Έχει περάσει από 1ο έτος 3 φορές, όπως λέει. Πρώτα νομική, μετά υποκριτική, έπειτα σκηνοθεσία. Ο Γιώργος Κουτλής συμπληρώνει μια πενταετία ως σκηνοθέτης, με μια ταυτότητα διακριτή στις δουλειές του, ακόμα και αν δεν νιώθει ότι την έχτισε συνειδητά, αλλά με το ένστικτο, και δεν διστάζει να πει με πλήρη συνείδηση αυτή τη φορά: «Πιστεύω ότι το επάγγελμα του σκηνοθέτη είναι το καλύτερο επάγγελμα στον κόσμο. Το να μαζευόμαστε, να δημιουργούμε κόσμους, να γεννιούνται πράγματα από ιδέες και να γίνονται εδώ, να έχει ενέργεια, να έχει συγκίνηση, γέλιο…».

Και όσο και αν θες να το αμφισβητήσεις, δεν μπορείς, γιατί δεν αναφέρεται σε ένα «ιδανικό» επάγγελμα, δεν κρύβει τη δυσκολία του ότι πρέπει να θυμίζει στον εαυτό του διαρκώς ότι «η δουλειά δεν είναι το εγώ», δεν καλύπτει την παγίδα ότι γίνεσαι ο χειρότερος εργοδότης του εαυτού σου, αλλά και ότι είναι σημαντικό να αφήνεις τα αυτιά σου ν’ ακούνε, γιατί «άμα πιστέψεις ότι είσαι αυθεντία, θα γίνεις κάδρο σύντομα και θα πεθάνεις».

Φέτος καταπιάνεται με δύο μικροκόσμους, αυτόν του θεάτρου, μέσα από το “Merde” που συνεχίζει για 2η χρονιά, αλλά και της κουζίνας, μέσα από το έργο του Άρνολντ Γουέσκερ και έναν πολυμελή θίασο – ορχήστρα, δίπλα σε άπειρα κατσαρολικά, ατελείωτες ποσότητες φαγητού και μία ατμόσφαιρα κάτι παραπάνω από εκρηκτική, και βάζει στο επίκεντρο τη σύγχρονη εργασιακή εξαθλίωση και την ταύτιση της ύπαρξης με τη δουλειά.

«Η πλειονότητα των ανθρώπων σήμερα, κι εγώ ο ίδιος, όταν έχω κενό χρόνο να κάτσω, νιώθω ενοχές. Το διανοείσαι πόσο διεστραμένα έχει μπει μέσα μας τόσο βαθιά σαν ιός αυτή η λογική; Δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να κάτσει να ξεκουραστεί χωρίς να νιώθει τύψεις, ενοχές ή εκνευρισμό ή μια αίσθηση ότι θα έπρεπε κάτι να κάνει. Το δικαίωμα στην τεμπελιά έχει ενοχοποιηθεί τρελά». Καθώς μας βάζει στην «Κουζίνα» του, μιλά στο ελc για τα συστατικά που βάζει στις σκηνοθεσίες του, τα εργαλεία που χρησιμοποιεί για να κάνει τα μεγάλα σύνολα να λειτουργούν επί σκηνής αλλά και τις μικρές στιγμές αθανασίας που είναι εκεί για να σου θυμίζουν ότι «δεν είναι ανάγκη πάντα να υπάρχει βία για να γίνει κάτι ουσιαστικό»:

Ποια ήταν η αφορμή για να καταπιαστείς με το συγκεκριμένο έργο του Άρνολντ Γουέσκερ;

Κάποια στιγμή έψαχνα έργα γιατί θα έκανα πτυχιακές σε μία από τις δύο δραματικές σχολές που διδάσκω, στο Ωδείο Αθηνών, οπότε έψαχνα πολυπρόσωπα έργα και κάπως έπεσα πάνω σε αυτό, το διάβασα, μου φάνηκε ότι έχει έναν ενδιαφέρoντα κόσμο. Στην αρχή με πήρε η ροή του και οι σκηνικές οδηγίες που είχε ο συγγραφέας, οι οποίες μου φάνηκαν να έχουν τρελό ενδιαφέρον, έλεγε στην αρχή ας πούμε ότι ο ήχος των φούρνων βρίσκεται σε σύγκρουση με τον διάλογο. Μετά στο δεύτερο μέρος άρχισε να βγάζει τα ζουμιά του γύρω από τα νοήματα που κουβαλάει και το τι θέλει να πει και κάπως συνδέθηκε με μένα σε μια περίοδο που έχω δουλέψει πάρα πολύ, έχω κάνει πολλές παραγωγές, οπότε κάπως κι εγώ βρίσκομαι σε μια κατάσταση εξάντλησης από τη δουλειά. Επίσης με τη συγκυρία γύρω από όλο αυτό το ζήτημα που υπάρχει τώρα με το 13ωρο, τυχαία έχει έρθει και έχει κουμπώσει με την εποχή. Κάπως όλα αυτά συναντήθηκαν.

