Έπειτα από την πολύ επιτυχημένη παρουσίασή της στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και την περιοδεία της σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, η σοφόκλεια Ηλέκτρα του Δημήτρη Τάρλοου επιστρέφει στο Θέατρο Πορεία, αυτή τη φορά «εντός»: σε κλειστό χώρο, με νέο θίασο και τον τίτλο Ηλέκτρα εντός.
Η Αγλαΐα Παππά ως Κλυταιμνήστρα, η Λουκία Μιχαλοπούλου ως Ηλέκτρα, ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ως Παιδαγωγός, ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος ως Ορέστης και ο Δημήτρης Τάρλοου ως Αίγισθος συναντιούνται σε ένα σκηνικό σύμπαν με τόνους καμπαρέ, ζωντανή τζαζ μουσική του Φώτη Σιώτα και μια ατμόσφαιρα θρίλερ γύρω από ένα ακόμη επικείμενο φονικό.
Με αφορμή αυτή τη μετατόπιση από το ανοιχτό στο κλειστό θέατρο, μιλήσαμε με την Αγλαΐα Παππά για τις δυνατότητες του αρχαίου δράματος σε κλειστό χώρο, για την Κλυταιμνήστρα ως αρχετυπική μορφή, για την τολμηρή αισθητική της παράστασης, τη συνεργασία της με τον Δημήτρη Τάρλοου, αλλά και για την εκπαίδευση, την ελευθερία και το παιγνιώδες βλέμμα με το οποίο εξακολουθεί να κοιτά το θέατρο.
Η Ηλέκτρα εντός είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις, όπου μια επιτυχημένη επιδαυρική παραγωγή επιχειρείται να μεταφερθεί σε κλειστό θέατρο, κάτι που δεν συναντάμε συχνά στην Ελλάδα. Τι σημαίνει για εκείνη αυτή η μετατόπιση από τον ανοιχτό στον εσωτερικό χώρο; Αλλάζει κάτι ουσιαστικά στον τρόπο που λειτουργεί το αρχαίο δράμα;
«Κατ’ αρχάς, δεν το συναντάμε τόσο συχνά στην Ελλάδα. Κι αυτό γιατί έχουμε τα αρχαία θέατρα, τα ανοιχτά θέατρα, και έναν καιρό που ευνοεί τις υπαίθριες παραστάσεις. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα ανοιχτά θέατρα απαιτούν και μια διαφορετική τεχνική. Με τη χρήση μικροφώνων, πολλές φορές, η δυναμική της φυσικής φωνής μπορεί να στερηθεί κάποιες πολύ λεπτές αποχρώσεις· όμως τα ανοιχτά θέατρα έχουν μια εντελώς δική τους ενέργεια, κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Στην Ορέστεια, όπως ξέρετε, χρησιμοποιούσαμε φυσικές φωνές. Το έχω βιώσει αυτό. Από την άλλη, στην Ευρώπη, τόσο λόγω των κλιματικών συνθηκών όσο και μιας διαφορετικής αντίληψης για τα έργα, οι παραστάσεις τραγωδίας μέσα σε κλειστούς χώρους είναι κάτι πάρα πολύ συνηθισμένο. Σιγά-σιγά νομίζω πως και στην Ελλάδα συμφιλιωνόμαστε με αυτό. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί, στην ουσία, δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα: η ενέργεια, η πυκνότητα, ο εσωτερικός χρόνος του ηθοποιού δεν μεταβάλλονται. Ο ηθοποιός προσαρμόζεται αυτόματα στον χώρο. Απλώς, ο κλειστός χώρος κάνει την απεύθυνση πολύ πιο άμεσα, κυρίως ως προς το κοινό. Η εγγύτητα είναι διαφορετική, πολύ πιο έντονη. Και θεωρώ πως αυτό είναι κομβικό στοιχείο.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτά τα έργα δεν είναι ψυχολογικά, είναι βαθιά πολιτικά. Είναι έργα που απευθύνονται ευθέως στο κοινό: με το ένα μάτι στραμμένο στον συντάκτη τους και το άλλο στο κοινό. Ο λόγος είναι δημόσιος. Δεν υπάρχει “ιδιωτική σκηνή” στο αρχαίο δράμα, δεν υπάρχει εσωτερική πάλη όπως τη γνωρίζουμε στη νεότερη δραματουργία. Το αρχαίο δράμα είναι εξ ολοκλήρου θέατρο δημοσίου λόγου. Και ο δημόσιος λόγος είναι κατεξοχήν πολιτικός. Μπορεί να φαίνονται οικογενειακές ιστορίες, αλλά δεν είναι. Πρόκειται για οικογενειακούς μύθους που χρησιμοποιούνται για να φωτίσουν αντίστοιχες κοινωνικές συνθήκες. Γι’ αυτό και η απεύθυνση προς το κοινό είναι τόσο σημαντική· και στον κλειστό χώρο βρίσκει συχνά μια ιδιαίτερα καθαρή εφαρμογή. Κατά τα άλλα, για μένα, δεν αλλάζει τίποτα».

