Το πρώτο προσωπικό αφήγημα της Άννας Κρεμέζη-Μαργαριτούλη γράφτηκε από μια προσωπική ανάγκη να διασωθούν μνήμες πριν χαθούν, να μπουν σε τάξη, να αρχειοθετηθούν. Αφορμή στάθηκε το αληθινό ενδιαφέρον της εγγονής της, αλλά ουσία είναι η ίδια η πόλη και ο τρόπος που αυτή διαμόρφωσε ανθρώπους, χαρακτήρες, στάσεις ζωής. Στο βιβλίο της «Ερρίκου Σλήμαν 42 – Πατήσια», πρόθεση δεν είναι να παρουσιαστούν τα Πατήσια των μέσων του 20ού αιώνα, με τα κτήματα, τα δέντρα, τα παιδιά που σκαρφαλώνουν και τους ενήλικες ως ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Αντιθέτως, η συγγραφέας μιλά ανοιχτά για ένα οργισμένο παιδί, για αδικίες, για συναισθήματα που μόνο ο χρόνος και η εμπειρία μπορούν να μεταπλάσουν. Παράλληλα, η Αθήνα αναδεικνύεται ως μια πόλη που, όπως λέει, σήμερα «πονά» όχι τόσο από τις αλλαγές της όσο από την έλλειψη αγάπης των κατοίκων της. Μια πόλη που απαιτεί φροντίδα, μικρές καθημερινές πράξεις σεβασμού, μια νέα σχέση ευθύνης.

Με μακρά διαδρομή στην εκπαίδευση, την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση και τις εκδόσεις και ως ιδρυτικό μέλος του ΑΡΧΕΛΩΝ, η Άννα Κρεμέζη-Μαργαριτούλη αντιμετωπίζει το έργο της ως καθήκον. Είτε μιλά για μια μουσειο-βαλίτσα, είτε για τη σχέση ανθρώπου και φύσης, είτε για την παιδική ηλικία στην Αθήνα, ο στόχος παραμένει ο ίδιος: να κατανοήσουμε τη θέση μας στον κόσμο και να γίνουμε, έστω προσπαθώντας, καλύτεροι άνθρωποι.

Το βιβλίο σας λειτουργεί σαν μια πολύτιμη μαρτυρία ενός κόσμου που μοιάζει σχεδόν ονειρικός σήμερα. Πότε νιώσατε για πρώτη φορά την ανάγκη να καταγράψετε αυτές τις αναμνήσεις;

Όταν είδα πραγματικό ενδιαφέρον από την εγγονή μου, την ώρα που περιέγραφα χαρακτηριστικά και συνήθειες της γιαγιάς μου της Άννας. Έχω και μια μανία να κρατάω αρχεία. Είδα λοιπόν κι αυτό το αφήγημα σαν τήρηση ενός αρχείου ταξινομημένων αναμνήσεων.

Η Άννα Κρεμέζη-Μαργαριτούλη και η εγγονής της Ηλέκτρα, 1996

Η μνήμη συχνά εξιδανικεύει το παρελθόν. Προσπαθήσατε να ισορροπήσετε ανάμεσα στη νοσταλγία και την πραγματικότητα; Υπήρχαν στιγμές δύσκολες να καταγραφούν;

Νοσταλγία νομίζω ότι δεν υπάρχει σ’ αυτό το αφήγημα. Στις φωτογραφίες του θα με δείτε κατσούφα. Είναι επειδή υπήρξα ένα οργισμένο παιδί. Μέχρι περίπου τα 10 μου χρόνια αισθανόμουνα πως οι ενήλικες του περιβάλλοντός μου, συμπεριλαμβανομένων και των γονιών μου, με αδικούσαν. Αν έγραφα τότε το αφήγημα θα ήτανε ασφαλώς πολύ σκληρό. Όμως το έγραψα τώρα. Στα χρόνια που μεσολάβησαν μπορώ να πω ότι σχεδόν θεραπεύτηκα. Κι αυτό συνέβη επειδή έχουν μεσολαβήσει ευνοϊκές εποχές και συμβάντα. Αν τα πάρουμε χρονικά, πρώτα έρχεται η φοίτησή μου στα Εκπαιδευτήρια Μίνα Αηδονοπούλου, αυτό το σπουδαίο σχολείο όπου αισθάνθηκα παραδοχή και αξία. Μετά η γνωριμία με τον άντρα της ζωής μου που με έκανε να νιώσω «μοναδική». Τρίτο η νοσταλγία που ένιωσα για τους γονείς μου όταν βρέθηκα σε μια μικρή «ξενιτιά» στην Ολλανδία. Τέλος όταν απέκτησα δικά μου παιδιά και είδα τις δυσκολίες ανατροφής των παιδιών από «μέσα». Θεωρώ πως αυτά τα γεγονότα με βοήθησαν να γίνω επιεικής, να καταλάβω και να συγχωρήσω τους γονείς μου. Σχεδόν με απελευθέρωσαν.