Επομένως ξεκινά από δική σου προσωπική ανάγκη. Ποια στοιχεία ξεχώρισες;

Καθαρά. Απλά τυχαίνει μάλλον να βρίσκεται η πλειονότητα των ανθρώπων αυτή τη στιγμή σε μια εξαντλημένη κατάσταση από τη μόνιμη μανία για εργασία και παραγωγικότητα, όλο και περισσότερη δουλειά, όλο και περισσότερη παραγωγικότητα. Και κάπως μάλλον αυτό το ζήτημα είναι για τον καθέναν στον δικό του επαγγελματικό χώρο σε έξαρση. Είναι το θέμα και ο τρόπος να μιλήσεις για αυτό το θέμα μέσα από έναν χώρο που έχει ένα τρομερό σκηνικό ενδιαφέρον, το να δομήσεις μια σκηνή, μια κουζίνα με τόσα άτομα, είναι σαν μια κυψέλη από μέλισσες που εργάζονται. Έχει πολύ θεατρικό ψωμί.

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

 

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

Μέσα από την έρευνα και τις συνεντεύξεις που κάνατε, έμαθες κάτι για τη λειτουργία της κουζίνας που δεν φανταζόσουν;

Κάναμε μια μεγάλη προεργασία, γιατί κάναμε γερή διασκευή στο έργο, κάναμε συνεντεύξεις από εργαζόμενους σε κουζίνα, πήγαμε σε κουζίνες και παρακολουθούσαμε εν ώρα εργασίας. Είδαμε ό,τι υπάρχει από ταινίες και σειρές και είναι πάρα πολλά, πιο πολλά από όσα φαντάζεσαι και διαβάσαμε διάφορα βιβλία. Ένα μεγάλο κομμάτι στις αναφορές μας είναι ο Μπουρντέν και συγκεκριμένα το «Κουζίνα εμπιστευτικό».

Αρχικά υπάρχει μια μεγάλη διαβάθμιση στις κουζίνες ανάλογα με το είδος της κουζίνας και τον σεφ. Δεν θα ήθελα να κάνω μια γενίκευση που να τα σιδερώνει όλα, αλλά ειδικά για το είδος της κουζίνας που έχουμε, που είναι ένα κοφτήριο, έτσι έμαθα ότι τα λένε, που φτιάχνει από κοτομπουκιές μέχρι αστακούς και έχει σημασία η ποσότητα, είναι από τα μέρη που έχουν μια στρατιωτική ιεραρχία, μια βία που θυμίζει φυλακές και μια κατάσταση που είναι ακόμη πάρα πολύ στερεοτυπική, πατριαρχική, παλλαϊκή και βίαιη. Δηλαδή ακούσαμε ιστορίες που λιποθυμούσαν άνθρωποι και περνούσαν από πάνω τους εν ώρα βάρδιας. Η κακοποίηση κυριαρχεί. Πιο παλιά προφανώς ήταν πολύ μεγαλύτερο το ποσοστό τέτοιων καταστημάτων, αυτή τη στιγμή υπάρχουν σεφ και άνθρωποι που στήνουν μαγαζιά με τελείως διαφορετικές νοοτροπίες, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό υπάρχουν ακραίες συμπεριφορές.

Γενικά επίσης η κουζίνα παγκοσμίως μαζεύει και ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούν να εργαστούν αλλού, γιατί πολύ συχνά υπάρχει αδήλωτη εργασία, πολύ συχνά υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι δεν μπορούν να βρουν πουθενά αλλού εργασία ή είναι παράνομοι στη χώρα, οπότε τους βάζουν σε εξαθλιωτικές συνθήκες εργασίας, οπότε οι εξαντλητικές συνθήκες σε ένα χώρο υψηλής πίεσης και κακοποίησης με μαχαίρια, πιρούνια, φωτιές και ζεστά νερά… είναι σαν να βρίσκεται όλη η φάση μόνιμα σε μια εμπόλεμη ζώνη. Ενώ είχα μια αίσθηση για όλα αυτά δεν είχα ασχοληθεί ποτέ, οπότε δεν είχα δει για τι ακρότητες μιλάμε.

