο με τον Φέρμορ, όταν συμμετείχα στο πρότζεκτ “Mani through senses” που δημιουργήθηκε και παρουσιάστηκε μέσα στο σπίτι του στην Καρδαμύλη, σε συνεργασία με τη Lydia Matthews.
Πιστεύω πως ο Φέρμορ είναι από τους λίγους που αντιλήφθηκαν βαθιά την πνευματικότητα των ανθρώπων της Μάνης, αλλά και των Ελλήνων ευρύτερα. «Τον προφητικό δεσμό των υπαίθριων αρχαίων φιλοσόφων με τον χριστιανισμό», όπως γράφει. Μου αρέσει ακόμη πολύ το διακριτικό χιούμορ με το οποίο αποδίδει ιστορίες που φέρουν ένα βάρος, χωρίς ποτέ να ειρωνεύεται ή να υποβιβάζει αυτούς που τις έζησαν. Χαρακτηριστική ως προς το χιούμορ του είναι και η ιστορία του Στρατήγη, του ψαρά, που ήταν πράγματι απ’ ότι φαίνεται ένας από τους απογόνους των ένδοξων Παλαιολόγων στην Καρδαμύλη, τον οποίον ο Φέρμορ ονειρεύεται ως διάδοχο αυτοκράτορα στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης, σε μία εντυπωσιακή τελετή στέψης, μετά από πολλά καραφάκια ούζο!…

Ποιοι είναι οι Νυκλιάνοι; Και ποια χαρακτηριστικά τους σε ενέπνευσαν για το έργο;
Οι Νυκλιάνοι, όπως τους χαρακτηρίζει σωστά ο Φέρμορ, ήταν ένα είδος στρατιωτικής γαιοκτημονικής αριστοκρατίας, που θυμίζει τους Ιάπωνες σαμουράι. Ο πατέρας μου έχει καταγωγή από τη Μέσα Μάνη, από το Μάραθο και τα Μουντανίστικα και ένα μέρος των προγόνων μου ανήκαν σ’ αυτή την κάστα. Καθώς ο μόνος τρόπος επιβίωσης από τα τέλη του 19ου αιώνα κυρίως, ήταν το να σπουδάσει κανείς, να φύγει από τη Μάνη, οι περισσότεροι δικοί μου πράγματι σπούδασαν και έφυγαν από τον τόπο. Θαύμαζα αυτούς τους ανθρώπους, όπως τον αδερφό του προπάππου μου, τον Ι. Σταματάκο, από τα Μουντανίστικα, που έχει συγγράψει ένα από τα πιο σημαντικά λεξικά της αρχαίας ελληνικής γλώσσας μέχρι σήμερα, ο οποίος εκείνη την εποχή, σπούδασε στη Γερμανία, αργότερα έγινε και ακαδημαϊκός, μέσα από τόσο αντίξοες συνθήκες.
Πάντα ήθελα να μιλήσω με κάποιον τρόπο για τις ιστορίες που έχω ακούσει από τη γιαγιά και την προγιαγιά μου. Σ’ αυτές τις ιστορίες αλλά και στους ίδιους τους ανθρώπους της Μάνης, όπως τους γνώρισα τουλάχιστον εγώ, συνυπάρχουν διαμετρικά αντίθετες και ακραίες καταστάσεις. Στη Μάνη βρίσκει κανείς ανθρώπους με αληθινή ευγένεια, απαράμιλλο ήθος, καλλιέργεια, καλοσύνη και ταπεινότητα, και ανθρώπους ύπουλους, φθονερούς και απρόβλεπτους. Αυτό ακριβώς καταγράφει και ο Φέρμορ. Οι κάτοικοι της Καρδαμύλης του παρουσίαζαν τους Μανιάτες της Μέσα Μάνης: οι μισοί σαν άγριους και επικίνδυνους και οι άλλοι μισοί σαν υπέροχους, σεμνούς καλοσυνάτους και τίμιους. Ένα είδος σκληρότητας βέβαια, όπως και η σκληραγωγία ήταν αναγκαστικό κοινό όλων.
