Βρεθήκαμε με τον Γιάννη Καλαβριανό ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στην Πλάκα, λίγα βήματα από το Αμφι-Θέατρο. Είχε μόλις τελειώσει μία από τις πολύωρες πρόβες της παράστασης «Γιοι και Κόρες» και, αν και αρχικά σκεφτήκαμε να μιλήσουμε μέσα στο θέατρο, η ανάγκη του για λίγο ήλιο μάς οδήγησε στην πλατεία για έναν παγωμένο καφέ.
Χαμογελαστός, ευχάριστος, φιλικός και απλός, ο Γιάννης Καλαβριανός έχει μια σπάνια ιδιότητα: αυτήν του καλού συνομιλητή. Μιλάει με την ήρεμη διαύγεια ενός ανθρώπου που έχει παρατηρήσει πολύ τον κόσμο, και κάθε του φράση γλυκιά, σοφή και κατασταλαγμένη, ξετυλίγει ένα γαϊτανάκι αφήγησης – μικρές ιστορίες που φωτίζουν άλλες, κρυμμένες, πίσω τους.
Η παράσταση «Γιοι και Κόρες» επιστρέφει δεκατέσσερα χρόνια μετά τη δημιουργία της στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και ξαναφτιάχνεται με την προσθήκη νέων ιστοριών και με νέους συντελεστές, με αφορμή τα 20 χρόνια από τη δημιουργία των Sforaris. Λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα της η συζήτησή μας γίνεται αφορμή να ξαναδούμε τη ζωή και το θέατρο μέσα από τα μικρά, τα καθημερινά, τα αληθινά.
Η αρχή: Μια κάμερα, ο παππούς και 85 ιστορίες
Για τον Γιάννη Καλαβριανό, όλα ξεκίνησαν από μια προσωπική απώλεια. Ο θάνατος του παππού του έγινε η αφορμή να στραφεί στις ιστορίες που χάνονται, στους ανθρώπους που δεν πρόλαβε να ακούσει. Έτσι γεννήθηκε το έργο «Γιοι και Κόρες», μέσα από 85 αφηγήσεις ηλικιωμένων απ’ όλη την Ελλάδα.
«Η έρευνα ήταν εξαντλητική. Επί 15 μήνες έξι άνθρωποι ταξιδεύαμε σε όλη την Ελλάδα με μια κάμερα ή ένα κινητό, ψάχνοντας ανθρώπους που ήθελαν να πουν μια ιστορία. Η μόνη μας ερώτηση ήταν: Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μία ιστορία από όλη σας τη ζωή, ποια θα ήταν αυτή; Δεν δίναμε καμία άλλη καθοδήγηση.
Η αφορμή ήρθε όταν πέθανε ο παππούς μου στην Πάτρα. Τότε συνειδητοποίησα πως ένας ολόκληρος κόσμος φεύγει χωρίς να τον γνωρίσουμε ποτέ. Δεν είχαμε ζήσει μαζί, τον έβλεπα σποραδικά κι όμως κουβαλούσε δεκαετίες εμπειριών που έσβηναν μαζί του. Έτσι είπα στους συνεργάτες μου στους Sforaris: Να προλάβουμε να ακούσουμε τις ιστορίες των ανθρώπων πριν χαθούν».
Από τις 85 αφηγήσεις, ο Καλαβριανός επέλεξε εκείνες που βρίσκονταν σε άμεση σχέση με γνωστά ιστορικά γεγονότα: «Μια γυναίκα μάς είπε ότι παντρευόταν στη Δράμα και, την ώρα του γάμου, ήχησαν οι καμπάνες γιατί έρχονταν οι Βούλγαροι. Άλλη ότι ταξίδευε στο Κάιρο για να ελευθερώσει την κόρη της, την ημέρα που ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλούσε στο Σύνταγμα». Έτσι κάπως συνειδητοποίησε πως η Ιστορία γράφεται και στα περιθώρια. Διάλεξε λοιπόν εκείνες τις αφηγήσεις που στέκονταν δίπλα στα μεγάλα γεγονότα και έφτιαξε μια άλλη αφήγηση, από τους αφανείς ήρωες της ζωής. Μια εναλλακτική ιστορία της Ελλάδας μέσα από τις ζωές των σκιών.