©Στέλιος Μισίνας

Οι χαρακτήρες, που στελεχώνουν αυτή την Κουζίνα και βρίσκονται σε έναν συνεχή αγώνα με τον χρόνο και με τις αντοχές τους, είναι ήρωες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ψυχικά;

Κατά τη γνώμη μου ναι, δηλαδή έχουμε στήσει ένα έργο, που όλοι οι ήρωες βρίσκονται σε ψυχική και σωματική εξουθένωση και απελπισία, γιατί βρίσκονται όλοι στις ίδιες εργασιακές συνθήκες, οπότε δεν μιλάμε για μια παράσταση που κάποιος αδύναμος δεν άντεξε, είναι ότι όλοι κάτω από αυτές τις άγριες καπιταλιστικές συνθήκες εργασιακής εξαθλίωσης, βρίσκονται αντιμέτωποι με το ίδιο πρόβλημα και είναι τζόγος ποιος θα τα χάσει και ποια μέρα.

Νομίζω ότι όλοι θέλουν να φύγουν απλά βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ζωής. Δηλαδή θεωρώ ότι ο Αντρέι, ο κεντρικός ήρωας, μετά από αυτό που συμβαίνει στο τέλος του έργου, μπορεί να καταλήξει σαν τον Μαξ στην επόμενη δουλειά του να γίνει ένας κυνικός, πολύ μαζεμένος άνθρωπος, ο οποίος είναι πολύ επιθετικός και πολύ απόμακρος από όλους. Ο Ντεμίρ, που έρχεται ως καινούργιος, μπορεί να καταλήξει σαν τη Μιλένα, να μείνει για χρόνια προσπαθώντας να το διατηρήσει. Αναλόγως τις κατραπακιές που έχεις φάει στη ζωή σου, έχεις ακόμη αντοχή μέσα σε αυτήν την πίεση να ελπίζεις ή τα έχεις παρατήσει και έχεις συμβιβαστεί τελείως.

Ο Αντρέι θεωρώ ότι είναι ένας άνθρωπος ο οποίος παραμένει ρομαντικός. Ελπίζει ότι η ζωή έχει κάποιο νόημα περισσότερο από αυτό που βιώνει εκεί πέρα και θα ήθελε να πάρει τη γυναίκα που έχει ερωτευτεί και να ζήσει μια διαφορετική ζωή, αλλά οι συνθήκες και οι καταστάσεις δεν τον αφήνουν. Είναι απόρροια της ανθρώπινης φύσης να ελπίζεις και να έχεις όνειρα. Το θέμα είναι ότι οι καταστάσεις βγάζουν την ανθρωπιά από μέσα σου και δημιουργούν μια ζωή που είναι απάνθρωπη. Ο Αντρέι νομίζω ότι πολεμάει να μην χάσει την ανθρωπιά του με έναν τρόπο ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο από αυτό που έχει και οι καταστάσεις τον συνθλίβουν.

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

 

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

 

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

Πιστεύεις ότι είναι στο χέρι μας να ελέγξουμε τη σύγχρονη εργασιακή αρένα και τις επιπτώσεις της στις ζωές μας;

Όταν η ζωή στο σύστημα το καπιταλιστικό που ζούμε έχει αυτή τη συγκεκριμένη ακρίβεια που έχει, τα ενοίκια και το σούπερ μάρκετ είναι εκεί που είναι, κάποιες φορές για να επιβιώσεις δεν έχεις επιλογή και αυτό είναι αποκαρδιωτικό και γι’ αυτό η ψυχολογική κατάσταση του μέσου ανθρώπου αυτή τη στιγμή δεν είναι καλή. Παρόλα αυτά υπάρχει και ένα μεγάλο κομμάτι, που υποσυνείδητα και ασυνείδητα μάλλον, έχει μπει μέσα μας, ότι αυτή τη στιγμή θεωρούμε ότι η εξέλιξή μας και η αξία μας εξαρτάται από το πόσο καλοί είμαστε στη δουλειά μας. Οι φράσεις «Δείξε τον καλύτερό σου εαυτό», «Γίνε πιο παραγωγικός»… Υπάρχει μια γενικότερη λογική αυτοεξάντλησης και πίεσης για να βγάζεις τον καλύτερό σου εαυτό στη δουλειά, μην συνειδητοποιώντας ότι υπάρχει και κάτι άλλο που λέγεται ξεγνοιασιά, όνειρα, τεμπελιά, διακοπές, ζωή. Όλο αυτό το κομμάτι έχει μπει σε δεύτερη μοίρα και η εκπλήρωση του εαυτού έχει ταυτιστεί με την παραγωγικότητα στη δουλειά, πράγμα το οποίο νομίζω ότι μπορεί να ελεγχθεί, άμα το δεις, αρχίζεις και σκέφτεσαι διαφορετικά τη ζωή σου, κλείνεις τα email σου, σταματάς να δουλεύεις, αρχίζεις και βάζεις διαφορετικές προτεραιότητες στη ζωή σου. Οπότε ναι, νομίζω ότι υπάρχει ένα κομμάτι που γι’ αυτό πρέπει να γίνονται αγώνες ενάντια στα 13ώρα και ενάντια σε όλες αυτές τις συνθήκες που χειροτερεύουν τις εργασιακές συνθήκες και ταυτόχρονα υπάρχει ένα κομμάτι που είναι προσωπικό που ο καθένας είναι πόσο αφήνει να αυτοκαθορίζεται μέσω της δουλειάς του και αρχίζει να μην έχει τίποτα άλλο στη ζωή του. Αυτό νομίζω είναι στο χέρι μας. 