Η εσωτερική δύναμη αυτών των ανθρώπων, έτσι όπως βίωναν τους άγραφους νόμους των Νυκλιάνων, μοιάζει όντως με αυτή των αρχαίων Σπαρτιατών, η υπέρβαση και η ετοιμότητα να φύγουν από τη ζωή ανά πάσα στιγμή, το γεγονός ότι περπατούσαν χέρι χέρι με τον θάνατο καθημερινά, η διαρκής αναγκαιότητα της μνήμης του θανάτου, της υπέρβασης, όλα αυτά σμίλευσαν μέσα στον χρόνο έναν ιδιαίτερο τύπο ανθρώπου, που δεν συναντάμε σίγουρα σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Αν με ρωτούσε κανείς ποιος είναι ο λόγος που αισθάνομαι αυτή την έλξη προς τους Νυκλιάνους και γιατί κάνω αυτή την παράσταση θα έλεγα ότι είναι κυρίως η ζωντανή σχέση με το θάνατο που τους χαρακτηρίζει.

Η Μανιάτισσα γυναίκα, έχει εμφανιστεί πολύ ως εικόνα στην τηλεόραση μέσα από σήριαλ με μεγάλο αριθμό ακροαματικότητας. Στο δικό σας έργο ποιο είναι το σκεπτικό όσον αφορά εκείνη και τι θέλετε οπωσδήποτε να ειπωθεί με οποιονδήποτε τρόπο για τη γυναίκα της Μάνης και φαντάζομαι κατ’ επέκταση και για κάθε γυναίκα στην Ελλάδα.
Καταρχάς να ομολογήσω ότι δεν βλέπω και δεν έχω τηλεόραση. Δεν παρακολουθώ τα σήριαλ. Καταλαβαίνω όμως ότι είναι πολύ εύκολο να φτιάξει κανείς μία καρικατούρα μίας κατάστασης πολύ πιο σύνθετης και ιδιαίτερης στην πραγματικότητα και να την προβάλει ως πρότυπο της Μανιάτισσας γυναίκας πχ. χωρίς να έχει βαθύτερη γνώση μίας πολύπλευρης πραγματικότητας, προβάλλοντας ένα μικρό κομματάκι της εικόνας, συνήθως το πιο «πιασάρικο» για το τηλεοπτικό κοινό.
Το δικό μου κίνητρο να μιλήσω για τις γυναίκες της Μάνης όπως τις γνώρισα, είναι η απέραντη αγάπη και ο θαυμασμός που έχω πάντα για τη γιαγιά μου τη Φωτεινή, την προγιαγιά μου την Καλλιόπη αλλά και για όλες τις Μανιάτισσες όπως τις γνώρισα μέσα από την οικογένειά μου. Στα μάτια της ψυχής μου αυτές οι γυναίκες ήταν «άγιες» αν μου επιτρέπεται η έκφραση. Είχα την τύχη να έχω αυτή την εικόνα. Ήταν πανέξυπνες, δυνατές, άξιες σε όλα και είχαν μία αύρα «μεταφυσική». Ίσως ήταν και όλα αυτά τα παραμύθια που έλεγαν με τα φαντάσματα, τις νεράιδες, τους δράκους. Όταν ήσουν κοντά τους ήταν σαν να ζούσες σ’ ένα παραμύθι. Αυτό που θα ήθελα να ειπωθεί δεν είναι άλλο από την αλήθεια αυτή που κατάλαβα στα πρόσωπά τους.