«Όλοι μπορούμε να συναντηθούμε στα μικρά» – Μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας
Για τον Γιάννη Καλαβριανό, το έργο «Γιοι και Κόρες» δεν είναι μια παράσταση νοσταλγίας, ούτε ένα βλέμμα στον παλιό καλό καιρό. «Δεν αφορά την παλιά Αθήνα ή το τι ωραία περνούσαμε. Δεν το έκανα από νοσταλγία ή από ανάγκη να σώσω κάποιες ιστορίες. Το έκανα γιατί με συγκινεί το πώς, μέσα στην καθημερινότητα, συμβαίνει το ουσιαστικό. Είναι σαν τα ταξίδια: πηγαίνεις για να δεις τα μεγάλα αξιοθέατα, αλλά χρόνια μετά θυμάσαι ένα μικρό στενό, μια μυρωδιά, ένα βλέμμα. Αυτό το φόκους στη λεπτομέρεια είναι για μένα η μνήμη. Και είναι μια γλώσσα κοινή πέρα από ταυτότητες ή ιδεολογίες. Όλοι μπορούμε να συναντηθούμε στα μικρά: μια κοινή αγάπη για τα φυτά, μια φράση που κουβαλά τρυφερότητα. Εκεί βρίσκεται η ουσία της συνύπαρξης».
Οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων δεν εξιστορούν ηρωισμούς, αλλά τις καθημερινές προσπάθειες των ανθρώπων να συνεχίσουν τη ζωή τους μέσα από απώλειες, πολέμους και κοινωνικές μεταβολές. «Έζησαν απίστευτες δοκιμασίες, και παρ’ όλα αυτά αναζητούσαν την ευτυχία, μέσα σε πένθη, φτώχεια, φόβο, διακρίσεις. Ίσως γι’ αυτό ο υπότιτλος ήταν εξαρχής μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας. Περιμέναμε να ακούσουμε κάτι μεγάλο, αλλά αυτοί θυμούνταν μικρά πράγματα: το πώς έβραζαν μια κότα όταν χτύπησαν οι καμπάνες στη Δράμα ή πώς έγραψαν ένα τραγούδι μέσα σ’ ένα ορυχείο στο Βέλγιο. Η ζωή κάνει focus στα μικρά. Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία».
Η παράσταση, όπως και η ίδια η ζωή, δεν έμεινε ποτέ στατική. Κάθε φορά που παρουσιαζόταν σε μια πόλη, κάποιοι θεατές πρόσθεταν τις δικές τους αφηγήσεις· έτσι δημιουργήθηκαν μέσα στα χρόνια έξι διαφορετικές εκδοχές του έργου. «Από την πρώτη εκδοχή στην Κομοτηνή μέχρι σήμερα, κάθε φορά κάποιος ερχόταν και μας έλεγε “Α, αν ξέραμε ότι κάνετε αυτό, θα σας λέγαμε κι εμείς μια ιστορία.” Έτσι το έργο συνέχιζε να μεγαλώνει. Φέτος μπήκαν καινούριες αφηγήσεις και μια νέα ομάδα. Δεν είναι αναβίωση, είναι μια νέα ζωή του ίδιου έργου».
Οι ιστορίες αυτές, χωρίς να το επιδιώκουν, συνθέτουν έναν αιώνα ελληνικής ζωής: από τη μετανάστευση στις αρχές του 20ού αιώνα, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ως την πανδημία. «Είναι ένα μεγάλο μωσαϊκό επιβίωσης και προσαρμοστικότητας. Ο άνθρωπος αντέχει, προσαρμόζεται. Αντέχουμε πράγματα που πριν από δεκαπέντε χρόνια θα μας φαίνονταν αδιανόητα. Ο άνθρωπος, σαν τον Μιθριδάτη, συνηθίζει σιγά σιγά το δηλητήριο κι έτσι συνεχίζει».