Η πλειονότητα των ανθρώπων σήμερα, κι εγώ ο ίδιος, όταν έχω κενό χρόνο να κάτσω, νιώθω ενοχές. Το διανοείσαι πόσο διεστραμένα έχει μπει μέσα μας τόσο βαθιά σαν ιός αυτή η λογική; Δεν αφήνουμε τον εαυτό μας να κάτσει να ξεκουραστεί χωρίς να νιώθει τύψεις, ενοχές ή εκνευρισμό ή μια αίσθηση ότι θα έπρεπε κάτι να κάνει. Το δικαίωμα στην τεμπελιά, δηλαδή το να κάτσεις απλά σε μια αιώρα, έχει ενοχοποιηθεί τρελά.

Όλο αυτό γράφει διαφορετικά μέσα σου δεδομένου ότι είσαι ένας άνθρωπος που κάνει αυτό που έχει σπουδάσει και αγαπά;

Όπως λένε και στην παράσταση, είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό το «τόσος κόπος, τόσος ιδρώτας για το τίποτα». Όταν πεθαίνεις στην κούραση και αυτό που παράγεις δεν βγάζει και κανένα νόημα, είναι χαμηλής ποιότητας ή άνευ καμίας σημασίας, τότε όλη η κούραση είναι και μάταιη. Οπότε αυτό είναι πραγματικά αποκαρδιωτικό. Σε δουλειές σαν τη δική μου, που αυτή την στιγμή όντως κάνω αυτό που μ’ αρέσει, το επικίνδυνο είναι ότι επειδή ακριβώς το αγαπάω, δεν μπαίνει κανένα όριο. Μπορώ από τη στιγμή που ξυπνάω μέχρι να κοιμηθώ να δουλεύω γιατί περνάω καλά. Αυτό έχει την παγίδα ότι γίνεσαι ο χειρότερος εργοδότης του εαυτού σου. Επίσης στο δικό μας επάγγελμα υπάρχει το: «άμα δεν πάει κάτι καλά», που αυτό σημαίνει ότι εσύ δεν είσαι καλός, ότι πέφτει η αυτοπεποίθησή σου ή η αίσθησή σου για τον εαυτό σου, ότι η δουλειά είναι το εγώ. Όχι, η δουλειά μου είναι η δουλειά μου. Την αγαπάω, την κάνω και μπορεί να είμαι καλός άνθρωπος και να μην πάει καλά κάτι, αλλά δεν έγινε τίποτα. Είναι δύσκολο αυτό, δηλαδή το λέω και δυνατά και τώρα που το συζητάμε για να το θυμάμαι.

Είμαι ένας άνθρωπος πολύ υψηλών ταχυτήτων, πράγμα που με βοηθάει σε πολλά πράγματα και ειδικά στους ρυθμούς που είναι η ζωή μου, είναι πολύ χρήσιμο πρακτικά, αλλά ταυτόχρονα νιώθω όλο και περισσότερο όσο μεγαλώνω -έχω κάνει και ένα παιδάκι- την ανάγκη σιωπών, ηρεμίας, χώρου, χρόνου, να αφουγκραστώ και όχι να τρέχω. Νομίζω ότι η ηρεμία σε βοηθάει να αφουγκραστείς καλύτερα την εμπειρία της ζωής.