Με πολύ χιούμορ, χωρίς να το φωνάζουν ή να έχουν ανάγκη να το επιδείξουν ήταν πιο δυνατές από τους άντρες. Δεν το έκαναν θέμα όμως. Ίσως δεν το πρόσεχαν καν! Λες και ζούσαν τα γεγονότα της ζωής τους από απόσταση. Αυτή είναι μία δύσκολη ασκητική βέβαια. Είχαν καθαρό εσωτερικό στόχο. Η δύναμη τους διοχετεύονταν εκεί και όχι στο να επιβάλουν την εικόνα τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τις χαρακτήριζε μία θεαματική ανωτερότητα μέσα στην απόλυτη ταπείνωσή τους. Πάλι εδώ τα άκρα συνυπάρχουν. Μπορεί να είχαν περάσει μέσα από τη φωτιά, να είχαν ζήσει πολύ δύσκολες και καταπιεστικές καταστάσεις, το βλέμμα τους όμως ακόμα και μετά από όλα αυτά εξέπεμπε ένα απαλό αεράκι, λυτρωτικό για όσους τις κοιτούσαν στα μάτια.
Αυτό που θα ήθελα να ειπωθεί και που πιστεύω ότι αφορά κάθε γυναίκα χτες ή σήμερα, Μανιάτισσα και μη, είναι ότι αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι το πόσο και πώς σε αλλοιώνουν, πώς σε ορίζουν βαθύτερα τα τραύματά σου. Είναι ο στόχος σου να λυτρωθείς από αυτά; Να φυσήξει μέσα σου το αεράκι της ελευθερίας; Μας ενδιαφέρει άραγε αυτή η ελευθερία; Αν σε καθορίζουν, αν είσαι ολοκληρωτικά νικημένος από τα τραύματά σου, τότε δεν μπορείς να πάρεις απόσταση, δεν μπορείς να τα θεραπεύσεις.
Σε ποιο σημείο θεωρείτε ότι βρισκόμαστε μετά το MeToo το δικό μας το ελληνικό; Ειδικότερα και στην τέχνη και την εκπροσώπησή της από το γυναικείο φύλο.
Και πάλι θα απαντήσω μέσα από αυτό που πιστεύω ως πραγματικό και αληθινό και όχι θέλοντας να λανσάρω μία άποψη μου. Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας του τραύματος που βίωσε και βιώνει οποιοσδήποτε άνθρωπος, όχι μόνο μία γυναίκα, είναι αδιαμφησβήτητη προϋπόθεση για τη θεραπεία του τραύματος. Το κοίταγμα της αλήθειας κατάματα είναι οδυνηρό αλλά απαραίτητο. Τόσο για το θύμα όσο και για τον θύτη. Γιατί κι αυτός έχει ανάγκη από θεραπεία. Αλλιώς πώς; Να γίνουμε εμείς εκτελεστές στη θέση του εκτελεστή; Όχι δεν νομίζω ότι πρέπει να σκεφτόμαστε έτσι. Στόχοι είναι η θεραπεία και η προστασία.
Όμως είναι πολύ εύκολο να χαθεί ο στόχος μιας μαρτυρίας, που δεν είναι άλλος από το να θεραπευθεί ο άνθρωπος από το τραύμα και όχι να το κάνει προσκεφάλι του και να ζει διαρκώς μ’ αυτό και να το αναμασά ασταμάτητα μέχρι να του γίνει τροχοπέδη και βραχνάς και ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο. Θέλει προσοχή. Η γενικότερη πίεση της ζωής, τα αναμέτρητα αδιέξοδα που η κοινωνία μας κάνει πως δεν τα βλέπει αλλά που τα βιώνουμε, ο καθένας από εμάς, σαν λανθάνουσα κατάθλιψη, όλα αυτά δημιουργούν το κατάλληλο έδαφος για όλες τις μορφές υστερίας. Γι’ αυτό η θέση μου είναι: ναι σε ό,τι ελευθερώνει και θεραπεύει τους ανθρώπους και τους βοηθάει να προχωρήσουν ακέραιοι στη ζωή τους και όχι σε ό,τι τους κρατάει δέσμιους του τραύματος από το οποίο θέλουν να θεραπευθούν .
Μοιραστείτε μία από τις μαρτυρίες γυναικών που σας συγκλόνισαν ή σας «ακούμπησαν» με κάποιο τρόπο.
