Το Πιτσιμπούργκο της Σώτης Τριανταφύλλου επιστρέφει στη θεατρική σκηνή μέσα από το ευαίσθητο βλέμμα της Αρκαδίας Ψάλτη, μιας δημιουργού που γνωρίζει βαθιά αυτό το υλικό. Η πρώτη της συνάντηση με το έργο έγινε το 2014, όταν το σκηνοθέτησε για πρώτη φορά και ερμήνευσε η ίδια τον ρόλο της Ελέγκως, δίπλα στον Στράτο Σιωπηλή στον ρόλο του Δημοσθένη. Από τότε, η παράσταση ταξίδεψε, άλλαξε χώρους και μορφές, κορυφώθηκε με μια μεγάλη περιοδεία στην Αυστραλία το 2019, και τώρα επιστρέφει ώριμη, πιο στοχαστική και πιο αναγκαία από ποτέ.
Η ιστορία ξεκινά στη Χίο του 1913, όταν οι πρώτες μεγάλες μεταναστευτικές ροές προς την Αμερική σαρώνουν το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά. Ένας άντρας και μια γυναίκα, ο Δημοσθένης και η Ελέγκω, προσπαθούν να κρατηθούν ο ένας από τα γράμματα του άλλου, την ώρα που η ζωή τους αλλάζει ανεπιστρεπτί: εκείνος στο βιομηχανικό Πίτσμπουργκ, εκείνη στη φτωχή και ταραγμένη Χίο των πολέμων και των πρώτων προσφύγων από τη Σμύρνη.
Η Αρκαδία Ψάλτη επιστρέφει σε αυτό το υλικό με μια τρυφερότητα που φωτίζει τις μικρές, ανθρώπινες αντιστάσεις μέσα σε μια εποχή ασφυκτική. Μιλά για έρωτα εξ αποστάσεως, για αγώνα επιβίωσης, για την πατρίδα που αφήνεις και την πατρίδα που ψάχνεις να χτίσεις αλλού και για το πώς δύο νέοι άνθρωποι, με μόνο όπλο την αγάπη τους, προσπαθούν να σταθούν απέναντι σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει.
Ποια είναι, για εσάς, η καρδιά της ιστορίας στο Πιτσιμπούργκο; Πώς θα τη διηγούσασταν με δικά σας λόγια;
«Είναι η έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης. Οι μεγάλες βιομηχανικές πόλεις ξεκινούν να δημιουργούνται. Μαζεύεται πάρα πολύς κόσμος στην Αμερική και, με δεδομένο το γεγονός ότι σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο –ιδιαίτερα στην Ευρώπη– υπήρχε τεράστια αναταραχή (ξεκινούσαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι), πάρα πολύς κόσμος έφευγε και πήγαινε στην Αμερική για να δουλέψει στα εργοστάσια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν έφυγε ο Δημοσθένης και, μέσα από τις επιστολές που ανταλλάσσουν, μπορούμε να δούμε πώς ήταν η κατάσταση και στην Αμερική, στο Πίτσμπουργκ, αλλά και πώς ήταν η κατάσταση στη Χίο, στην Ελλάδα.
Αυτό που κάνει πολύ ωραία η Τριανταφύλλου –καταρχάς γιατί είναι μεγάλη μαστόρισσα στη γραφή της και κατά δεύτερον γιατί έχει ασχοληθεί πάρα πολύ με τις βιομηχανικές πόλεις της Αμερικής– είναι ότι περιγράφει εξαιρετικά πώς η «Γη της Επαγγελίας», αυτό που ο κάθε μετανάστης φαντάζεται σαν παράδεισο, αρχίζει σιγά σιγά να φανερώνεται ως μια κόλαση. Τους βάζει μέσα στα χαλυβουργεία, στα καζάνια που παίζουν στους 60, 80, 100 βαθμούς. Ουσιαστικά περιγράφει μια κόλαση.
Ο άνθρωπος αυτός έχει πάει σε μια κόλαση και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα. Τα λεφτά είναι πάρα πολύ λίγα, οι συνθήκες εξαιρετικά αντίξοες. Παρ’ όλα αυτά προσπαθεί και ψάχνει τρόπους να μαζέψει τα χρήματα για να πάρει στην Αμερική την αγαπημένη του, για να στρώσουν μια καινούρια ζωή.
Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πώς ήταν η ζωή στη Χίο: η φτώχεια, η πείνα, οι αρρώστιες που έρχονται από απέναντι, οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Σμύρνη που αρχίζουν και φτάνουν στο νησί. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους που ξεκινούν, με όλη αυτή την αναταραχή, με τον φόβο των πολέμων και με την πείνα. Αυτά τα δύο παιδιά –το λέω και συγκινούμαι– με όπλο την αγάπη τους προσπαθούν να αντεπεξέλθουν σε όλες αυτές τις αντίξοες συνθήκες που έχει δημιουργήσει η κοινωνία και η πολιτική. Αυτό είναι, γενικώς, το έργο.»
Η Αρκαδία Ψάλτη εξηγεί ότι δεν υπάρχει θεατρική μετάφραση ή προσαρμογή του Πιτσιμπούργκο. Το βιβλίο –μια νουβέλα, ένα δραματοποιημένο διήγημα όπως το χαρακτηρίζει– διατηρείται ατόφιο. Στη σκηνική του μορφή, οι επιστολές που ανταλλάσσουν ο Δημοσθένης και η Ελέγκω αποτελούν τον βασικό άξονα της αφήγησης. Η σκηνή είναι χωρισμένη σε δύο τόπους: από τη μία το Πίτσμπουργκ και από την άλλη η Χίος. Δύο άνθρωποι σε δύο διαφορετικές ηπείρους, δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Σιγά σιγά όμως, μέσα από τη δύναμη της αγάπης τους, καταλύεται ο χώρος και ο χρόνος. Παρότι ο ένας βρίσκεται στη Χίο και ο άλλος στην Αμερική, η σκηνική δράση τους φέρνει κοντά, μέχρι τη στιγμή που θα μπορέσουν να βγάλουν «το εισιτήριο» για να ενωθούν.

Πώς αποτυπώνετε σκηνικά τον κόσμο του Πιτσιμπούργκο; Ποια είναι η σκηνογραφική λογική της παράστασης και πώς «γεννιούνται» οι τόποι πάνω στη σκηνή;
«Στη σκηνή υπάρχουν δύο καρέκλες. Η μία είναι το Πίτσμπουργκ, η άλλη είναι η Χίος. Υπάρχουν και κάποια σκηνικά αντικείμενα, καθώς και ένας τρίτος χώρος – ένα μικρό τραπεζάκι – που λειτουργεί ως το εργοστάσιο μέσα από αυτήν τη θεατρική σύμβαση. Οι θεατές μπαίνουν και, μέσα από τα λόγια και τις εικόνες που δημιουργούν οι ίδιοι οι ηθοποιοί, αρχίζουν να βλέπουν Χίο, να βλέπουν Πίτσμπουργκ, να βλέπουν εργοστάσιο. Σκηνικά η παράσταση είναι πολύ απλή και πολύ καθαρή. Όλο βασίζεται στη δύναμη της εικόνας που γεννά ο λόγος και στα συναισθήματα που εκφράζουν τόσο ανάγλυφα και τόσο πλούσια οι ηθοποιοί.
Είναι ένα πολύ συναισθηματικό έργο, παρόλο που περιέχει πάρα πολλή πληροφορία: για το τι σημαίνει βιομηχανική πόλη στις αρχές του 1900, για το τι σημαίνει Αμερική, για το τι σημαίνει να ζει κανείς σε εκείνο το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Παίρνεις πραγματικά πολλή πληροφορία, αλλά ταυτόχρονα βγαίνει πολύ έντονα το συναίσθημα αυτών των δύο ανθρώπων και όλων όσων περιγράφουν.