Φέτος τόσο στην «Κουζίνα» όσο στο “Merde”, που συνεχίζει για 2η χρονιά, αναμετριέσαι και πάλι με μεγάλη κλίμακα και πολυμελείς θιάσους. Ποια είναι τα εργαλεία σου για να διαχειρίζεσαι τόσες διαφορετικές προσωπικότητες, ειδικά σε περιπτώσεις που πρόκειται για ανθρώπους που συνεργάζεσαι για πρώτη φορά;

Υπάρχει άγχος γιατί δεν ξέρεις κάθε φορά πώς θα κολλήσουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Προσπαθώ να δω τις ενέργειες και τους χαρακτήρες για να υπολογίσω το πώς θα μπορέσει αυτό να πάει, γιατί αλλιώς παίζεται μια παράσταση με έναν θίασο, ο οποίος έχει σύμπνοια και συνωμοσία μεταξύ του, καλλιτεχνική, ωραία… και αλλιώς όχι. Για την ώρα μου πάει αρκετά καλά αυτό. Στην Κουζίνα με τα 10 από τα 14 άτομα δεν είχα ξαναδουλέψει. 

Eπειδή τους έχω διαλέξει εγώ λειτουργεί με το να τους εμπιστευτώ, να τους αγαπήσω και να τους κάνω όλους να νιώθουν σημαντικοί. Άμα οι άνθρωποι νιώθουν ότι κάποιος τους θέλει που είναι εδώ και νιώθουν ότι η γνώμη τους μετράει, ότι μπορούν να είναι δημιουργικοί, να εκφραστούν και ό,τι και να χρειαστεί θα είναι εδώ κάποιος να τους ακούσει, τότε χαλαρώνουν και μπαίνουν σε μια διαδικασία μαζί και όχι ενάντια. Νομίζω ότι ένα σήμα, μια κατεύθυνση δίνει η διαχείριση της πρόβας. Όταν εσύ που διαχειρίζεσαι τον χρόνο και την πρόβα, ακούς και δίνεις χώρο και σημασία στον κάθε άνθρωπο, τότε και όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να φερθούν διαφορετικά. Έτσι μου έχει συμβεί μέχρι τώρα. 

Merde ©Χρήστος Συμεωνίδης
Merde ©Χρήστος Συμεωνίδης

Στα 5 χρόνια που μετράς ως σκηνοθέτης ποια θα έλεγες ότι είναι τα συσταστικά της δικής σου σκηνοθεσίας;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έκανα ποτέ κάτι συνειδητά. Μετά από κάποιες παραστάσεις άρχισαν να μου λένε πράγματα κοινά και άρχισα να λέω «Α, κοίτα να δεις, αυτό μοιάζει με αυτό», οπότε το βλέπω και εγώ, αλλά δεν είναι ότι ήξερα τι θέλω να κάνω, ποια είναι ταυτότητα. Πήγαινα με το ένστικτό μου και μάλλον το ένστικτό μου με οδηγούσε κάποιες φορές σε κοινά πράγματα. Παρατηρώ ότι υπάρχει συχνά ένας άντρας στο κέντρο, σαν θέμα των έργων, ο οποίος αντιμετωπίζει κάτι, μια παραδοξότητα, ένα τρελό σύμπαν ή κάτι που τον οδηγεί να φτάνει στα όριά του. Συνήθως σε μια ηλικία γύρω στα 30 – 40. Μου φαίνεται ότι μπορεί να έχει σχέση πάντα με τον εαυτό μου όλο αυτό.

Σε πάρα πολλές παραστάσεις, υπάρχει μια σύγκρουση του υποκειμένου με την κοινωνία και με μια κατάσταση η οποία τον οδηγεί και τον τρομάζει. Σε περιεχόμενο, για την ώρα υπάρχει κυρίως κάτι υπαρξιακό, κοινωνικό ή πολιτικό στα περισσότερα έργα. Είμαι ένας άνθρωπος υψηλών εντάσεων οπότε υπάρχει συνήθως μια σκηνή στην οποία γίνεται κάποιος χαμός. Το κεφάλι μου είναι πολύ μουσικό και σωματικό, οπότε η μουσική και η κίνηση παίζει σημαντικό ρόλο στις παραστάσεις. Νομίζω ότι υπάρχει συνήθως μια αλληλουχία έντονων με ήρεμων στιγμών. Βέβαια είναι πιο εύκολο να το πει κάποιος άλλος για μένα αυτό. Εγώ επειδή λειτουργώ από μέσα δεν το κάνω τόσο συνειδητά όσο φαίνεται μάλλον απέξω, το κάνω πιο πολύ ενστικτωδώς.