Οι ιστορίες, οι άνθρωποι που μας μεγαλώνουν και η τρίτη ηλικία που ξεχνάμε
Από τη συλλογική μνήμη των ιστοριών, ο λόγος του Γιάννη Καλαβριανού μετατοπίζεται σιγά σιγά προς το πιο προσωπικό. Μιλά για τον παππού του, για τις ιστορίες που δεν πρόλαβε να ακούσει, για τους ανθρώπους που μεγαλώνουν σιωπηλά γύρω μας:
«Με κάποιον τρόπο, αυτή η παράσταση καλύπτει το δικό μου κενό. Το κενό για όλες εκείνες τις ιστορίες της οικογένειάς μου που δεν έμαθα ποτέ. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις κάτι τόσο προσωπικό να το αγκαλιάζει τόσος κόσμος. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να μιλήσω με τον παππού μου για τις ιστορίες του. Μου είχε πει κάποτε ότι ήταν στο καταδρομικό Έλλη στην Τήνο, όταν βομβαρδίστηκε, και έχασε την ακοή του. Για μένα ήταν απλώς ένας παππούς με ακουστικό βαρηκοΐας. Όταν συνειδητοποίησα τι είχε ζήσει, έγινε ήρωας μέσα στα μάτια μου».
Μιλάει με ειλικρίνεια για την ντροπή που ένιωσε κάποτε για τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους ηλικιωμένους: «Τους βλέπαμε σαν κάτι ξένο, σαν “τη γιαγιά της πολυκατοικίας”. Ώσπου μια μέρα μαθαίνεις ότι ήταν ένα κορίτσι από την Αμοργό που στάλθηκε ψυχοκόρη στην Αθήνα και πάλεψε μια ζωή για να αποκτήσει ένα μικρό σπίτι. Αυτό το σπιτάκι ήταν όλος της ο κόσμος. Από τότε προσπαθώ να σταματάω λίγο. Να πίνω έναν καφέ, να λέω μια κουβέντα παραπάνω. Αυτή η παράσταση με δίδαξε να αγαπώ την τρίτη ηλικία, να ακούω».
Καθώς μιλά για τις αφηγήσεις των άλλων, μοιάζει να αναμετριέται και με τη δική του αγωνία απέναντι στο πέρασμα του χρόνου. Τον ρωτώ τι είναι αυτό που τον συγκινεί περισσότερο σήμερα στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας.
«Ο φόβος της τρίτης ηλικίας δεν είναι ο φόβος της φθοράς, αλλά της απαξίωσης. Πλησιάζεις κάτι που έχεις μάθει να απορρίπτεις και συνειδητοποιείς πως σε λίγο θα είσαι κι εσύ εκεί. Η απομόνωση των ηλικιωμένων είναι κοινωνικά παραγόμενη. Από τη στιγμή που παύεις να θεωρείσαι “παραγωγικός”, μπαίνεις σιγά-σιγά στην άκρη. Το είδα στους γονείς μου όταν συνταξιοδοτήθηκαν· πίστευα πως θα το χαίρονταν, αλλά ένιωσαν να χάνουν τον σκοπό τους. Οι άνθρωποι θέλουν να παραμένουν δημιουργικοί, να νιώθουν ότι ανήκουν». Και συνεχίζει: «Στην Ελλάδα είναι δύσκολο να μεγαλώνεις. Δεν έχουμε φτιάξει μια χώρα φιλόξενη για τους ανθρώπους που γερνούν. Έβρεχε προχθές και δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι· σκέφτηκα πώς θα το έκανε μια γιαγιά που δεν βλέπει καλά, με αυτά τα πεζοδρόμια, τις κακοτεχνίες. Είναι δύσκολο να περπατήσεις, να σταθείς, να μην φοβάσαι. Και μετά έρχεται και η κοινωνική απαξίωση, σε θεωρούν “εκτός”. Και αυτό συμβαίνει πια πολύ νωρίς».

Το θέατρο, η ζωή και οι ταμπέλες
Η κουβέντα μας επιστρέφει ξανά στο παρόν, στους νέους, στις επόμενες γενιές, σε εκείνους που τώρα αρχίζουν να χτίζουν τις δικές τους ιστορίες και στο ποιοι τελικά βλέπουν αυτή την παράσταση και πώς τη δέχονται. Ρωτώ για τους θεατές· ποιοι είναι εκείνοι που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα στις ιστορίες του έργου.