Γιατί περιγράφουν σκηνικά και στιγμές από την πόλη. Ο ένας προσπαθεί να δώσει τα μάτια του στον άλλον: ο Δημοσθένης προσπαθεί να δείξει στην Ελέγκω πώς είναι ο τόπος όπου ζει, κι εκείνη προσπαθεί να του θυμίσει πώς είναι η δική τους Χίος. Έτσι, ενώ στη σκηνή υπάρχουν μόνο δύο καρέκλες, τελικά μπροστά μας γεννιούνται εικόνες, τοπία, άνθρωποι. Όλο αυτό γίνεται με τη δύναμη της υποκριτικής τους και τον τρόπο που είναι στημένη η παράσταση.»
Τι σας έκανε να νιώσετε ότι η ιστορία αυτή συνομιλεί τόσο έντονα με το σήμερα; Επιλέχθηκε φέτος το έργο με αφορμή το κύμα μετακινήσεων και την αβεβαιότητα των τελευταίων ετών, ή βλέπετε μια βαθύτερη σύνδεση και με όσα συμβαίνουν κοινωνικοπολιτικά στην Αμερική;
«Κοιτάξτε, αυτό το κείμενο το διάβασα πρώτη φορά το 2006–2007. Μου είχε φανεί αιρετικό, αλλά τότε δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει πόσο ισχυρή ήταν η πολιτική και κοινωνική του αντιστοιχία με το σήμερα. Όταν το ανέβασα το 2014, είχε ήδη ξεκινήσει να αλλάζει δραματικά η κατάσταση στα νησιά. Εγώ είμαι από τη Χίο, η καταγωγή μου είναι από εκεί, κι εκείνη την περίοδο η Χίος –όπως και η Μυτιλήνη και όλο το βόρειο Αιγαίο– γέμιζαν με σορούς μεταναστών.
Όταν ανέβηκε η παράσταση στη Χίο, υπήρχαν στρατόπεδα προσφύγων. Αυτό δεν το είχαμε ξαναδεί ποτέ στο νησί. Όσα χρόνια θυμάμαι τον τόπο μου, ήταν η πρώτη φορά. Από εκείνη την εποχή και μετά υπήρχε μια φοβερή αναλογία, ένα καθρέφτισμα σχεδόν τρομακτικό ανάμεσα στο 1900 και στο 2014. Κι όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ίσως δεν είναι. Η ιστορία έχει αντιστοιχίες. Και τώρα, οι αντιστοιχίες αυτές είναι ακόμη πιο έντονες. Είναι σαν να έχει κολλήσει η ιστορία, σαν να μην μπορεί να μας φωτίσει αρκετά για να μας μετακινήσει, ώστε να γίνει μάθημα. Σαν να ξαναζούμε ξανά και ξανά τα ίδια: άνθρωποι αναγκάζονται να αφήσουν τον τόπο τους. Γιατί κανένας δεν φεύγει αν δεν είναι αναγκασμένος να φύγει. Κανένας δεν αφήνει το σπίτι του, την οικογένειά του, τη ζωή του, χωρίς λόγο. Οι μαζικές μετακινήσεις γίνονται πάντα επειδή οι άνθρωποι δεν βλέπουν φως στον τόπο τους. Και αυτό συνεχίζεται τα τελευταία 20 χρόνια: πόλεμοι, θάλασσες γεμάτες πνιγμένους, επαναπροωθήσεις. Έχει μπει τόσο μέσα στην καθημερινότητά μας που το θεωρούμε δεδομένο. Κι όμως, για κάθε άνθρωπο που φεύγει, ο νέος τόπος είναι απίστευτα δύσκολος.
Η Τριανταφύλλου το αποδίδει υπέροχα: και το κομμάτι της γλώσσας και το κομμάτι του χιούμορ. Γιατί, παρόλο που το έργο κουβαλά όλο αυτό το βάρος, το κάνει με έναν τρόπο ανάλαφρο, χωρίς ποτέ να χάνει το ειδικό βάρος των καταστάσεων. Γι’ αυτό λοιπόν ανέβηκε ξανά τώρα. Γιατί, δυστυχώς, η ιστορία του Πιτσιμπούργκο μιλάει σήμερα πιο δυνατά από ποτέ.»