Τι είναι αυτό που σας «πονάει» περισσότερο στη σημερινή Αθήνα;

Με πονάει που οι Αθηναίοι, γηγενείς και μη, δεν αγαπάνε την Αθήνα. Την πληγώνουνε, κι ενώ εκμεταλλεύονται όσα τους προσφέρει, δεν ανταποδίδουν, δεν την σέβονται. Θα ‘λεγε κανείς πως αισθάνονται υποχρέωση να λένε σε τρίτους πόσο άσχημη είναι, ακόμα κι αν δεν το πιστεύουνε. Οι περισσότεροι ξοδεύουνε κόπο, χρόνο και χρήματα για «το σπίτι στο χωριό», παρά για τη μόνιμη κατοικία τους στην Αθήνα, έστω κι αν είναι ιδιόκτητη. Νομίζω πως πολλές μικρές αλλαγές με αγάπη, μπορούν να κάνουν την Αθήνα αξιαγάπητη. Για μένα πάντως είναι.

Από την πληροφορική μέχρι την προστασία της άγριας ζωής και τη συγγραφή, η διαδρομή σας μοιάζει πολυδιάστατη. Υπάρχει ένα κοινό νήμα που ενώνει όλες αυτές τις επιλογές;

Η πληροφορική ταίριαξε με τον πρακτικό μου χαρακτήρα. Τα λογικά διαγράμματα που διδάχθηκα στον Προγραμματισμό Η/Υ με βοήθησαν στον σχεδιασμό και την αποτελεσματικότητα των έργων που αναλάμβανα. Και βέβαια κάθε έργο, είτε γινότανε κάτω από την «ομπρέλα» του Συλλόγου ΑΡΧΕΛΩΝ, είτε των Φίλων του Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή, είχε έναν στόχο, θέλω να πιστεύω, υψηλό. Είχα την τύχη και στους δυο φορείς να έχω σπουδαίους συνεργάτες. Ό,τι φτιάχνουμε λοιπόν, είτε μια έκδοση, είτε μια μουσειοβαλίτσα, ξέρουμε γιατί το κάνουμε, τι θέλουμε να πούμε. Για παράδειγμα όταν φτιάχνεις μια μουσειοβαλίτσα, ας πούμε για τα Ηφαίστεια, ποιος νομίζετε πως είναι ο στόχος; Να αντιληφθούμε πόσο μικρή και προσωρινή είναι η ύπαρξή μας. Όσο για την προστασία της άγριας ζωής, αυτό είναι μια έμφυτη έννοια δικαιοσύνης και σεβασμού προς τις λειτουργίες του πλανήτη που διαπερνά όλα μου τα έργα αλλά και την καθημερινότητά μου. Προσπαθώ να είμαι συνεπής με τα πιστεύω μου.

Πιστεύετε ότι η επαφή με τη φύση –όπως τη ζήσατε μικρή στα Πατήσια με το κτήμα και το οικοσύστημα γύρω από το σπίτι– διαμόρφωσε τον τρόπο που αργότερα αγκαλιάσατε την οικολογική δράση;

Ασφαλώς. Δεν παθαίνω υστερία όταν με πλησιάζει μια σφίγγα. Μ’ αρέσει να φυτεύω, να κλαδεύω και να βάζω τα χέρια μου μέσα στο χώμα. Η ασχολία μου με τη χελώνα ήτανε μια σύμπτωση. Με τον άντρα και τα παιδιά μας ανακαλύψαμε τον βιότοπο της Καρέτα στη Ζάκυνθο. Εκείνος εντόπισε τα ίχνη. Αλλά και πριν σε εκδρομές και διακοπές με τα παιδιά, από την ηλικία του μπιμπερό, κατασκηνώναμε. Είχαμε μαζί μας και βιβλία για να αναγνωρίζουμε πουλιά, φυτά, κοχύλια κ.ά. Αναρωτιόμαστε κι αυτό το «μικρόβιο» μάς το κόλλησε ο άντρας μου. Μετά από την ανακάλυψη του βιοτόπου της χελώνας η ζωή μας άλλαξε. Εκείνος ασχολήθηκε με τη μελέτη και την προστασία του ίδιου του ζώου κι εγώ με τη σχέση των ανθρώπων μ’ αυτό το φαινόμενο. Εκμεταλλεύθηκα το γεγονός για να εφαρμόσω την ιδεολογία μου. Θα σας πω ένα παράδειγμα: Ο «καθηγητής» ρώτησε τρεις φοιτητές: Γιατί προστατεύουμε τις χελώνες; Ο πρώτος είπε: επειδή πρέπει να παίξουν τον ρόλο τους στο οικοσύστημα. Ο δεύτερος είπε: επειδή αυτό είναι το δίκαιο. Κι ο τρίτος είπε: προσπαθούμε να τις προστατεύσουμε, δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι καθώς προσπαθούμε, γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι.