«Το εντυπωσιακό είναι πως, παρότι το Γιοι και Κόρες βασίζονται σε ιστορίες μεγαλύτερων ανθρώπων, το κοινό είναι απρόσμενα νεανικό. Ίσως γιατί κάθε γενιά βρίσκει τον δικό της τρόπο να συνδεθεί με τον χρόνο. Άλλος θυμάται την εποχή του ΠΑΣΟΚ, άλλος καταλαβαίνει μέσα από τα δικά του βιώματα τι σημαίνει απώλεια, τι σημαίνει επιμονή. Το θέατρο αυτό κάνει: για δύο ώρες, δημιουργεί μια κοινότητα. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, εμπειριών, μορφωτικών επιπέδων, βρίσκονται στον ίδιο χώρο, αναπνέουν τον ίδιο αέρα. Κάποτε οι κοινότητες συναντιούνταν στις γιορτές, στους γάμους, στα ξενύχτια, στα πένθη. Τώρα αυτές οι στιγμές λιγοστεύουν. Το θέατρο είναι από τα λίγα μέρη όπου συνεχίζουμε να βρισκόμαστε μαζί. Αυτή η συνύπαρξη, αυτή η ανθρώπινη ένωση, είναι τελικά ό,τι μας απομένει».
Από τη σκηνή και τους θεατές, η κουβέντα επέστρεψε σ’ εκείνον. Ο Γιάννης Καλαβριανός δεν ονειρευόταν ως παιδί ή ως έφηβος τον χώρο του θεάτρου. Η διαδρομή του ξεκίνησε αλλού, από την ιατρική. Όλα όσα θα ακολουθήσουν και θα τον φέρουν σε επαφή με το θεατρικό σανίδι έγιναν τυχαία. Μέσα από μια φίλη γνώρισε την υποκριτική και συνειδητοποίησε ότι τον βοηθούσε να αποσυμπιεστεί. Από εκεί, μια ακρόαση για τον Βασίλη Παπαβασιλείου, μετά η Σχολή Θεάτρου, και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή, μια πρόσκληση να γίνει βοηθός του στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου κι εκεί άνοιξε ο δρόμος.
Η εκκίνηση μπορεί να έγινε με την υποκριτική αλλά ένα κείμενό του θα τραβήξει την προσοχή του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου που θα του ζητήσει να το σκηνοθετήσει. «Κάπως έτσι μπήκα σε μια ροή. Το ένα έφερε το άλλο. Δεν κατάλαβα πώς πέρασαν είκοσι χρόνια. Οι γονείς μου το πήραν ψύχραιμα. Νομίζω ότι για καιρό πίστευαν πως “ανά πάσα στιγμή” θα επιστρέψω στην ιατρική. Μέχρι που άρχισαν να βλέπουν τις παραστάσεις, να διαβάζουν συνεντεύξεις, να τις κρατούν. Ο πατέρας μου μαζεύει ακόμη όλα τα αποκόμματα. Τώρα πια χαίρονται».
Η σκηνοθεσία θα του κλέψει την καρδιά, θα γίνει μονόδρομος στην καλλιτεχνική του πορεία. Η σκηνοθεσία και η γραφή: «Ως ηθοποιός, νομίζω πως έχω τελειώσει. Δούλευα έξι χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αλλά κάποια στιγμή ένιωσα τρόμο. Όσο περισσότερο καταλάβαινα τη σοβαρότητα αυτής της δουλειάς, τόσο περισσότερο φοβόμουν. Στην αρχή έχεις την άγνοια της νιότης· μετά αντιλαμβάνεσαι τι ευθύνη κουβαλάς, πόσο βαθιά μπορείς να επηρεάσεις τον θεατή, και αυτό με παρέλυσε. Από τότε έπαιξα μόνο περιστασιακά, κυρίως από ανάγκη. Πριν λίγα χρόνια, τα Χριστούγεννα στο Μέγαρο, ο Νίκος Ψαρράς αρρώστησε κι έπρεπε να τον αντικαταστήσω. Ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που βγήκα στη σκηνή, και το έκανα με καθαρή χαρά γιατί δεν κρινόμουν. Ήμουν η λύση ανάγκης. Ήταν πολύ απελευθερωτικό».