Μιλώντας για τις ιστορικές αντιστοιχίες και για το πώς η παράσταση συνομιλεί με το σήμερα, η Αρκαδία Ψάλτη στέκεται και στη γλώσσα του έργου, μια γλώσσα που κουβαλά χιούμορ, μνήμη και ολόκληρη τη χιώτικη καθημερινότητα των αρχών του 20ού αιώνα. Ακόμη και ο τίτλος Πιτσιμπούργκο προέρχεται από τον τρόπο που οι Χιώτες πρόφεραν το «Πίτσμπουργκ», μετατρέποντας μια ξένη λέξη σε κάτι δικό τους, οικείο και παιχνιδιάρικο.
Το έργο έχει έντονα χιουμοριστικά στοιχεία, ιδιαίτερα μέσα από τη γλώσσα και τη χιώτικη ντοπιολαλιά. Πώς λειτουργεί για εσάς αυτό το χιούμορ; Και ποια δικά σας βιώματα από τη Χίο έχουν περάσει -συνειδητά ή ασυνείδητα- στη σκηνοθετική σας ματιά;
«Είναι πολύ αστείο αυτό το εύρημα με τις λέξεις της Τριανταφύλλου. Ο τρόπος που ελληνικές λέξεις τις αμερικανοποιούσαμε. Θυμάμαι τον παππού μου τα καλοκαίρια στο χωριό· επειδή έρχονταν διάφοροι Ελληνοαμερικάνοι, μας φώναζε σπίτι να φάμε “χαμπούργκερ”, δηλαδή μπιφτέκια, αλλά τα έλεγε έτσι γιατί τα είχαν μάθει από τους επισκέπτες. Αυτές οι μικρές γλωσσικές παρεκκλίσεις με συγκινούν πολύ, γιατί τις έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια και η Τριανταφύλλου τις αποδίδει εξαιρετικά.
Το κείμενο δείχνει με πολύ όμορφο τρόπο πώς ο άνθρωπος προσπαθεί να μάθει μια γλώσσα μέσα από το αυτί, μέσα από την καθημερινότητα, μέσα από την ανάγκη. Κι όταν μπαίνεις κατευθείαν στη δουλειά, μαθαίνεις ό,τι προλαβαίνεις, αυτό που κολλάει στο αυτί σου. Αυτό το χιούμορ είναι γνήσιο, ανθρώπινο, βγαλμένο από τη ζωή.
Υπάρχουν όμως κι άλλα στοιχεία που περνούν μέσα από την αφήγηση: οι ταξικές εντάσεις στη Χίο εκείνης της εποχής, η εξέγερση των γυναικών στις 8 Μαρτίου μέσα στα εργοστάσια· όλο αυτό το ιστορικό υλικό ανοίγεται με τρόπο απλό, χωρίς να βαραίνει την προσωπική ιστορία των δύο ηρώων.
Γι’ αυτό θεωρώ το κείμενο αριστουργηματικό: είναι εξαιρετικά συμπυκνωμένο, γεμάτο ιστορική, κοινωνική και πολιτική πληροφορία, και ταυτόχρονα δεν σε βγάζει ποτέ έξω από το προσωπικό ταξίδι των δύο ανθρώπων.»

Πίσω από την κοινωνική και ιστορική διάσταση του έργου υπάρχει μια μεγάλη ιστορία αγάπης: η μεγάλη, καθαρή ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Δημοσθένη και την Ελέγκω. Μια ιστορία που, παρά την απόσταση και τις αντιξοότητες, μοιάζει απολύτως σύγχρονη, ίσως μάλιστα πιο σύγχρονη από τις σημερινές σχέσεις.
Στο επίκεντρο του έργου υπάρχει ένας βαθύς, αφοπλιστικός έρωτας. Τι σας συγκινεί σε αυτή την ιστορία αγάπης; Και πιστεύετε ότι τρόποι αγάπης σαν κι αυτούς έχουν εκλείψει στις μέρες μας;
«Aυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο άμεσοι, αυθόρμητοι και καθαροί από εμάς σήμερα. Ό,τι είχαν, το έλεγαν ο ένας στον άλλον. Δεν υπήρχαν μυστικά, δεν υπήρχαν κρυφά. Ο τρόπος που αγαπιούνται είναι για μένα συγκινητικός και αποκαλυπτικός. Εκθέτει ο ένας τον εαυτό του στον άλλον, ακόμη και με κίνδυνο να τον χάσει.