Το μεγάλο σύνολο δεν είναι μέσα στα συστατικά;

Αυτό κάπως βγήκε μόνο του, επειδή κάποια στιγμή πήγαν καλά τα πράγματα. Για να έχεις μεγάλο σύνολο, κάποιος πρέπει να σου εμπιστευτεί μεγάλα κεφάλαια, γιατί το μεγάλο σύνολο κοστίζει. Στο ελεύθερο θέατρο δεν σου δίνουν εύκολα μεγάλο σύνολο. Από τη στιγμή που μου ήρθαν έτσι τα πράγματα και μπορώ να έχω μεγάλα σύνολα, θα το εκμεταλλευτώ αυτό όσο μπορώ. Ωστόσο, έχω κάνει και μονόλογο, με τρεις ηθοποιούς, οπότε νομίζω ότι είναι και λίγο τυχαίο και σίγουρα ήταν κάτι που σχετιζόταν με το ότι όσο μου δίνονταν περισσότερες δυνατότητες, μεγάλωνε η σκηνή, μεγάλωναν και οι διαστάσεις, διάλεγα μεγαλύτερης κλίμακας έργα, οπότε πήγαινε προς τα εκεί. Μπορεί να ξαναγυρίσω στη μικρή φόρμα και η μεγάλη φόρμα κουράζει. Έχει πλάκα πάντως, περνάω καλά με τα μεγάλα σύνολα, οπότε δεν είναι κάτι που το αποφεύγω αλλά δεν είναι κάτι το οποίο είναι λόγος για να διαλέξω ένα έργο.

©Χρήστος Συμεωνίδης

Φέτος μπορούμε να πούμε ότι ασχολείσαι με δύο μικρόκοσμους, της κουζίνας και του θεάτρου με το “Merde”. Συγκλίνουν ή απέχουν αυτοί οι δύο μικρόκοσμοι;

Υπάρχει κάτι στην καθημερινότητα του ηθοποιού, που θυμίζει την πίεση που τρώει κάποιος εργαζόμενος στην κουζίνα. Έχουμε πολλά στοιχεία κοινά στο πόσο στο έλεος της εργασιακής ζούγκλας είναι και τα δύο επαγγέλματα. Κατά τ’ άλλα, υπάρχει κάτι κοινό σίγουρα στο ότι και οι δύο δουλειές, κατά τη γνώμη μου, είναι καλλιτεχνικές δουλειές, είναι δημιουργικές με έναν τρόπο. Επίσης υπάρχει και μια ιεραρχία. Θα μπορούσε κάποιος να δει μια αναλογία του ιδιοκτήτη του μαγαζιού με τον παραγωγό, του μάγειρα με τον ηθοποιό και του σκηνοθέτη με τον σεφ. 

Παρόλα αυτά όσον αφορά στα έργα, η «Κουζίνα» δεν θεωρώ ότι έχει σχέση με την κωμωδία. Έχει κωμικά στοιχεία, όπως κωμικά στοιχεία έχει και η ζωή, κατά τα άλλα θεωρώ ότι είναι μια άγρια πολιτική αλληγορία, βίαιη. Στο “Merde” έχουμε αποφασίσει να μιλήσουμε για πολύ βίαια πράγματα, σατιρίζοντάς τα, κοιτώντας τα σκωπτικά, ειρωνικά και θέλοντας να τα ξορκίσουμε. Μερικές φορές τα λεηλατείς διακωμωδώντας τα κι έχει μια πλάκα. Λένε, βάλτα πάνω στη σκηνή, στο δημόσιο φως και ξεφτίλισε τα, γιατί έτσι κάπως τα ξορκίζεις. Και στα δύο όμως ό,τι συμβαίνει έχει βάση την πραγματικότητα. Υπάρχει η υπερβολή για να τα ξορκίσουμε αλλά όσον αφορά τα γεγονότα υπάρχουν χιλιάδες τέτοιες περιπτώσεις.

Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης
Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης
Η Κουζίνα ©Χρήστος Συμεωνίδης

Όσον αφορά την ιεραρχία στον κόσμο του θεάτρου, αναγνωρίζεις το στοιχείο της αυθεντίας στον σκηνοθέτη;

Για κανένα λόγο. Από τα καλύτερα κομπλιμέντα που μου έκανε μια ηθοποιός που δουλεύαμε τώρα και με συγκίνησε, ήταν ότι στην πρόβα δουλεύεις ίσος προς ίσο με τον ηθοποιό. Εγώ έχω τη δική μου ευθύνη, αυτός έχει τη δική του ευθύνη. Νομίζω ότι έχουμε περάσει την εποχή των αυθεντιών. Άμα πιστεύεις ότι είσαι αυθεντία, θα γίνεις κάδρο σύντομα και θα πεθάνεις. Μου φαίνεται αστείο. Άμα έχεις τόσο μεγάλη ιδέα γενικά για τον εαυτό σου, μου φαίνεται ότι παίρνεις τόσο πολύ σοβαρά τη ζωή και τον εαυτό σου, που δεν έχεις συνείδηση του πόσο μικροί είμαστε. Μου φαίνεται γραφικό ή επικίνδυνο.