Μετά από αυτή την πρώτη χαρτογράφηση του «χώρου» της τραγωδίας, η συζήτηση μετακινείται φυσικά προς τον άνθρωπο που την κάλεσε σε αυτό το εγχείρημα. Ποια η πρώτη αντίδραση στην πρόταση του Δημήτρη Τάρλοου αλλα και οι σκέψεις για αυτή τους την συνάντηση;
«Την πρόσκληση του Δημήτρη Τάρλοου την αντιμετώπισα πολύ θετικά, γι’ αυτό και βρίσκομαι εδώ. Κατ’ αρχάς, με συγκίνησε η προοπτική να συμμετέχω σε ένα τέτοιο έργο και σε μια τόσο προσεγμένη παραγωγή. Το Θέατρο Πορεία έχει έναν επαγγελματισμό που σέβομαι βαθιά. Κι εδώ μιλάμε για μια παραγωγή όπου όλοι γνωρίζουν ακριβώς τι κάνουν· δεν είναι τυχαίοι άνθρωποι που πήραν έναν μύθο απλώς για να τον “πειράξουν”, αλλά για να μιλήσουν μέσα από αυτόν για κάτι που πραγματικά τους καίει.
Και θέλω να πω κάτι ακόμη: θεωρώ ότι η απόφαση του Δημήτρη ήταν θαρραλέα. Όχι απλώς τολμηρή μα θαρραλέα. Τέτοιες αποφάσεις, ειδικά καλλιτεχνικές, τις παίρνουμε όταν πια είμαστε απολύτως σίγουροι για αυτό που θέλουμε και όταν δεν έχουμε πια την ανάγκη να αποδείξουμε τίποτα.
Με τον Δημήτρη Τάρλοου είμαστε της ίδιας γενιάς. Γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Ο καθένας ακολούθησε τη δική του πορεία και ήρθε η στιγμή να συναντηθούμε. Και, όπως συμβαίνει συχνά, τα πράγματα γίνονται τη σωστή στιγμή, ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα. Όταν είμαστε έτοιμοι. Αυτή η συνάντηση είναι για μένα πολύ ενδιαφέρουσα. Και εξαιρετικά σημαντική. Γιατί, εκτός από την αμοιβαία εκτίμηση, ο Δημήτρης μού έχει δώσει μια ελευθερία και μια εμπιστοσύνη που δεν μπορώ να προσπεράσω. Δεν είναι καθόλου απλό πράγμα ένας σκηνοθέτης να εμπιστεύεται τόσο τον ηθοποιό του. Ούτε το αντίστροφο. Αλλά, σας διαβεβαιώ, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει η δουλειά μας. Οι μεσοβέζικες λύσεις στο θέατρο δεν ισχύουν.
Και ναι… αισθάνομαι χαρά. Είναι σαν να ξαναβρήκα έναν παλιό μου φίλο. Υπάρχει ένας κοινός κώδικας. Οι γενιές έχουν κώδικα μεταξύ τους, ειδικά όταν έχουν ψαχτεί στα ίδια μονοπάτια, όπως έχουμε ψαχτεί εμείς. Κι αυτή η εμπιστοσύνη που μου δείχνει… με συγκινεί. Μου δίνει μια αίσθηση πληρότητας».