Σκεφτείτε: όταν βρίσκεσαι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, όταν ένα γράμμα κάνει οκτώ μήνες ή έναν χρόνο για να φτάσει, όταν μπορεί να χαθεί στο δρόμο… και παρ’ όλα αυτά αποφασίζεις να γράψεις κάτι που ίσως πληγώσει τον άλλον. Παίρνεις το ρίσκο, γιατί θες να είσαι αληθινός. Αυτό είναι τεράστιο. Ο Δημοσθένης κάνει μια μεγάλη ανοησία, που έχει μέσα της και παραβατικότητα, και θα μπορούσε να της στοιχίσει πάρα πολύ. Κι όμως της το λέει. Της το λέει γιατί τη θέλει μαζί του, γιατί θέλει να τον συγχωρέσει.
Σήμερα… πιο πιθανό θα ήταν να το μπαλώσουμε, να μην πούμε τίποτα, να το αφήσουμε να περάσει. Αυτοί όμως τα λένε όλα. Και αυτό, ναι, είναι και μια ιστορία αγάπης. Νιώθω πως αυτά τα μοντέλα αγάπης έχουν σε μεγάλο βαθμό εκλείψει. Για μένα ήταν έμπνευση το πόσο όμορφα αγαπιούνται. Γιατί μπορείς να αγαπάς… αλλά μπορείς και να αγαπάς άσχημα. Αυτοί αγαπιούνται μέσα στην αλήθεια τους. Είναι μια εποχή χωρίς ναρκισσισμό, χωρίς “εγώ”. Είναι όλο “εμείς”. Κι αυτό είναι κάτι που σήμερα λείπει.
Και δεν εξιδανικεύω την παράδοση, χαίρομαι που ζω το 2025 και όχι το 1900. Αλλά μπορώ να δω στοιχεία που θα ήθελα να κρατήσω στη ζωή μου. Όπως το να είμαι ειλικρινής. Το να με βλέπει ο άλλος όπως είμαι και να με αγαπάει γι’ αυτό, όχι για μια εικόνα που προσπαθώ να συντηρήσω. Σήμερα όλα γίνονται πιο σύνθετα, πιο συμπλεγματικά. Οι σχέσεις μας κατηγοριοποιούνται σε “situationships”, “ghosting”, “orbiting” και πάει λέγοντας… Τα αναγνωρίζω, αλλά δεν γίνεται αυτά να καθορίζουν τις σχέσεις μας.
Και ναι, τότε οι άνθρωποι δεν χώριζαν εύκολα. Δεν ήταν πάντα καλό αυτό. Αλλά σήμερα χωρίζουμε με τη μία. Είναι σαν να έχει περάσει στη ζωή μας το “αναλώσιμο”. Όπως είναι αναλώσιμα τα προϊόντα, έτσι έχουμε αρχίσει να θεωρούμε αναλώσιμες και τις σχέσεις. Τότε, το καθετί είχε αξία· δεν πετούσες τον άνθρωπο.»
Μιλώντας για το πώς ο έρωτας του έργου γίνεται σύγχρονος, η συζήτηση οδηγείται φυσικά στους δύο ηθοποιούς και στον τρόπο που ενσαρκώνουν αυτή τη διπλή χρονικότητα: του 1900 και του 2025. Εκεί, η ενδυματολογία παίζει έναν ρόλο-κλειδί, όχι ως ιστορική αναπαράσταση, αλλά ως μέσο που γεφυρώνει δύο εποχές και επιτρέπει στο κοινό να δει μια παλιά ιστορία μέσα από απολύτως σημερινά μάτια.