Πιστεύω ότι το αποφεύγω, γιατί πολλές φορές αρχίζεις και μετατρέπεσαι σε έναν τέτοιον άνθρωπο χωρίς να το καταλάβεις. Εγώ ας πούμε διδάσκω κιόλας και το να εξάγεις λόγο όλη την ώρα, να έχεις ανθρώπους που σε ακούνε, είναι ύπουλο να νομίζεις τελικά ότι λες το σωστό και ότι από εδώ και πέρα όλοι θα σε ακούνε. Νομίζω ότι για να μπορείς να εξάγεις λόγο, είναι πάρα πολύ σημαντικό να αφήνεις τα αυτιά σου να υποδέχονται και ν’ ακούνε, αλλιώς αρχίζεις και γίνεσαι σιγά σιγά κάποια μούμια, δεν θα έχεις κάτι φρέσκο να πεις, γιατί είναι πλέον όλα κασέτα, μια παλιά κασέτα που παίζει. Προσπαθώ να το θυμίζω στον εαυτό μου συνέχεια, γιατί 100% είναι πολύ εύκολο να μπεις σε μια λούπα ότι κάτι λες, ότι κατέχεις κάποια γνώση. 

Από τη διαδικασία της δημιουργίας, από την πρώτη σκέψη για ένα έργο, μέχρι την έρευνα, τις πρόβες, μέχρι και την τελευταία παράσταση, ποια στιγμή ξεχωρίζεις; Για ποια ανυπομονείς;

Κάθε στιγμή έχει μια διαφορετική αίσθηση, άλλη αδρεναλίνη. Υπάρχει η περίοδος, ας πούμε, που έχω διαλέξει το έργο και πρέπει να μελετήσω, μια πολύ ευχάριστη διαδικασία για μένα, γιατί είμαι μόνος μου, έχουμε ένα εξοχικό οικογενειακά που πάω στη φύση και κάθομαι και διαβάζω. Αυτή η περίοδος έχει μια ηρεμία και μια πώρωση προσωπική, χωρίς το άγχος της δουλειάς, που ανακαλύπτεις πράγματα και μετά σιγά σιγά αυτά θα σε βοηθήσουν στο να βρεις και σκηνοθεσίες και ιδέες. Είναι μια ήρεμη διαδικασία που την αγαπάω πάρα πολύ. Από κει και πέρα όλη η διαδικασία των προβών, η πρεμιέρα, η αγάπη που παίρνεις μετά -άμα πάρεις αγάπη βέβαια- εκεί που ανοίγει η παράσταση. Δηλαδή όταν έχεις κάνει κάτι και δεις μάτια, είτε ενθουσιασμένα πραγματικά, είτε συγκινημένα, είτε συγκλονισμένα, αυτό είναι οριακά εθιστικό. Προφανώς είναι πολύ ανταποδοτικό.

Το βασικότερο όταν είσαι σε μια πρόβα κάποια μέρα και συμβούν τα πράγματα, είναι λες και αξίζουν όλα, εγώ τις λέω μικρές στιγμές αθανασίας. Κάναμε μια πρόβα στην «Κουζίνα», στη σκηνή των ονείρων μετά τον χαμό, που δεν θα την ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Απλά ξαφνικά κάναμε μία, δύο και μετά μπήκαμε σε μια τρίτη φορά και τα παιδιά έκαναν όλη τη σκηνή. Έκλαιγαν, συγκινήθηκα γιατί κάτι συνέβη μόνο του, χωρίς να ξέρουν τα λόγια, αυτοσχεδιαστικά. Αυτή η σκηνή στην ψυχή μου θα μείνει πάντα αθάνατη. Εκείνη τη στιγμή αυτοί οι άνθρωποι υψώθηκαν πέρα από τους εαυτούς τους και ήταν κάτι μοναδικό που συνέβη. Αυτές οι στιγμές είναι μαγικές όταν συμβαίνουν στην πρόβα και νομίζω ότι όλοι μας ανυπομονούμε να παίξουμε σε μια συγκυρία που θα ζήσουμε αυτό, που θα γεννηθεί κάτι εδώ και τώρα, δημιουργικό, ουσιαστικό, πυρηνικό, μέσα σε μια πρόβα.