Είναι η ιστορία της προγιαγιάς μου της Καλλιόπης, η οποία έχασε τον άντρα της πολύ νέο, τριάντα δύο χρονών, κάποιοι λένε από βεντέτα, κάποιοι από αιφνίδιο θάνατο. Σύμφωνα με τον άγραφο νόμο έπρεπε να επιστρέψει στον αδερφό της και τα δύο της κορίτσια, τη γιαγιά μου και την αδερφή της να την μεγαλώσουν τ’ αδέρφια του άντρα της. Αυτή έζησε μόνη της στη Μάνη, χωρισμένη από τα παιδιά της για πολλά χρόνια, μέχρι που μεγάλωσαν και την πήραν κοντά τους. Όλα αυτά τα χρόνια επικοινωνούσαν μέσα από τα γράμματα που έστελναν, η ίδια βέβαια δεν ήξερε να γράφει… Αυτή η ιστορία υπομονής και αγάπης μέσα από την απόσταση, του φοβερού δεσμού που κράτησε με τα παιδιά της από μακριά με είχε πραγματικά συγκινήσει. Αυτή η ιστορία κρύβει και άλλη μία πιο συγκλονιστική, που συνέβη πριν φτάσουν τα πράγματα εκεί, αλλά δεν θα ήθελα να την αναφέρω εδώ γιατί έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να δει κανείς πως ενσωματώνεται στην παράσταση.

Πώς «συμπλεύσατε» σε αυτό το ταξίδι δημιουργίας με τα γραπτά του Πάτρικ Λη Φέρμορ.
Το βιβλίο « Μάνη» του Πάτρικ Λη Φέρμορ λειτουργεί σαν οδηγός στην παράσταση. Το οδοιπορικό του από την Καρδαμύλη μέχρι τη Μέσα Μάνη με τη γυναίκα του Τζόαν είναι ένας πολύτιμος οδηγός αλλά ακόμη περισσότερο ένας συνοδοιπόρος σ’ ένα ταξίδι που είναι κάτι περισσότερο από μία λαογραφική ξενάγηση στη Μάνη. Μοιάζει με αναζήτηση του τόπου όπου ανήκει ο ίδιος. Γι’ αυτό και στην παράσταση το ταξίδι του παρομοιάζεται με το ταξίδι του ομηρικού Οδυσσέα. Και φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι ο Φέρμορ έχτισε το δικό του σπίτι στην Καρδαμύλη όπου κι έζησε μέχρι τον θάνατό του.
Ποια είναι τα στοιχεία του Μύθου στην παράσταση και τι συμβολίζουν στο σήμερα;
Η Καρδαμύλη, κατά τον Όμηρο Σκαρδαμούλα, ήταν μία από τις πιο όμορφες και σημαντικές πόλεις της αρχαιότητας. Κοντά στο μέρος όπου θα παίξουμε υπήρχε ο ναός των Νηρηίδων. Ο Όμηρος έγραφε ότι στους γάμους του Πύρρου (του Νεοπτόλεμου) με την Ανδρομάχη, οι Νηρηίδες βγήκαν από τη θάλασσα για να παραβρεθούν στη γιορτή. Αυτή η σχέση των πνευμάτων της στεριάς και της θάλασσας, η έννοια του κύκλου των στοιχείων και του χρόνου, η προφανής σχέση της ηθογραφίας των γυναικών της Μάνης με κορυφαίες μορφές της αρχαίας τραγωδίας, την Αντιγόνη, την Ηλέκτρα, όλα αυτά τα στοιχεία, μαρτυρούν μία άρρητη συνέχεια μέσα στους αιώνες. Συμβολίζουν ίσως αυτό που είχε πει ο Σεφέρης ότι «η ψυχή ενός λαού δεν διαιρείται. Ζει ή πεθαίνει.»
