Κείμενο: Μύριαμ Παρασκευοπούλου

 

Αυτές τις συνεντεύξεις που με κάνουν να βγαίνω από το “μουσικό comfort zone μου ” όπως μου αρέσει να λέω τις αγαπώ λίγο παραπάνω. Αφενός γιατί όταν βγαίνεις από οποιαδήποτε ζώνη ασφαλείας, επαναπροσδιορίζεις τα δεδομένα του περιβάλλοντός σου και αφετέρου ανακαλύπτεις καλύτερα τον εαυτό σου. Αφορμή αυτήν τη φορά για τον επαναπροσδιορισμό των μουσικών μου μονοπατιών, δόθηκε από τον D3lta και το νέο του singleHypocrites”.

Βλέποντας τον τίτλο του κομματιού με προδιαθέτει για κάτι δυνατό. Κάτι που μπορεί να υπερβαίνει ακόμα και την αμεσότητα και να κινείται στα όρια της ωμής πραγματικότητας. Αυτής που δεν μπορείς να την κλείσεις σε καλούπια. Πατάω το play και ο electric punk rock ήχος με μεταφέρει σε μια παμπ της Αγγλίας περίπου στην αρχή του 2000, εκεί όπου η new age σκηνή, αρχίζει να σχηματίζεται. Μισός Έλληνας, μισός Άγγλος ο D3lta, παράγει έναν αδιαπραγμάτευτα old school ήχο με τη φρεσκάδα που απαιτεί το σήμερα. Πάμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα…

Νέο single! Δυνατή παραγωγή, δυνατοί στίχοι και ένα clip τροφή για σκέψη. Μίλησε μου για το Hypocrites”. Ποια ήταν η αφορμή για να γραφτεί το κομμάτι;

Η έμπνευση για το Hypocrites μου ήρθε κατά τη διάρκεια της θητείας μου στον στρατό. Ήταν μια έντονη εμπειρία που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι πολλές φορές ενσωματωνόμαστε σε ρόλους που είτε έχουμε επιλέξει να παίξουμε είτε μας έχουν “δοθεί”. Στιχουργικά είναι λίγο πιο αφηρημένο και μιλάει για την απομυθοποίηση της ενηλικίωσης – All in all the magic’s lost, ο πρώτος στίχος του τραγουδιού. Το βίντεο ουσιαστικά ακολουθεί το νόημα του τραγουδιού και αντικατοπτρίζει το πώς βιώνουμε, αλλά και αντιμετωπίζουμε κοινωνικά την ιδιαιτερότητα, ώστε να προσαρμοστούμε σε ένα σύνολο.

Mίλησέ μου για τη συνεργασία σου με τον παραγωγό Jimm Abbiss. Και όταν λέμε Jimm Abbiss να εξηγήσουμε πως είναι το όνομα που «κρύβεται» πίσω από τις παραγωγές σπουδαίων καλλιτεχνών όπως των Arctic Monkeys, των Kasabian και της Adèle.

Νιώθω ευγνώμων που μπόρεσα να συνεργαστώ με έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο, αλλά και τόσο ταλαντούχο παραγωγό. Παρόλο που έχει δουλέψει με τεράστια ονόματα της μουσικής ήταν φοβερά προσγειωμένος και φιλικός. Μας έκανε όλους να αισθανθούμε πολύ άνετα κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης και αυτό βγαίνει και στο vibe που έχουν τα τραγούδια. Ίσως βοήθησε το ότι μέναμε μαζί σε ένα σπίτι, στη μέση του πουθενά. Ξυπνούσαμε όλοι μαζί, το βράδυ λέγαμε ιστορίες πίνοντας κρασί ή μπύρες και ήταν πολύ laid back – ήμασταν παρέα. Όταν ηχογραφούσα τα φωνητικά όμως μπορώ να πω πως ένιωθα μια πίεση ξέροντας ότι αυτός ο άνθρωπος έχει συνεργαστεί με την Adele!