Αυτό που τον αγχώνει ως ηθοποιό είναι τα βλέμματα. Εκείνο το αίσθημα ότι έχεις απέναντί σου χίλια μάτια που μπορούν να σε διαλύσουν. Δεν το αντέχει: «Ως σκηνοθέτης κρίνεσαι κι εσύ, φυσικά, αλλά αλλιώς. Δεν είσαι εκτεθειμένος με τον ίδιο τρόπο. Νομίζω τελικά πως αυτό που ψάχνω είναι να μπορώ να κάνω σοβαρά τη δουλειά μου χωρίς να λογοδοτώ. Όχι με αδιαφορία, αλλά με ελευθερία».
«Το περίεργο είναι πως όσο περνούν τα χρόνια, αγχώνομαι περισσότερο. Παλιά πήγαινα κάθε βράδυ στο θέατρο, τώρα δυσκολεύομαι. Δεν είναι ο φόβος της κριτικής· είναι κάτι άλλο, μια αγωνία μήπως, άθελά μου, προκαλέσω λάθη. Λες και η παρουσία μου ταράζει τα νερά».
Αντίθετα, η γραφή μοιάζει να του προσφέρει μια ήσυχη βεβαιότητα: «Η γραφή υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Από παιδί έγραφα πιο εύκολα απ’ ό,τι μιλούσα. Ήταν ο τρόπος μου να εκφράζομαι. Δεν γράφω γιατί θεωρώ ότι δεν υπάρχουν ωραία έργα, υπάρχουν υπέροχα έργα. Γράφω γιατί έτσι λειτουργώ: θέλω να στήνω έναν ολόκληρο κόσμο από το μηδέν, να προτείνω μια ιδέα, μια ιστορία που δεν είναι γνωστή και να γίνει γνωστή μέσα από την παράσταση».
Για τον ίδιο, η γραφή και η σκηνοθεσία είναι συγκοινωνούντα δοχεία: «Όταν γράφω, έχω ήδη στο μυαλό μου ένα μεγάλο μέρος της σκηνοθεσίας. Δεν είναι δύο ιδιότητες ξέχωρες· η μία γεννά την άλλη. Όλα ξεκινούν από τον γραπτό λόγο και μετά, στο θέατρο, αποκτούν σώμα και φωνή».

Από εκεί και πέρα, η συζήτηση ανοίγει. Τον ρωτάω για την υποκριτική, τη σκηνοθεσία, για τον ρόλο του χιούμορ στη ζωή του. Θυμάμαι το μονόπρακτό του «Πρώτη φορά συναντούσα άνθρωπο που μιλούσε σαν τρένο» πριν από δύο χρόνια και αναπόφευκτα μιλάμε για το χιούμορ αλλά και τις ταμπέλες της ελληνικής σκηνής: «Το χιούμορ είναι μέσα στη ζωή μου, δεν γίνεται αλλιώς. Αλλά για χρόνια στην Ελλάδα η κωμωδία θεωρούνταν κάτι λιγότερο “έντεχνο”. Εγώ ποτέ δεν είχα πρόβλημα να κάνω κωμωδία. Οι δύο πρώτες μου παραστάσεις ήταν κωμωδίες. Μετά, όταν έκανα κάτι πιο σκοτεινό, μου έλεγαν “μα εσύ δεν κάνεις κωμωδίες;”. Και όταν ξαναέκανα κωμωδία, άκουσα “μα εσύ δεν είσαι δραματικός σκηνοθέτης;”. Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα σε κατατάσσουν. Η αγορά είναι μικρή και θέλει ταμπέλες. Αλλά εγώ προτιμώ να ακολουθώ την παρόρμηση της στιγμής. Μπορούμε όλοι να κάνουμε τα πάντα, όπως και οι θεατές έχουν δικαίωμα να δουν τα πάντα. Αν το αποτέλεσμα επικοινωνεί, δεν έχει σημασία από πού ξεκίνησες».