Το μουσικό στοιχείο έντονο, μέρος της βασικής δομής του έργου και σε αυτή σας τη δουλειά. Μιλήστε μας εν συντομία για την πορεία σας στο μουσικό θέατρο.
Μέσα στα χρόνια και ξεκινώντας πάντα από τη φωνή, το τραγούδι και τον αυτοσχεδιασμό, ανακάλυψα ότι ένα σημαντικό κομμάτι της έκφρασής μου ταυτίζεται με τη μουσική σύνθεση. Αυτό ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια με την πρώτη μορφή της Νέκυιας του Ομήρου που είχα ανεβάσει, στο Θέατρο Φούρνος, ακολούθησε η μουσική παράσταση «Μια γάτα που την λέγαν Billie Holiday» στο θέατρο Πορεία σε σκηνοθεσία του Θ. Αμπαζή και σε συνεργασία με τον Ντέηβιντ Λιντς πάνω σε μία δική μου θεατρική νουβέλα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Το 2016 στο Γαλλικό Ινστιτούτο παρουσίασα τη δεύτερη ολοκληρωμένη μουσική μου παράσταση με τίτλο “Je suis Ulysse”, που εξελίχθηκε στη μουσική παράσταση «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια του Ζακ Λακαρριέρ» στο Εθνικό Θέατρο. Ένα χρόνο μετά μία από τις μουσικές εκδοχές της Νέκυιας με τίτλο «Όταν σε λίγο κατεβήκαμε στη θάλασσα» παρουσιάστηκε και στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2017 και μετά στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν. Αυτή η δυνατότητα να γράψω μουσική που να οδηγεί τη δραματουργία και όχι να την περιγράφει, να δημιουργήσω δηλαδή παραστάσεις μουσικού θεάτρου, όπου η μουσική είναι το ίδιο σημαντική με τον λόγο, μου δόθηκε ξανά με την παράσταση «Ο ξεπεσμένος Δερβίσης» του Α. Παπαδιαμάντη που παρουσιάστηκε στην Εναλλακτική Λυρική Σκηνή το 2018.
Έτσι σιγά σιγά αυτή η μορφή μουσικού θεάτρου παγιώθηκε μέσα μου ως ο ιδανικός τρόπος συντονισμού όλων των δικών μου δυνατοτήτων, ως ηθοποιός, τραγουδίστρια, συνθέτρια και σκηνοθέτις. Έγραψα ακόμη τη μουσική για το «Άνθος του γιαλού» του Παπαδιαμάντη, και στο πλαίσιο του «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», για τις μουσικές παραστάσεις «Έξοδος», «Ίσως και να είμαστε αδέλφια τελικά». Πέρυσι το χειμώνα, ανέβασα τη μουσική παράσταση “Marika’s dream” βασισμένη στη ζωή της Μαρίκας Παπαγκίκα, με αυθεντικά τραγούδια της σπουδαίας αυτής ερμηνεύτριας καθώς και της Billie Holiday, που έζησε την ίδια περίοδο στη Νέα Υόρκη.
Μοιραστείτε μαζί μας μία αγαπημένη φράση ή ιστορία από το έργο.
Ο Φέρμορ μιλάει για την έλξη που προκαλεί το σκοτάδι, το μαύρο, και αναφέρεται στις μαύρες εικόνες της Παναγίας γεμάτες μυστήριο, που σε μαγνητίζουν, που μπορούν να προκαλέσουν μία βαθιά ευλάβεια: «κάτι αδύνατον με τα λευκά, άψογα στην πλαστική τελειότητα αγάλματα του Μιχαήλ Αγγέλου που δεν εμπνέουν μύθους αλλά μάλλον τον έπαινο των μορφωμένων». Αναφέρω αυτή τη συγκεκριμένη φράση του Φέρμορ, γιατί δίνει σε δύο φράσεις όλη την ακατάληπτη γοητεία της Μάνης.
Info:
Νυκλιάνοι | 9 & 10 Αυγούστου | Πύργος Μούρτζινων