Στο κλιπ μία από τους επιβάτες βλέπει ότι από το σακίδιο του στρατιώτη εξέχει ένα πολύχρωμο μαντήλι, το οποίο και αρχίζει να αφαιρεί όσο αυτός ψάχνει τη θέση του μέσα στο βαγόνι. Η απώλεια της εσωτερικής μοναδικότητάς του γίνεται η σπίθα που τον ξυπνάει από αυτόν τον υποκριτικό λήθαργο μέσα στον οποίο έχει υποβάλει τον εαυτό του;

Η ιδέα πίσω από το μαντήλι που εξέχει, ήταν πως καμιά φορά όταν κρύβουμε μυστικά μέσα στο συρτάρι, από κάποιο σημείο κι έπειτα, αρχίζουν να ξεχειλίζουν. Το μαντήλι λοιπόν φανερώνει τον εσωτερικό του κόσμο και τον αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπος με αυτή την έκθεση. Εκείνη τη στιγμή έχει δύο επιλογές. Η μία είναι να το κρύψει και να συνεχίσει να υποκρίνεται ή να αγκαλιάσει το ποιος πραγματικά είναι χωρίς αναστολές. Τότε λοιπόν αποφασίζει να ξυπνήσει από τον υποκριτικό λήθαργο και αρχίζουν οι κινήσεις του να ελευθερώνονται. Μέχρι το τέλος του βίντεο έχει πραγματικά φανερωθεί ο πραγματικός του εαυτός και βλέπουμε ότι και οι μάσκες των άλλων επιβατών “πέφτουν”. Είναι πολύ μεταδοτική η ειλικρίνεια.

Πιστεύεις ότι μέσω της μοναδικότητάς του ο καθένας μπορεί να βρει τον δικό του τρόπο εξέλιξης;

Πιστεύω πως μόνο μέσα από τη μοναδικότητα μας μπορούμε να εξελιχθούμε πραγματικά, ακολουθώντας πράγματα και καταστάσεις που μας εκφράζουν. Ακόμη και η ίδια η πορεία της εξέλιξης είναι τελείως διαφορετική για τον καθένα μας. Όλοι θα φτάσουμε στον προορισμό, από το δικό μας μονοπάτι.

Θα ήθελα να κάνουμε ένα through back με σκοπό να σε γνωρίσουμε καλύτερα. Περιέγραψέ μου τον εαυτό σου μικρό. Πού μεγάλωσες; Πού έπαιζες; Τι σου άρεσε να κάνεις όταν ήσουν παιδί;

Μεγάλωσα στα νότια προάστια της Αθήνας, στη Γλυφάδα συγκεκριμένα και πέρασα μια αρκετά περιπετειώδη εφηβεία. Μου άρεσε να παίζω έξω στον δρόμο με τα παιδιά της γειτονιάς, όταν ήμουν πιο μικρός αλλά μετά αρχίσαμε να το σκάμε για να πάμε στο κέντρο της Γλυφάδας και να δούμε τι κάνουν οι “μεγάλοι”. Μου άρεσε να εξερευνώ τον κόσμο και πήγαινα από πολύ μικρός σε μέρη που δεν ήταν για την ηλικία μου – είναι αυτό το συναίσθημα που δεν μπορείς να περιμένεις να μεγαλώσεις.  Είχα ανέκαθεν έρωτα με τη μουσική και ήταν η κύρια ασχολία μου εκτός σχολείου -και εντός- γράφοντας στίχους την ώρα του μαθήματος στα τετράδια μου.

Η μουσική πώς μπήκε στη ζωή σου;

Ξεκίνησα να παίζω πιάνο από 5 χρονών, άρα δεν θυμάμαι τον εαυτό μου χωρίς να υπάρχει μια μουσική υπόκρουση. Αυτό έγινε πολύ πιο έντονο όταν στα 13 ξεκίνησα κιθάρα και άκουγα rock και punk. Φτιάχναμε συγκροτήματα στο σχολείο με φίλους και μας προσδιόριζε το τι μουσική ακούγαμε. Στα διαλείμματα πολλές φορές παίρναμε τα κλειδιά της αίθουσας μουσικής και πηγαίναμε να παίξουμε κιθάρα με τους ενισχυτές του σχολείου.