Από τη συνεργασία με τον σκηνοθέτη περνάμε οργανικά στο ίδιο το έργο και στο πώς αντιλαμβάνεται ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα του μυθικού κύκλου. Τον ρόλο δηλαδή που υποδύεται την Κλυταιμνήστρα.
«Δεν υπάρχει “η δική μου” Κλυταιμνήστρα. Δεν προσεγγίζω τον ρόλο από αυτή τη σκοπιά. Καταρχάς, μιλάμε για ένα μυθικό πρόσωπο. Τα πρόσωπα στους μύθους δεν είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Τα πρόσωπα των μύθων ανήκουν σε μια άλλη κατηγορία ύπαρξης. Δεν νομίζω ότι εσείς, ή η γειτόνισσά σας, έχετε “παππού τον ήλιο”, όπως η Μήδεια. Ούτε ότι η διπλανή κυρία έχει δύο αδέλφια – δίδυμα αστέρια, όπως η Κλυταιμνήστρα. Αν βρείτε τέτοια, να μου τη γνωρίσετε. Αυτά τα πρόσωπα μπορεί να συμπεριφέρονται σαν εμάς, αλλά δεν είναι σαν εμάς. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε όταν προσεγγίζουμε το αρχαίο δράμα. Μόνο τότε μπορούμε να ακολουθήσουμε το νήμα του απόλυτου, να απομακρυνθούμε από τον ρεαλισμό και την ψυχολογία, που βρίσκονται σε τεράστια απόσταση από τον κόσμο αυτών των έργων. Είναι μια εντελώς διαφορετική θεώρηση».

Η προσέγγιση του ρόλου οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στη συζήτηση για τον μύθο. Γιατί επιστρέφουμε στον αρχαίο μύθο σήμερα;
«Τελικά, μάλλον εμείς επιλέγουμε τον αρχαίο μύθο για να επικοινωνήσουμε με τη σύγχρονη εποχή και να μιλήσουμε, ξανά, για τα απλά και τα καθημερινά. Ναι. Δεν υπάρχει περίπτωση οι τραγικοί να έγραφαν επειδή ήθελαν να αφηγηθούν μια ωραία ιστορία. Έγραφαν για να μιλήσουν για επίκαιρα ζητήματα της εποχής τους. Και, για να το πω απλά, για να μην καταλήξει αυτό που έκαναν σε κάτι επιθεωρησιακό, που ήταν κυρίως ο ρόλος της κωμωδίας, χρησιμοποιούσαν τους μύθους. Ο μύθος τους έδινε την απαραίτητη απόσταση, ώστε να μιλήσουν επί της ουσίας για τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας. Κι αν το σκεφτείτε, τα ίδια προβλήματα λίγο-πολύ υπάρχουν και σήμερα. Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν εύκολα.
Για ποιο λόγο γράφτηκε η Ηλέκτρα; Βρισκόμαστε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για την Αθήνα. Έχει περάσει η εποχή του Περικλή, έχει προηγηθεί ο μεγάλος λοιμός, ο Πελοποννησιακός πόλεμος συνεχίζεται. Υπάρχει τεράστια ανασφάλεια, αμφισβήτηση αξιών. Η εκδίκηση λειτουργεί ως υποκατάστατο της δικαιοσύνης. Ο πόνος της απώλειας γίνεται συλλογική τραυματική εμπειρία. Είναι μια σκοτεινή, σκληρή περίοδος της αθηναϊκής κοινωνίας. Γι’ αυτό και η Ηλέκτρα του Σοφοκλή είναι η πιο σκοτεινή και η πιο σκληρή από τις τρεις που έχουν γράψει, σε σχέση με τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη.