Τι σας έδωσε μεγαλύτερη χαρά ή αίσθηση προσφοράς στο έργο που έχετε κάνει όλα αυτά τα χρόνια;

Παίρνω χαρά από κάθε δημιούργημά μου, όταν βλέπω ότι πιάνει τόπο. Αλλά δεν το θεωρώ προσφορά, το καθήκον μου κάνω. Παίρνω χαρά κι όταν βλέπω τα παιδιά και τα εγγόνια μου να βαδίζουν στα δικά μας πατήματα. Θα σας πω άλλο ένα παράδειγμα: Έχουμε μια μουσειοβαλίτσα για το φαινόμενο της μετανάστευσης, από το πλαγκτόν μέχρι τις φάλαινες κι από τα ραδίκια μέχρι τον άνθρωπο. Όταν κάνουμε εμείς την παρουσίαση, στο τέλος ζητάμε από τα παιδιά να γράψουν «τι έμαθαν, τι αισθάνθηκαν, τι τους έκανε εντύπωση». Αυτά τα λίγα λόγια που γράφουν, όταν δείχνουν ότι οι ιδέες μου έγιναν πιστευτές κι εφαρμόσιμες, αυτό μού δίνει μεγάλη χαρά.

Το βιβλίο αυτό μοιάζει σαν μια κατάθεση ζωής. Θα λέγατε πως έρχεται ως φυσική συνέχεια όλων όσων έχετε κάνει μέχρι σήμερα;

Αν εννοείτε τη συγγραφή γενικά, σας λέω ότι ποτέ δεν έπαψα να γράφω. Από το σχολείο ακόμα. Στη συνέχεια από το 1985 γράφω στο μικρό περιοδικό «Οι Φίλοι του Μουσείου» αλλά και στις εκδόσεις του «ΑΡΧΕΛΩΝ». Το βιβλίο αυτό αφορά την εποχή πριν από τη διαμόρφωσή μου ως συνειδητοποιημένο άτομο. Αφορά βέβαια και γεγονότα που μάλλον διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου. Για παράδειγμα να μην περιμένω από τους άλλους να κατευθύνουν τη ζωή μου. Να φτιάχνω την «τύχη» μου. Άρα δεν είναι μια φυσική συνέχεια. Αυτό το βιβλίο είναι μάλλον μια «εισαγωγή» που γράφτηκε αργά.

Αν έπρεπε να κρατήσουμε μία εικόνα από εκείνη την Αθήνα που περιγράφετε, ποια θα ήταν αυτή;

Η εικόνα παιδιών που παίζουν σκαρφαλωμένα σ’ ένα δέντρο και γονείς που τα ενθαρρύνουν και τους δείχνουν πώς αλλάζει «πουκάμισο» ένας τζίτζικας. Όσο για το δομημένο περιβάλλον σκέφτομαι μικρά ή μεγάλα σπίτια, περιποιημένα, με νοιάξιμο από όσους ζουν μέσα σ’ αυτά, αλλά νοιάξιμο και για το περιβάλλον γύρω τους.   

Τι θα θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ένας νεότερος αναγνώστης που δεν έχει καμία βιωματική σχέση με εκείνη την εποχή;

Πρώτα θα ήθελα να νιώσει ότι και οι σημερινοί ηλικιωμένοι κάποτε ήτανε παιδιά. Ότι κι εκείνα τα παιδιά είχανε καλές και κακές εμπειρίες. Φτιάχνανε πολλά πράγματα μόνα τους. Να δει και πόσο άλλαξε η Αθήνα. Δεν θα πω «γρήγορα» ή «αργά» επειδή η έννοια του χρόνου είναι σχετική με την ηλικία του καθενός. Προσωπικά εκπλήσσομαι όταν βλέπω γεγονότα που τα θεωρώ χθεσινά να έχουν γίνει … ιστορία. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος για τον οποίο έγραψα αυτό το βιβλίο.