Στο Λονδίνο ουσιαστικά έγινε το μεγάλο άνοιγμα όπου έφτιαξες το πρώτο σου συγκρότημα κι έκανες τις πρώτες σου live εμφανίσεις. Μετάφερέ μου τα πρώτα συναισθήματα, αρχικά από το να βρεις κάποιον με τα ίδια ενδιαφέροντα για να δημιουργήσεις μια μπάντα κι έπειτα τον ηλεκτρισμό των πρώτων live.

Έγινε τόσο φυσικά που δεν συνειδητοποιούσα εκείνη την ώρα ότι κάνω κάποιο άνοιγμα προς τη μουσική. Γνώρισα στο πανεπιστήμιο έναν Έλληνα τον Γιώργο, που ήμασταν μαζί στο τμήμα μηχανολόγων και μία μέρα πίνοντας καφέ αρχίσαμε να μιλάμε για μουσική. Ήταν από αυτές τις συζητήσεις που κρατάνε ώρες και υπάρχει ένα ξαφνικό δέσιμο σαν να αισθάνεσαι μετά από λίγο ότι ξέρεις τον άλλον χρόνια. Πηγαίναμε τακτικά στην εστία του και τραγουδούσαμε, μέχρι που μας άκουσε ένας Άγγλος φίλος – ο Paul – που έπαιζε drums. Μόλις βρεθήκαμε οι τρεις μας ένας ακόμη φίλος από το πανεπιστήμιο ήθελε να ξεκινήσει μπάσο για να μπει στο συγκρότημα. Ξεκινήσαμε τις πρόβες απλά για jamming. Τους έδειξα μια μέρα ένα τραγούδι που έγραφα για να το ενορχηστρώσουμε και πριν το καταλάβουμε είχαμε 4 δικά μας τραγούδια κι έτοιμο set για live. Γραφτήκαμε στο live music society του πανεπιστημίου και κάναμε τα πρώτα μας live εκεί, το οποίο ήταν και το πρώτο μέρος που έκαναν live οι Coldplay – ήταν στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Θυμάμαι ακόμα τη στιγμή που ανέβηκα πρώτη φορά στο stage, έβαλα την κιθάρα στον ενισχυτή, στάθηκα πίσω από το μικρόφωνο και ξεκινήσαμε να παίζουμε. Αυτή η αδρεναλίνη που αισθάνεσαι την ώρα του performance δεν συγκρίνεται με  άλλο συναίσθημα για μένα.

Η επιστροφή στην Ελλάδα πώς ήταν; Ενεργοποιήθηκες αμέσως στο να κάνεις κάτι μουσικά;

Μόλις επέστρεψα στην Ελλάδα έκανα διάφορα συγκροτήματα ψάχνοντας να βρω τα πατήματα μου, μέχρι που πήρα την απόφαση να ξεκινήσω ως solo artist. Υπάρχει μεγάλη πορεία από ηχογραφήσεις και live μέχρι να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα. Νιώθω πολύ τυχερός που έχω βρει συνεργάτες που αντιλαμβάνονται το όραμά μου και πιστεύουν στη μουσική μου και στο τι πρεσβεύω ως καλλιτέχνης.