Κι αν αναρωτηθείτε, όλα αυτά που μόλις ανέφερα είναι απολύτως σύγχρονα. Σκεφτείτε το συλλογικό τραύμα που κουβαλά η σημερινή ελληνική κοινωνία. Σκεφτείτε την έλλειψη της τιμής, της ηθικής υποχρέωσης. Σκεφτείτε πώς, πολύ πρόσφατα, είδαμε ξανά την εκδίκηση να εμφανίζεται ως υποκατάστατο της δικαιοσύνης κάτω στην Κρήτη, ας πούμε. Μην νομίζουμε ότι αυτά τα θέματα δεν μας αφορούν. Το έργο έρχεται να μας τα υπενθυμίσει ολόκληρα. Γι’ αυτό έχουν τη δύναμη που έχουν αυτά τα έργα. Δεν είναι ούτε μουσειακά αντικείμενα, ούτε αντικείμενα καθαρά φιλολογικής αναζήτησης».

Μιλώντας για τον μύθο της Ηλέκτρας, η κουβέντα ανοίγει προς τη σχέση μητέρας–κόρης και στη συνεργασία της με τη Λουκία Μιχαλοπούλου που υποδύεται την Ηλέκτρα.
«Όλα τα γυναικεία πρόσωπα στην τραγωδία είναι εξαιρετικά ισχυρά. Κι αυτό έχει να κάνει με τη μεταβατική συνθήκη του κόσμου της τραγωδίας· οι γυναικείες παρουσίες κουβαλούν μια δύναμη σχεδόν κοσμική. Μπορώ να σας πω ότι συχνά είναι πιο ισχυρές από τις ανδρικές. Το γυναικείο στοιχείο φέρει τη γέννηση, τη ζωή· έχει μια βαθιά συγγένεια με τη γη, με το σκοτάδι, με το χθόνιο. Αυτό το καθιστά τρομερά δυνατό μέσα στον τραγικό λόγο. Γι’ αυτό και οι γυναίκες, τα δρώντα γυναικεία πρόσωπα, δημιουργούν συγκρούσεις που είναι πραγματικά σεισμοί μεγατόνων.
Από εκεί και πέρα, καταλαβαίνω απολύτως το ενδιαφέρον για τη σχέση μητέρας–κόρης. Αλλά εγώ στέκομαι πάντα με κάποια απόσταση από την ψυχολογική προσέγγιση. Αυτά τα πρόσωπα δεν είναι ούτε φυσικά ούτε ιστορικά πρόσωπα, είναι αρχετυπικά. Για αυτό έχουν ανάγκη τον μύθο. Συμπεριφέρονται, βεβαίως, σαν εμάς, όπως είπα και πριν, αλλά δεν είναι σαν εμάς.
Και κάτι ακόμη: σε όλες τις τραγωδίες θα δείτε ότι τα πρόσωπα έχουν είτε πολύ στενή συγγενική σχέση είτε βαθιά φιλική σχέση μεταξύ τους. Γιατί; Επειδή όταν υπάρχει μια τόσο ισχυρή σχέση και δημιουργείται σύγκρουση, η δραματική ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα. Αν ήταν δύο εχθροί ή δύο αδιάφοροι άνθρωποι, δεν θα είχε καμία δύναμη το ίδιο γεγονός.
Όσο για τη συνεργασία μου με τη Λουκία Μιχαλοπούλου, τι να σας πω; Η Λουκία είναι μία εξαιρετική ηθοποιός και πολύ καλή συνάδελφος. Έχει ήδη μια μεγάλη εμπειρία από την παράσταση, πολλών μηνών πλέον. Η συνεργασία μας ήταν εύκολη, απρόσκοπτη και, θέλω να πιστεύω, πολύ αποτελεσματική».

Και από τον δραματουργικό άξονα περνάμε στην αισθητική γλώσσα της παράστασης, μια γλώσσα τολμηρή, εξωστρεφής, απρόβλεπτη. Ατμόσφαιρα καμπαρέ, μουσική τζαζ, ερωτισμός.
«Η γνώμη μου είναι ότι η τραγωδία μπορεί να συνομιλήσει με οποιαδήποτε αισθητική επιλογή, αρκεί ο πυρήνας της να κρατήσει τον δείκτη του απόλυτου. Η αισθητική είναι ιδεολογία, πάντα. Και πρέπει να υπηρετείται ως τέτοια. Αλλά η όψη δεν μπορεί ποτέ να γίνει ισχυρότερη από το “κύτταρο” του οργανισμού, από το εσωτερικό του έργου. Μπορείς να το τοποθετήσεις παντού: αυτό έχει να κάνει με τη δραματουργία και τη σκηνοθεσία. Εκείνο όμως που εμείς, ως εκτελεστές, οφείλουμε να κάνουμε είναι να τηρούμε αυτό το δίχτυ του απόλυτου. Και τότε θα δείτε ότι χωράνε τα πάντα.