Πώς λειτουργεί η ενδυματολογία σε αυτή τη γέφυρα ανάμεσα στο 1900 και στο σήμερα; Πώς βοηθά ώστε ο Δημοσθένης και η Ελέγκω να «μιλήσουν» στον σύγχρονο θεατή;
«Με απασχολούσε πολύ αυτό στη σκηνοθεσία: μπορούν ο Δημοσθένης και η Ελέγκω να μιλήσουν στον άντρα και στη γυναίκα του σήμερα; Νομίζω πως ναι. Νομίζω πως το έχουμε πετύχει. Βλέπεις δύο ηθοποιούς που είναι ταυτόχρονα στο 1900 και στο 2025. Η όψη, η ενδυματολογία, τα αντικείμενα σε μεταφέρουν στην εποχή, αλλά νιώθεις ότι είσαι και στο “τώρα”. Δεν βλέπεις μια παλιά ιστορία. Βλέπεις μια πολύ σύγχρονη ιστορία αγάπης, όπου ο ένας δεν παρατάει τον άλλον και όπου η ειλικρίνεια είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής.
Αυτό έχει να κάνει και με τον λόγο, με τις δράσεις τους, με τις σχέσεις και τα συναισθήματα που αναπτύσσονται. Όλα αυτά τα βλέπεις με έναν τρόπο εξαιρετικά σημερινό. Και ξέρετε… επειδή η μόδα σήμερα έχει τεράστια ποικιλία, φοράμε πολλά vintage στοιχεία, ανακατεύουμε εποχές, υφές, στυλ. Έχουμε εξοικειωθεί με το “παλιό” μέσα στο “καινούργιο”. Έτσι, ακόμη και το να δεις ένα κοστούμι του 1900 δεν είναι αρκετό για να σε πάει αυτόματα σε μια “παλιά” ιστορία. Αντιθέτως, μπορεί να διαβαστεί απόλυτα σύγχρονα. Ενώ η ενδυματολογία τιμά την εποχή, η ερμηνεία και η σκηνοθετική ματιά είναι εντελώς σύγχρονες. Η εικόνα μπορεί να ανήκει στο τότε, αλλά αυτό που νιώθεις είναι καθαρά του σήμερα.»

Πώς δουλέψατε με τους δύο ηθοποιούς ώστε να μπουν σε αυτή την εποχή και να ενσαρκώσουν τόσο πειστικά τον Δημοσθένη και την Ελέγκω;
«Με τους δύο ηθοποιούς, το πρώτο κομμάτι ήταν η οικειοποίηση της διαλέκτου. Να μπορέσουν να μπουν στη χιώτικη ντοπιολαλιά, να καταλάβουν γιατί κάποιες λέξεις έχουν συγκεκριμένη ενέργεια και συγκεκριμένη σημασία. Δεν είναι απλώς θέμα προφοράς· είναι θέμα εσωτερικού ρυθμού, βιώματος.
Το επόμενο βήμα ήταν να μπουν στην εποχή. Να μπουν μέσα στο σώμα και την ψυχή δύο ανθρώπων που ζούσαν σε μια προ-βιομηχανική κοινωνία. Δύο ανθρώπων της γης, που κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν με τις κότες και τα κοκόρια, που ήταν απόλυτα συνδεδεμένοι με τη μέρα, τη νύχτα, τα ζώα. Άνθρωποι της δουλειάς, που γι’ αυτό δεν είχαν δεύτερες και τρίτες και τέταρτες σκέψεις, δεν προλάβαιναν κιόλας.
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο άμεσοι, πιο αυθόρμητοι, πιο καθαροί απ’ ό,τι είμαστε εμείς σήμερα. Αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε να μεταφέρουμε στην πρόβα: την αμεσότητα, την καθαρότητα, τη συναισθηματική ειλικρίνεια μιας εποχής που δεν είχε “προσωπεία”. Το πώς μπορείς να αγαπάς χωρίς να φοβάσαι ότι θα εκτεθείς. Αυτό ήταν το μεγάλο μας στοίχημα».
Στο θέατρο του Νέου Κόσμου θα βρουν μια εξαιρετική συνθήκη φιλοξενίας ενώ με τους δύο πρωταγωνιστές, την Τζωρτζίνα Λιώση και τον Σταμάτη Μπάκνη, η συνεργασία τους θα είναι όμορφη και απόλυτα ομαλή, γεγονός που θα επιτρέψει να «ανθίσει η παράσταση».