Τι είναι αυτό που σε κεντρίζει για να γράψεις; Τι σε τροφοδοτεί;

Με τροφοδοτεί η ζωή και οι εμπειρίες μου. Θα γράψω για μία σχέση, μια παλιά φιλία, την παιδική μου ηλικία μια κοινωνική παρατήρηση – όπως το Hypocrites – και γενικά θα εκφράσω οτιδήποτε με προβληματίζει. Έχω αρχίσει τελευταία όμως να χτίζω χαρακτήρες μέσα στα τραγούδια και είναι επίσης ενδιαφέρων ο τρόπος γραφής. Δηλαδή θα φανταστώ τον εαυτό μου – ή κάποιον – σε μια κατάσταση και θα γράψω ένα τραγούδι από μια οπτική που μπορεί να μην έχω ζήσει ο ίδιος.

Ξεχώρισα έναν από τους στίχους του “Hypocrites” ο οποίος λέει “Hanging on to faith just a little bit”. Όλοι μας λίγο ή πολύ, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε κάτι ανώτερο. Είναι αδυναμία, είναι συνήθεια, είναι συσσωρευμένη καταπίεση; 

Πολύ ωραία παρατήρηση, λίγοι μένουν σε αυτόν τον στίχο! Η πίστη και η ελπίδα για μένα είναι το φως μέσα στο σκοτάδι. Η πίστη πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, να γίνουν καλύτερα, η πίστη πως εάν δουλέψουμε θα καταφέρουμε να πετύχουμε τους στόχους μας κρύβει μέσα της κάτι πολύ αγνό. Η πίστη στο context του τραγουδιού είναι το μόνο πράγμα που μας κρατάει στην επιφάνεια – All we are is alienated hypocrites hanging on to faith just a little bit.

Και μετά σαν λύτρωση έρχεται ο στίχος “Just take control”. Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο αλλά πιστεύεις πως είναι δύσκολο να πάρει κάποιος τον έλεγχο της δικής του ζωής;

Ναι θέλει τόλμη για να πάρεις τη ζωή στα χέρια σου επειδή αυτό σημαίνει πως είσαι υπεύθυνος για τις συνέπειες των αποφάσεών σου. Είναι ο μόνος τρόπος όμως να αισθάνεσαι πραγματικά καλά με τον εαυτό σου, άρα νομίζω πως long term γίνεται πιο εύκολο από το να μην το κάνεις.

Ο κορωνοϊός τι αντίκτυπο είχε σε σένα; Τι σου έλειψε περισσότερο όλο αυτό το διάστημα; Και τι άρχισες να επαναπροσδιορίζεις;

Είχα τόσο χρόνο που επαναπροσδιόρισα τα πάντα! Περισσότερο μου έλειψε η επαφή με φίλους, με την οικογένειά μου, με το κοινό. Ανυπομονώ να αρχίσουμε τις συναυλίες όσο τίποτα.

Όπως λες σε χαρακτηρίζει μια νότα αισιοδοξίας. Πες μου τρία χαρακτηριστικά που σου αρέσουν στον χαρακτήρα σου και τρία που θα ήθελες να δουλέψεις;

Όπως αντιλαμβάνομαι τα χαρακτηριστικά μου, ακόμη και αυτά που τα βρίσκω θετικά έχουν δύο όψεις. Έχω υπομονή ως άνθρωπος, και ενώ είναι “θετικό” χαρακτηριστικό από τη μία, από την άλλη η ανυπομονησία σου δίνει ενέργεια και κίνητρο να δημιουργήσεις και να δουλέψεις. Είμαι εργατικός πολύ αλλά αυτό επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις μου πολλές φορές. Και τέλος είμαι πολύ δημιουργικός, όμως δεν μπορώ να πειθαρχήσω τον εαυτό μου και κάνω πράγματα που δεν μου αρέσουν όπως για παράδειγμα να μελετήσω αρμονία ή πιάνο. Θέλω να δουλέψω στην ισορροπία επειδή είμαι των άκρων.

Όταν έχεις ελεύθερο χρόνο τι σου αρέσει να κάνεις;

Μου αρέσει να βγαίνω, να διαβάζω βιβλία, να βλέπω σειρές – είδα το You στο Netflix και είναι θεϊκό – , και να πηγαίνω ταξίδια.