Η τραγωδία ανοίγει πεδία τεράστια. Σου δίνει τη δυνατότητα, όταν ξέρεις καλά το αντικείμενό σου, να παίρνεις ρίσκα, να είσαι τολμηρός. Και αυτό έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Μου αρέσει πάρα πολύ η τόλμη που επιδεικνύει αυτή η φετινή παράσταση. Νομίζω ότι προσφέρει μια νέα έννοια και μια νέα σοβαρότητα ταυτόχρονα. Έχει το απρόβλεπτο κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Βλέπετε, πολλές φορές πηγαίνουμε στο θέατρο κουβαλώντας, ακόμη και ασυνείδητα, μια προκαθορισμένη εικόνα για το τι θέλουμε να δούμε. Αυτό όμως στερεί από τον ίδιο τον θεατή την περιπέτεια. Την περιπέτεια του αγνώστου. Αν προσέρχεσαι με μια συγκεκριμένη, παγιωμένη αντίληψη, είσαι κλειστός. Αν όμως είσαι ανοιχτός, τότε μπορείς πραγματικά να μπεις στη θεατρική πράξη και αυτό είναι πολύ ευχάριστο».

Η αισθητική συμπληρώνεται από έναν ακόμη βασικό ρόλο: τη ζωντανή μουσική που λειτουργεί ως μέρος της δράσης, δημιουργώντας ένα ενιαίο σώμα.
«Η μουσική και ειδικά η ζωντανή μουσική είναι απολύτως δομικό στοιχείο αυτής της παράστασης. Όταν λέμε ότι υπάρχει ζωντανή μουσική από τον Φώτη Σιώτα, δεν εννοούμε ότι “έχουμε και δύο μουσικούς” απλώς ως συνοδεία. Οι μουσικοί είναι μέρος της δράσης. Οποιοσδήποτε βρίσκεται πάνω στη σκηνή είναι απαραίτητο να συμμετέχει στη δραματική πράξη. Δεν γίνεται αλλιώς. Κι έτσι η μουσική λειτουργεί ως ενεργός παράγοντας, δρα με τους ηθοποιούς.
Το λυρικό στοιχείο είναι βασικό συστατικό της τραγωδίας, υπάρχει στις παύσεις, στις κορυφώσεις. Είναι εξαιρετικό που έχουμε τη δυνατότητα η μουσική να παράγεται ζωντανά, μπροστά στο κοινό, και να δρα μαζί με εμάς».

Από το εξωτερικό της παράστασης, επιστρέφουμε στο εσωτερικό της ηθοποιού, στον τρόπο εργασίας και στο αν ο ρόλος την αγγίζει βαθύτερα, αν με κάποιον τρόπο την επηρέασε εσωτερικά.
«Με ρωτάτε αν ο ρόλος με προκάλεσε κάπως εσωτερικά και βλέπετε ότι διστάζω λίγο να απαντήσω. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο δουλεύω, ειδικά στα μεγάλα ποιητικά κείμενα, είναι σύνθετος. Καταρχάς στηρίζεται στην απόλυτη κατανόηση του κειμένου και στην κυριολεξία του. Η κυριολεξία με οδηγεί. Δεν με οδηγεί το συναίσθημα. Δεν ψάχνω να βρω “τη συνθήκη” για να καταλάβω ποια είναι η Κλυταιμνήστρα, ώστε να αποφασίσω πώς θα την παίξω. Βλέπω τι λέει. Άρα καταλαβαίνω τι κάνει. Άρα, αυτή είναι η Κλυταιμνήστρα.
Η βασική μου κατεύθυνση είναι η κυριολεξία του κειμένου και η χρήση της ρυθμικότητας και της τονικότητας που έχει η ποίηση. Γιατί μιλάμε για ποίηση. Ποίηση η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υπηρετείται έξοχα από τη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά.