Η Χίος πέρα από τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το Πιτσιμπούργκο είναι και ο τόπος της Αρκαδίας Ψάλτη. Η προσωπική αυτή σχέση με το νησί δίνει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στον τρόπο που διαβάζει την ιστορία. Έτσι, η κουβέντα οδηγείται φυσικά στο πώς βλέπει τη Χίο του σήμερα και αν αναγνωρίζει σε αυτήν ίχνη από εκείνον τον κόσμο των αρχών του 20ού αιώνα.
Λόγω της καταγωγής σας, θα με ενδιέφερε το σχόλιό σας: αν κοιτάξετε τη Χίο σήμερα, νιώθετε ότι υπάρχει κάτι ακέραιο από εκείνον τον κόσμο; Υπάρχουν πτυχές του νησιού που εξακολουθούν να κουβαλούν μια μνήμη των μεγάλων μεταναστευτικών κυμάτων;
«Κοιτάξτε… η παιδική μου ηλικία ήταν τη δεκαετία του ’70 και του ’80. Η Χίος που θυμάμαι εγώ τότε δεν υπάρχει πια. Και από το 1999 που έφυγα για την Αθήνα, κάθε φορά που επιστρέφω βλέπω ένα διαφορετικό νησί. Ιδιαίτερα την τελευταία 15ετία έχει αλλάξει πάρα πολύ η φυσιογνωμία του. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι έχει καεί σχεδόν όλο το νησί. Η φυσική καταστροφή είναι τεράστια. Κι από εκεί και πέρα, η Χίος μπορεί να πληγεί πολύ εύκολα από αποφάσεις που παίρνονται- κυβερνητικές, δημοτικές. Τώρα, για παράδειγμα, προσπαθούν να κάνουν ένα ορυχείο αντιμονίου, ένα εξαιρετικά τοξικό υλικό. Ολόκληρο το νησί έχει ξεσηκωθεί. Η Χίος αυτή τη στιγμή παλεύει να προστατέψει τον τόπο της. Οι Χιώτες προσπαθούν να επαναφέρουν όσο μπορούν το φυσικό τοπίο, να μην αφήσουν να καταστραφεί κι άλλο.
Και βέβαια υπήρξαν και οι μεγάλες πιέσεις λόγω του προσφυγικού. Από τότε που ξεκίνησαν οι πρόσφυγες να έρχονται, δημιουργήθηκαν δομές, υπήρξαν μεγάλες εντάσεις. Έφεραν ΜΑΤ, χτυπήθηκε κόσμος, γιατί ήθελαν να φτιάξουν μια δομή σε σημείο του νησιού που δεν είχε ούτε νερό ούτε ρεύμα, ένα σημείο που το καλοκαίρι είναι ένα ξερό τοπίο, έτοιμο να πάρει φωτιά. Κι εκεί, πραγματικά, είδα όλο το νησί να ενώνεται. Έξω από κόμματα, έξω από πεποιθήσεις. Οι Χιώτες προσπαθούν να σώσουν τον τόπο τους.
Οπότε… όχι. Η Χίος του σήμερα δεν μοιάζει με τη Χίο του 1900. Αυτό μου έχει μείνει είναι η προσπάθεια του Χιώτη να σώσει το νησί.»

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση; Μια εικόνα, ένα συναίσθημα, μια σκέψη, έναν προβληματισμό; Τι θεωρείτε επιτυχία για εσάς;
«Αυτό που θα ήθελα να μείνει στον θεατή είναι μια γλύκα. Μπορεί το τέλος να πικραίνει λίγο, και είναι φυσικό, αλλά αυτή η γλύκα και η ομορφιά της αγάπης… αυτό νομίζω είναι που διαπερνάει και τον χώρο και τον χρόνο. Δεν υπάρχει κάτι άλλο πιο δυνατό. Όλα τα υπόλοιπα, κατά κάποιον τρόπο, απλώς καταστρέφουν την αγάπη. Αν ο θεατής φύγει και κουβαλά μαζί του αυτή την αίσθηση, την τρυφερότητα, τη δύναμη και την ομορφιά της αγάπης, τότε για μένα η παράσταση έχει πετύχει τον στόχο της.»