Για την τηλεόραση λέει χαμογελώντας: «Παλιά είχα γράψει κάποια σενάρια, αλλά είχα μπει τόσο πολύ στο θέατρο που τα άφησα. Τώρα προσπαθώ να γράψω μια σειρά, μια κωμωδία φυσικά. Κι όταν το είπα, με κοιτούσαν σαν εξωγήινο. Μου έλεγαν “στην τηλεόραση οι χαρακτήρες πρέπει να έχουν υπόβαθρο”. Και σκεφτόμουν: γράφω θέατρο, ξέρω τι σημαίνει χαρακτήρας. Ελπίζω λοιπόν αυτή τη φορά να γίνει. Θα ήθελα να είναι κάτι σαν μικρά χρονογραφήματα της καθημερινής τρέλας».
Πριν κλείσουμε, του αντιστρέφω την ερώτηση που εκείνος έθεσε κάποτε σε εκατοντάδες ανθρώπους: Αν έπρεπε να ξεχωρίσει μία ιστορία από τη δική του ζωή, ποια θα ήταν; Χαμογελά, το σκέφτεται λίγο, και απαντά σχεδόν αυθόρμητα: «Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε τις αφηγήσεις, αναρωτήθηκα κι εγώ ποια στιγμή θα διάλεγα. Δεν είναι πάντα κάτι “μεγάλο”. Συνήθως είναι κάτι μικρό που, εκεί που δεν το περιμένεις, γίνεται καθοριστικό». Και τότε θυμάται:
«Όταν μπήκα στην ιατρική, ήμουν βέβαιος πως θα περάσω. Είχα γράψει πολύ πάνω από τη βάση. Και ξαφνικά βλέπω στην τηλεόραση ότι η βάση ανέβηκε κατά πολύ. Έμεινα παγωμένος. Προσπαθούσα να καταλάβω αν πέρασα ή όχι. Εκείνο το σαββατοκύριακο δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Τελικά πέρασα, αλλά τελευταίος, ήμουν η βάση της σχολής. Κι αυτό ήταν μάθημα. Πόσο εύκολα μπορείς να πας από τη βεβαιότητα στην αμφιβολία, από την επιτυχία στην αποτυχία, έτσι για πλάκα. Ένα μικρό νούμερο μπορεί να αλλάξει τα πάντα».
Η ανάμνηση αυτή, λέει, έγινε η αφορμή για να φιλοσοφήσει αλλιώς τη ζωή του. «Όλα είναι σχετικά. Όλα είναι ζήτημα στιγμής. Το έχω δει να επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μια σύμπτωση, μια συγκυρία, μια απρόβλεπτη συνάντηση. Η ζωή είναι γεμάτη απ’ αυτό το απρόβλεπτο. Δεν υπάρχει σταθερή συνθήκη ούτε ευτυχίας ούτε δυστυχίας. Όλα ένα άθροισμα στιγμών. Η ευτυχία, αν υπήρχε σαν κάτι παγιωμένο, θα ήταν ανυπόφορη. Γι’ αυτό προσπαθώ να ψάχνω μικρές στιγμές που να με ικανοποιούν, να δίνω τον χρόνο μου σε ανθρώπους που χαίρομαι, να αποφεύγω ό,τι δεν βγάζει πουθενά. Η ζωή είναι εξαιρετικά μικρή κι ας μην το συνειδητοποιούμε».
Σιωπά για λίγο, κοιτάζει γύρω, και χαμογελά. «Σκέψου μόνο: έχουν περάσει ήδη πέντε χρόνια από το πρώτο lockdown. Πέντε χρόνια. Κι όμως, μου φαίνεται σαν χτες».
Οι Γιοι και Κόρες επιστρέφουν στο Αμφι-Θέατρο. Ένα έργο για τη ζωή, τη μνήμη και τη λεπτή γραμμή που μας ενώνει. «Η ζωή κάνει focus στα μικρά», όπως μοιράστηκε ο Γιάννης Καλαβριανός. Κι ίσως εκεί, ανάμεσα στα μικρά, να κρύβεται όλη η Ιστορία.