Αντίστοιχα και στα γέλια, έχει τύχει να δω κωμικό αυτοσχεδιασμό από ηθοποιούς σε πρόβα και να βρίσκεσαι σε μια έκσταση από αυτό που γίνεται, κάτι γεννιέται μπροστά σου εκείνη τη στιγμή από το πουθενά. Είναι μικρές στιγμές αθανασίας. Έχουμε συνηθίσει όλοι και εγώ ο ίδιος να πρέπει να ταλαιπωρούμαι για να γίνει κάτι καλά, να πρέπει να βασανιστώ. Όπως και στον έρωτα, μερικές φορές τα πράγματα βγαίνουν και λες έχουμε κάτι πολύ μεγάλο, που έγινε αβίαστα και αυτό είναι μαγικό. Δεν είναι ανάγκη πάντα να υπάρχει μια βία για να γίνει κάτι ουσιαστικό. Νομίζω ότι είναι και αυτό κατάλοιπο παλιάς εποχής που μας έχει φορτωθεί. Νομίζω ότι μέχρι και ο Ντέιβιντ Λιντς το έλεγε, μπορεί απλά να γίνει. Πιστεύω ότι είναι το καλύτερο επάγγελμα στον κόσμο, εννοώ του σκηνοθέτη γενικά, γιατί και ο κινηματογράφος έχει άλλα φανταστικά πράγματα. Το να μαζευόμαστε, να δημιουργούμε κόσμους και να γεννιούνται πράγματα από ιδέες και να γίνονται εδώ, να έχει ενέργεια, να έχει συγκίνηση, γέλιο… Είναι το καλύτερο επάγγελμα στον κόσμο.

©Στέλιος Μισίνας

Άρα σε ενδιαφέρουν κι άλλα μέσα; Ο κινηματογράφος ας πούμε.

Θα ήθελα αλλά δεν το έχω σπουδάσει για να την ξέρω καλά την «κουζίνα» του.

Το θεωρείς απαραίτητο;

Θεωρώ γενικά ότι οι άνθρωποι καλό είναι να σπουδάζουν αυτό που κάνουν, η κατάρτιση βοηθάει. Προφανώς με τις σπουδές που έχω κάνει, υπάρχουν πολλά πράγματα που συγγενεύουν, αλλά έχω και πολλές ελλείψεις. Παρόλα αυτά είναι κάτι που θα έπαιρνα το ρίσκο να το δοκιμάσω γιατί έχω μανία με τον κινηματογράφο και με τις σειρές. Θεωρώ ότι το κεφάλι μου σε τεράστιο βαθμό, ακόμη και όταν σκηνοθετώ στο θέατρο είναι κινηματογραφικός ο τρόπος που σκηνοθετώ. Είναι μεγάλη κλίμακα, έχει διαφορετικό αποτέλεσμα, το οποίο με γοητεύει πάρα πολύ.

Συνήθως να σου πω την αλήθεια, περνάω καλύτερα με τις ταινίες παρά με τις θεατρικές παραστάσεις ως θεατής. Στις θεατρικές παραστάσεις όταν περνάω καλά, συγκλονίζομαι. Στις ταινίες περνάω πιο συχνά καλά γενικά, αλλά όταν συγκλονίζομαι στο θέατρο είναι πιο εκστατική εμπειρία, απλά μου συμβαίνει σπάνια. Πολύ συχνά βρίσκομαι στο θέατρο να απογοητεύομαι από κάτι που περίμενα ότι είναι καλό, μου συμβαίνει όμως και να εντυπωσιαστώ από κάτι που δεν περίμενα και σκέφτομαι ότι το θέατρο έχει ακόμα αυτή την ομορφιά, ότι δεν είναι ένα μαγαζί με 4,9 που ξέρεις ότι θα είναι καλό το φαΐ του και τέλος θα ‘ναι καλό το φαΐ του, βρέξει-χιονίσει. Ακόμη έχει την επικινδυνότητα και τη χαρά τού να βιώνεις την εμπειρία χωρίς τις ασφάλειες της τεχνολογίας, να αφήνεις μια εμπειρία να έχει το ρίσκο της που είναι κάτι φανταστικό στον τρόπο βίωσης της ζωής.

Info

Η Κουζίνα | Θέατρο Κιβωτός

Merde | Δημουτικό Θέατρο Πειραιά