Βράδυ Κυριακής 19ης Μαΐου 2024, οι φίλοι του ΠΑΟΚ, βράδυ Κυριακής 26ης Μαΐου, οι φίλοι του Παναθηναϊκού, βράδυ Τετάρτης 29ης Μαΐου, οι φίλοι του Ολυμπιακού. Βράδια που στην περίπτωση του ΠΑΟΚ και του Ολυμπιακού συνεχίστηκαν ως τα επόμενα ξημερώματα, βράδια που στην περίπτωση του Παναθηναϊκού, που επέστρεψε απ’ το εξωτερικό με το δικό του κύπελλο, συνεχίστηκαν και την επόμενη ημέρα. Έχει υπάρξει η έκσταση του καλοκαιριού του 2004 με την Εθνική ποδοσφαίρου, έχει υπάρξει παλιότερα η έκσταση του καλοκαιριού του 1987 με την Εθνική μπάσκετ, αλλά σε συλλογικό επίπεδο τέτοιο δεκαήμερο έκστασης φίλων, φιλάθλων, οπαδών τριών διαφορετικών ελληνικών ομάδων δεν έχει ξαναϋπάρξει.
Χρησιμοποιώ τη λέξη έκσταση. Μήπως είναι υπερβολική, μήπως να τη μετριάσω, μήπως να της βάλω ένα φίλτρο; Δεν θα το κάνω, γιατί δεν θα ανταποκρινόταν στην αλήθεια των συναισθημάτων που βιώθηκαν. Και το ελάχιστο που θα έπρεπε να κάνουμε γράφοντας, θα ήταν να προσπαθούμε τουλάχιστον να περιγράφουμε με τις κατάλληλες λέξεις όσα συμβαίνουν εκεί έξω αλλά και μέσα μας. Να δεχτώ μόνο ότι ο χαρακτηρισμός έκσταση δεν ταιριάζει σε όσους έχουν μια πιο χαλαρή σχέση με τις ομάδες, σε όσους «είναι» μεν ΠΑΟΚ, Παναθηναϊκός ή Ολυμπιακός, αλλά δεν πολυπαρακολουθούν όλη τη χρονιά τις πορείες των συλλόγων τους, δεν πολυασχολούνται, δεν έχουν επενδύσει τόσες προσδοκίες επάνω τους, δεν έχουν υποστεί τόσες και τόσες ματαιώσεις όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Αυτοί ναι, μπορεί απλά να χάρηκαν και ως εκεί.
Για τους υπόλοιπους όμως, το βράδυ που ο ΠΑΟΚ
πήρε το τέταρτο πρωτάθλημα της ιστορίας του, νικώντας στο γήπεδο του αιώνιου αντιπάλου του, έχοντας πετύχει τέσσερις σερί νίκες έναντι της ΑΕΚ, του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού και του Άρη, έχοντας βρεθεί δέκα βαθμούς πίσω απ’ την ΑΕΚ στο 81’ λεπτό της μεταξύ τους αναμέτρησης τέσσερις αγωνιστικές πριν το τέλος,
το βράδυ που ο Παναθηναϊκός
πήρε την έβδομη ευρωλίγκα της ιστορίας του, με δεκατρία χρόνια να έχουν μεσολαβήσει από την προηγούμενη, δώδεκα χρόνια να έχουν μεσολαβήσει από το προηγούμενο φάιναλ φορ, με την ομάδα να τερματίζει προτελευταία την προηγούμενη σεζόν και δυο θέσεις πριν το τέλος την προπροηγούμενη, με τη Ρεάλ Μαδρίτης να είναι υπερηχητική όλη τη σεζόν, να πατάει τον Ολυμπιακό στο πρώτο ημίχρονο του ημιτελικού, να ξεκινάει με τέρμα πατημένο το γκάζι τον τελικό πετυχαίνοντας 36 πόντους στο πρώτο δεκάλεπτο, ξεφεύγοντας με 14 πόντους στην αρχή του δευτέρου και απειλώντας να τον ισοπεδώσει, αλλά εκείνος αντ΄αυτού να αντιστέκεται, να αντέχει, να επιστρέφει, να κυριαρχεί, να κυριαρχεί ξανά, για έβδομη φορά στην κορυφή της Ευρώπης,
το βράδυ που ο Ολυμπιακός,
