Ήταν το Πάσχα του 2006 κι εγώ το έχασα. Κυριολεκτικά. Η πτήση μου από Γερμανία για Ελλάδα που ήταν προγραμματισμένη για το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου ακυρώθηκε (για κάποιο περίεργο λόγο μου συμβαίνει συχνά αυτό) κι εγώ ξέμεινα  εκεί, καθώς η αναχώρηση ορίστηκε για το μεσημέρι της Δευτέρας. Όλοι ψήνανε και τσουγκρίζανε, αυγά και ποτήρια, κι εγώ καθόμουν σ’ ένα ξενοδοχείο στο αεροδρόμιο του Μονάχου τρώγοντας κάτι που προσπαθούσε να περάσει για «πατάτες φούρνου», το μόνο που περνούσε όμως το συγκεκριμένο πιάτο ήταν κρίση ταυτότητας. Είχε ξεκάθαρα τη γεύση δυόσμου και μέντας και, αν μη τι άλλο, θύμιζε Μοχίτο.

Είχα βρεθεί εκεί σε επαγγελματικό ταξίδι της τελευταίας στιγμής και το μόνο «πασχαλινό» που είχα βιώσει ως εκείνη την ώρα, ήταν κάτι φωτογραφίες του Επιταφίου που μου είχε στείλει η μαμά μου στο κινητό, τραβηγμένες από τόσο κοντά που νόμιζες πως μπήκες μέσα σε ανθοπωλείο. Η «Ανάσταση» με βρήκε να βλέπω μεταγλωττισμένες σειρές της συμφοράς στη γερμανική τηλεόραση, ενώ όλοι οι δικοί μου, οικογένεια και φίλοι γιόρταζαν μαζί.

Επέστρεψα την επομένη του Πάσχα, με τη διάθεσή μου στα πατώματα. Περίμενα μια άδεια πόλη, λίγο τσουρέκι ξεχασμένο –όχι και τόσο φρέσκο πια– και τη μάνα μου να προσπαθεί να με παρηγορήσει λέγοντας: «Δεν πειράζει, και του χρόνου εδώ θα είμαστε». Αμ δε!

Μπαίνω σπίτι και το πρώτο πράγμα που μυρίζω είναι ψητό. Το σαλόνι στολισμένο λες και είχαμε μπει σε χρονοκάψουλα. Κόκκινα αυγά, πασχαλιές, τσουρέκια σε υπεράριθμη ποσότητα, τραπεζομάντιλο με πασχαλινά κουνελάκια και ένα τραπέζι στολισμένο και στρωμένο στην τρίχα με δέκα σετ πιάτων –από το καλό σερβίτσιο– να περιμένουν.

«Χριστός Ανέστη!» μου φώναξαν όλοι. Έμεινα να τους κοιτάζω σαστισμένη, νιώθοντας όμως παράλληλα τόσο χαρούμενη∙ και ελαφρώς ένοχη που δεν είχα φέρει ούτε ένα κουτί σοκολατάκια από το ταξίδι. Ήταν οι πάντες εκεί: φίλοι, οικογένεια, ακόμα κι ο σκύλος της κολλητής μου, ο μόνος σκύλος που δεν με συμπάθησε ποτέ, αν και τώρα έμοιαζε να με κοιτάζει με βλέμμα που θύμιζε –ίσως– αποδοχή.

Το ξανακάναμε λοιπόν. Το Πάσχα. Μία μέρα μετά το κανονικό. Ίδιο φαγητό, ίδιες ευχές, ίδιο γλέντι. Αρκετά παραπάνω χαμόγελα. Δεν ξέρω πώς ακριβώς το κανόνισαν όλο αυτό, σίγουρα δεν ήταν εύκολο, δεν υπήρχαν άλλωστε ακόμα και τα group chat στο Viber. Αυτό που ξέρω πάντως με βεβαιότητα –και το συνειδητοποίησα εκείνη την ημέρα– είναι ότι το Πάσχα δεν είναι μία ακόμα ημερομηνία. Είναι κατάσταση. Είναι η παρέα, το φαΐ, τα γέλια, το κρασί (με μέτρο, λέμε τώρα…). Είναι να νιώθεις πως, ακόμα κι αν το σύμπαν ξέχασε να σου φέρει την άνοιξη στην ώρα της, οι δικοί σου θα σου τη φτιάξουν από την αρχή. Με πατάτες στον φούρνο που μοιάζουν όντως με πατάτες. Και με μέντα και δυόσμο ΜΟΝΟ στο Μοχίτο.

……

Η Κλαίρη Θεοδώρου γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία. Ζει στην Αθήνα και λατρεύει τα ταξίδια. Έχει σπουδάσει Γερμανική Φιλολογία και Φωτογραφία κι έχει εργαστεί και στους δύο αυτούς τομείς επί σειρά ετών. Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή, τη μετάφραση και την καλλιτεχνική φωτογραφία.

Το συγγραφικό της έργο είναι πλούσιο με τίτλους που έχουν ξεχωρίσει όπως τα Οι τρεις ερωτήσεις, Οι κόρες της Βασίλισσας, Άλικες σιωπές, Η αποικία της λήθης και το πρόσφατο Σ’αγαπώ μέχρι θανάτου. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.