Πάνω σε αυτή τη γραμμή “πατάει” η ερμηνεία. Αλλά η ερμηνεία είναι αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, όχι η αφετηρία. Δεν ξεκινάω από το πώς νιώθω· ξεκινάω από το τι λέει το κείμενο. Ο ίδιος ο λόγος, το κείμενο με οδηγεί. Δεν θεωρώ ότι είμαι πιο έξυπνη από αυτά τα κείμενα ώστε να τους επιβληθώ. Αντιθέτως, πιστεύω πως είναι τόσο μεγάλα που χρειάζεται να τους υποταχθώ, με απόλυτη συνείδηση. Μόνο τότε αποκαλύπτονται».
Η κουβέντα ανοίγει αναπόφευκτα στον τρόπο που επιλέγει έργα, ανθρώπους και συνεργασίες. Είναι οι θεατρικές της επιλογές απόφαση ενστίκτου;
«Οι μέχρι τώρα επιλογές μου δεν είχαν ποτέ να κάνουν με τους ρόλους. Είχαν να κάνουν με τους ανθρώπους. Με τις συνεργασίες. Αυτό εξακολουθεί να με καθορίζει και σήμερα. Δεν με ενδιαφέρουν τόσο οι ρόλοι – τουλάχιστον όχι ως “ρόλοι που θέλω να παίξω”. Ίσως κάποια στιγμή, προς το τέλος, όταν θα αρχίσω να μετράω τον χρόνο αντίστροφα, να θελήσω να παίξω δυο–τρεις ρόλους που αγαπώ. Αλλά δεν είναι αυτό που με κινεί. Με ενδιαφέρουν τα μεγάλα κείμενα. Το ποιητικό θέατρο. Και όταν λέω ποιητικό θέατρο εννοώ τους δικούς μας κλασικούς, την ελληνική γραμματεία, και βεβαίως τον Σαίξπηρ, χωρίς να αποκλείω και τον Μπέκετ, ο οποίος έχει έναν βαθμό δυσκολίας τεράστιο.
Όλα αυτά τα χρόνια κυνηγούσα τους σκηνοθέτες με τους οποίους ήθελα πραγματικά να δουλέψω. Και δεν διαψεύστηκα. Κάθε ένας από αυτούς συνέβαλε, από τη δική του πλευρά, στη διαμόρφωσή μου: άλλοι στην παιδαγωγική και τεχνική μου εξέλιξη, και άλλοι, όπως ο Θόδωρος Τερζόπουλος, στη βαθύτερη καλλιτεχνική και προσωπική μου ανάπτυξη. Είναι πολύ σημαντικό για έναν ηθοποιό να συνεργάζεται με σημαντικούς σκηνοθέτες. Χρησιμοποίησα δυο φορές τη λέξη “σημαντικό”, αλλά δεν βρίσκω άλλη πιο κατάλληλη. Και φυσικά, υπάρχει και ο Ανατόλι Βασίλιεφ. Οφείλω πολλά στη συνεργασία μας. Ολόκληρο το σύστημα εργασίας μου στηρίζεται στη σχέση που είχα μαζί του. Όμως, την αντίληψη της ενέργειας, τη διαχείριση του χρόνου πάνω στη σκηνή, την αντιμετώπιση του σκηνικού χρόνου, όλα αυτά τα οφείλω στον Θόδωρο Τερζόπουλο. Μιλάμε για διαδικασίες ετών, που διαμορφώνουν έναν καλλιτέχνη σε μια εξαιρετικά σύνθετη δουλειά όπως είναι αυτή του ηθοποιού.
Μετά από όλα αυτά, ο ηθοποιός καλείται να προσφέρει. Στους συνεργάτες του και, ακόμη περισσότερο, στο κοινό. Άρα, όχι. Δεν ήταν οι ρόλοι. Ήταν οι άνθρωποι. Και ήμουν πάντα έτοιμη να κυνηγήσω αυτούς που ένιωθα ότι θα με πάνε πιο βαθιά. Όπως κυνήγησα τον Μιχαήλ Μαρμαρινό. Όπως συνάντησα τον Λευτέρη Βογιατζή – άλλη μια μεγάλη, καθοριστική συνάντηση. Μιλάω όμως για δύο μεγάλους πυλώνες που διαμόρφωσαν τη δική μου εξέλιξη: τον Ανατόλι Βασίλιεφ και τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Αυτοί ήταν οι καθοριστικοί σταθμοί».