ο οποίος ελάχιστους μήνες πριν διένυε μια από τις χειρότερες σεζόν των πολλών τελευταίων ετών, με πολλαπλά σημάδια αποσύνθεσης, μέχρι που μια ήττα με 1-4 στο γήπεδό του απαντήθηκε με έναν ανεπανάληπτο θρίαμβο 1-6 εκτός, μέχρι που έφτασε να κερδίζει 3-0 στον προημιτελικό τη Φενέρ Μπαχτσέ, έγινε από λάθη του 3-2, δέχεται γρήγορα γκολ στον επαναληπτικό, αντέχει ως τα πέναλτι, απέναντι του έχει έναν από τους καλύτερους τερματοφύλακες στον κόσμο, που πιάνει και δύο, αλλά ο δικός του θα πιάσει τρία, μέχρι που στον ημιτελικό πάει και βάζει 4 γκολ σε ομάδα της Premier League που βγήκε τις ίδιες ημέρες στο Champions Leagυe, τερματίζοντας κάτω μόνο από Σίτι, Άρσεναλ και Λίβερπουλ, μέχρι που στη ρεβάνς θα περάσει πανεύκολα βάζοντας άλλα δύο, με έναν φορ, που ως τα μέσα της χρονιάς στους περισσότερους δικούς του φιλάθλους έμοιαζε με λίγος, αλλά μετά άρχισε να τα βάζει όλα, μέχρι που στον τελικό φύλαξε να βάλει ένα ακόμα, τέσσερα λεπτά πριν απ’ το τέλος, μέχρι που ο Ολυμπιακός έγινε η πρώτη ελληνική ομάδα που κατακτά ευρωπαϊκό κύπελλο,
ε, για τους υπόλοιπους αυτά τα βράδια δεν είναι φτιαγμένα από χρόνο, αλλά από την κατάλυσή του.
Αλήθεια, αν δεν είστε μέσα σε αυτό, δεν μπορείτε ούτε καν να υποψιαστείτε πώς νιώσαμε, πώς νιώθουμε, πώς θα νιώθουμε. Μα το να είσαι μέσα σε αυτό είναι άραγε κάτι τόσο μονοδιάστατα αξιοζήλευτο; Κάθε άλλο. Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις για τους ωκεανούς των λυμάτων και συχνότατα των απάλευτων αντιφάσεων οι οποίες συνοδεύουν τη συγκεκριμένη ταύτιση, τη συγκεκριμένη επιλογή ζωής, το συγκεκριμένο φαινόμενο, πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για την Ελλάδα και τον τρόπο που γίνονται εδώ τα πράγματα.
Προφανώς μπορεί να συμπεριλάβει -και συμπεριλαμβάνει- και τυφλώσεις και βαθιά σκοτάδια το ανήκειν σε μια ομάδα. Ας προσπαθεί ο καθένας με τον τρόπο του να τα καταπολεμά. Εκτός όμως απ’ αυτά, το να αγαπάς μια ομάδα, να την παρακολουθείς στα μεγάλα πάνω της και στα μεγάλα κάτω της, να την βλέπεις να ακμάζει και να παρακμάζει, να θριαμβεύει και να κατατροπώνεται, να χτίζεις μαζί της έναν συναισθηματικό δεσμό που σε συντροφεύει από παιδί, να ζεις εν πάση περιπτώσει τη ζωή σου με εκείνη κάπου στο πλάι σου, το να αποτελεί όχι ασφαλώς το μόνο, όχι ασφαλώς το μεγαλύτερο, αλλά πάντως, ναι, ένα μικρό μέρος της νοηματοδότησης του κόσμου για σένα, είναι ένας ακόμα δρόμος προς το φως.
Και οι δρόμοι που έχουμε οι άνθρωποι για να οδηγούμαστε στο φως είναι σχετικά λίγοι. Και όταν τους βρίσκουμε αξίζει να τους παίρνουμε, αξίζει να παίρνουμε όσους περισσότερους απ’ αυτούς γίνεται. Και έρχονται και βράδια σαν τα τρία συγκεκριμένα, που το φως θα μπει εκρηκτικά από παντού, θα σε κλονίσει συθέμελα και μετά θα αρχίσει να κατασταλάζει μέσα σου, ζεσταίνοντας την καρδιά σου και γεμίζοντας το βλέμμα σου.
Σημασία έχει ν’ αγαπάς.