Μιλώντας για πορεία και εξέλιξη, περνάμε φυσικά στη φάση που βρίσκεται σήμερα. Πώς νιώθει σε αυτή τη φάση ωριμότητας;
«Ναι, βρίσκομαι σε μια ώριμη φάση και είμαι πολύ πιο ελεύθερη. Τίποτα άλλο δεν θα μπορούσα να πω πιο ουσιαστικό από αυτό: είμαι πολύ πιο ελεύθερη. Φαντάζομαι επειδή δεν εξαρτώμαι πια από τίποτα. Και, κυρίως, δεν εξαρτώμαι από τη γνώμη των άλλων. Έχω ξεφύγει από εκείνον τον μεγάλο βραχνά που έχουμε οι ηθοποιοί: την ανάγκη να μας αποδεχτούν. Αυτό έχει φύγει. Και αυτή η απελευθέρωση ανοίγει δυνατότητες που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν νωρίτερα».
Κι από την ωριμότητα της σκηνής, η συζήτηση προχωρά στην άλλη μεγάλη της αγάπη: τη μετάδοση, την εκπαίδευση.
«Ναι, η εκπαίδευση είναι για μένα μια πολύ μεγάλη ιστορία. Και θεωρώ ότι έχουμε ευθύνη για όλο αυτό το χάλι που παραδίδουμε. Όλοι μας πρέπει να κάνουμε κάτι, ο καθένας από τη δική του πλευρά, όσο μπορεί. Ιδίως γνωρίζοντας πόσο ελλιπής είναι η βασική παιδεία στην Ελλάδα. Γι’ αυτό μιλώ για εκπαίδευση και όχι για διδασκαλία. Ο όρος “διδασκαλία” δεν μου αρέσει καθόλου. Το σημαντικό δεν είναι να “μάθουμε τεχνικές” στους νεότερους. Το σημαντικό είναι να βοηθήσουμε στην εξέλιξη της προσωπικότητάς τους. Να τους δώσουμε ένα σύστημα εργασίας, όχι απλώς πώς τα καταφέραμε εμείς. Όποιος έχει ένα σύστημα πρέπει να το μεταδώσει. Αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να τους βάλουμε το χέρι στο πόμολο της πόρτας, να τους δείξουμε ότι μπορούν να την ανοίξουν μόνοι τους. Για τον εαυτό τους, για τη ζωή τους.
Γιατί ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα άλλο από την προσωπικότητά του. Εκεί βρίσκεται ο πλούτος του: στην προσωπικότητα, στην παιδεία του. Όχι στο αν θα τονίσει κάπως μια φράση, αυτά βρίσκονται εύκολα. Το ερώτημα είναι: Ποιος είσαι όταν ανεβαίνεις στη σκηνή; Τι φέρεις; Τι θέλεις να μοιραστείς με τους ανθρώπους που έχουν έρθει και πληρώνουν για να σε δουν; Ο ηθοποιός, τη στιγμή που βγαίνει στη σκηνή, αποκόβεται από την ομάδα και γίνεται μονάδα με ονοματεπώνυμο, για να πει κάτι. Αυτή η πράξη εμπεριέχει μια ηγετική, εξομολογητική διάθεση. Αν αυτό δεν στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα και γοητευτική προσωπικότητα, τότε πώς μπορεί να λειτουργήσει; Αυτά με ενδιαφέρουν. Αυτοί είναι οι ενεργοί πολίτες του αύριο. Αυτό προσπαθώ να καλλιεργήσω.
Σήμερα, διδάσκω Όμηρο – Όμηρο και Οδύσσεια. Και έχω και ένα προσωπικό σεμινάριο όπου δουλεύουμε τραγωδία. Γιατί πιστεύω ότι η τραγωδία είναι η βάση. Ο Όμηρος, η αφήγηση, η ραψωδία… Αν ένας ηθοποιός μάθει την τεχνική της αφήγησης, μπορεί να κάνει τα πάντα. Και αν καταλάβει την τραγωδία, αν μάθει πώς να τη χειρίζεται, τότε μπορεί να παίξει τα πάντα».
Η συνομιλία κλείνει με μια αφοπλιστική, παιγνιώδη πλευρά της: την επιθυμία για ρόλους, για παιχνίδι, για ελαφράδα. Υπάρχουν ρόλοι που θα ήθελε να υποδυθεί; Λαχταρά κάτι;
«Θέλω κι αυτό, και το άλλο, και το παράλλο! Ξέρετε, εγώ έχω παιδική συμπεριφορά απέναντι στο θέατρο. Παίζω, στην κυριολεξία. Το θέατρο είναι το παιχνίδι μου. Πάω να παίξω με τους φίλους μου. Είναι σαν να λέω: “Τι ωραία η παιδική χαρά!”. Αυτό δεν μπορεί να σταματήσει ποτέ. Μπορεί ένα παιδί να πει “δεν θέλω να παίξω πια”;
Τώρα, αν υπάρχει κάποιο απωθημένο… όχι, δεν έχω απωθημένα. Μπορεί μια μέρα να ξυπνήσω και να πω: “Πω πω, τι ωραία θα ήταν να παίξω αυτό!”. Και μετά την επόμενη να μου περάσει και να σκεφτώ κάτι άλλο. Έχει να κάνει με τη στιγμή, με ένα ερέθισμα που θα με οδηγήσει αλλού: μια κουβέντα, μια εικόνα, ένα ποίημα που θα πέσει στα χέρια μου και θα πω “αχ, αυτό…”, ένας συνειρμός.
Αλλά δεν είναι εμμονικό. Δεν λέω “πρέπει να παίξω αυτόν τον ρόλο” ή “το θέλω πάση θυσία”. Είναι της ίδιας παιδικής λογικής: σήμερα θέλω να παίξω αυτό το παιχνίδι και αύριο, με το ίδιο ενδιαφέρον, ένα άλλο. Αρκεί να έχω καλούς συμπαίκτες. Να έχω καλή παρέα, αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Και αυτός είναι ένας λόγος που κάποια στιγμή σταμάτησα να με ενδιαφέρουν τόσο οι μονόλογοι.
Και κάπως έτσι, έρχεται αναπόφευκτα η ερώτηση για την κωμωδία – μια πιθανότητα που την κάνει να γελά. Θα σκεφτόταν άραγε ποτέ να παίξει κωμωδία; Νιώθω ότι της ταιριάζει.
«Χαχαχα! Μου το λένε όλοι αυτό. Με ρωτούν γιατί δεν έχω παίξει κωμωδία, αφού με έχουν όλοι για τα δράματα. Δεν το θεωρώ τυχαίο που με ρωτάτε, πολλοί μου λένε ότι θα μου ταίριαζε. Και ίσως έχετε δίκιο: είναι και η χροιά της φωνής μου, ίσως και ένας τρόπος που έχω όταν η συζήτηση γίνεται πιο προσωπική.
Δεν είναι ότι “χαλαρώνω”. Είναι ότι κάποια πράγματα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε με την ακρίβεια που χρειάζεται. Ειδικά στον προφορικό λόγο, η ακρίβεια και η σαφήνεια είναι θεμελιώδεις. Έτσι αποφεύγονται οι παρεξηγήσεις. Όταν λοιπόν μπαίνουμε σε ένα πεδίο πιο τεχνικό ή ευαίσθητο, χρειάζεται συγκέντρωση. Αλλά ναι, έχω και πολύ χιούμορ. Και τα τελευταία χρόνια έχω αποκτήσει μια ελαφράδα που δεν είχα όταν ήμουν νεότερη.
Μου αρέσει να υπονομεύω την ίδια μου τη σοβαρότητα. Εκεί που ο άλλος νομίζει ότι “πω πω, τι γίνεται τώρα”, εγώ τραβάω το χαλάκι κάτω από τα πόδια μου, αλλά με απόλυτη επίγνωση. Οπότε… ναι. Θα έπαιζα κωμωδία. Και θα το διασκέδαζα πολύ».

