Δύο βιβλία με γάτες για πρωταγωνιστές. Δύο βιβλία, αν κι επιφανειακά διαφορετικά μεταξύ τους, στο κέντρο τους βρίσκεται ο άνθρωπος: ο φόβος και η λύπη, η συλλογικότητα και η φιλία, η δύναμη της φωνής του ενός και η αλλαγή που μπορεί να πυροδοτήσει.

Στο Κι ο Φόβος Φοβάται, η χαρά γίνεται πολιτική πράξη και το γέλιο εργαλείο αντίστασης απέναντι στην αυταρχικότητα. Σε έναν κόσμο γκρίζο και σκοτεινό, όπου κυριαρχούν απολυταρχικές δυνάμεις, η συλλογικότητα και η φαντασία λειτουργούν ως αντίβαρο: οι ανατροπές ξεκινούν από τους μικρούς και μπορούν να συμπαρασύρουν τους πολλούς. Στο Ο γάτος που βαριόταν αφόρητα, η αλλαγή έρχεται πιο αθόρυβα: μέσα από μια ερώτηση, μια πράξη ειλικρινούς ενδιαφέροντος.

Και τα δύο βιβλία μιλούν, τελικά, για την αλλαγή. Στο ένα, η αλλαγή έρχεται εξωτερικά: είναι οικουμενική, συλλογική, πολιτική. Ξεκινά ως ρήξη απέναντι στον φόβο και τον αυταρχισμό και εξελίσσεται σε μια πράξη κοινής αφύπνισης, όπου το γέλιο, η φαντασία και η φωνή του ενός μπορούν να συμπαρασύρουν τους πολλούς. Στο άλλο, η αλλαγή είναι εσωτερική. Αθόρυβη, προσωπική. Ξεκινά από το θάρρος να παραδεχτείς πως δεν είσαι καλά και από την ύπαρξη ενός άλλου που είναι πρόθυμος να ακούσει. Δύο διαφορετικές διαδρομές, μία κοινή αλήθεια: η αλλαγή, είτε συλλογική είτε εσωτερική, γεννιέται από τη σύνδεση, την επικοινωνία.

[ 1 ]

Κι ο Φόβος Φοβάται | Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

Στο Γατουχάν, μια πολιτεία φτιαγμένη από γέλια, παιχνίδια και χρώματα, οι γάτες ζουν για πεντακόσια χρόνια, μιλούν τραγουδιστά και συνηθίζουν να χορεύουν καθώς μιλούν. Εκεί βασιλεύει η καλή Ζηνοβία, μια σοφή και τρυφερή βασίλισσα, που δεν κυβερνά μόνη της: το συμβούλιό της αποτελείται από όλες τις ηλικίες – παιδιά, μεγάλα και μικρούτσικα.

Στον κόσμο αυτόν η εξουσία δεν ανήκει σε λίγους. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από όλους. Υπάρχει ισότητα, συνεργασία και σεβασμός· ένα μικρό, φωτεινό παράδειγμα δημοκρατίας και συλλογικότητας. Οι μέρες κυλούν με παιχνίδια στις στέγες, τραγούδια, χορούς και δημιουργία. Τα παιδιά μαθαίνουν σε όλους όσα έχουν πραγματική αξία: την αγάπη, τη φροντίδα, τη χαρά της συνύπαρξης, αλλά και το μοίρασμα ιδεών και ονείρων. Όλα μοιάζουν ιδανικά. Σύνθημά τους: «Ζήτω η χαρά. Ζήτω η φαντασία. Ζήτω η ομορφιά».

Μέχρι που εμφανίζεται ο Ερχάν. Ένας γκρίζος, βλοσυρός και σκοτεινός χαρακτήρας, που νομίζει πως γεννήθηκε αρχηγός και γνωρίζει καλά πως ο φόβος μπορεί να γίνει πανίσχυρο όπλο:

«Γνωρίζει πως ο φόβος είναι όπλο φοβερό,
μπορεί να κάνει αδύναμο και τον πιο δυνατό,
τη σκέψη παραλύει, διώχνει τη λογική
και στον Ερχάν αρέσει πολύ, πάρα πολύ!»

Με τον τρόμο κυριεύει το Γατουχάν. Φυλακίζει τη Ζηνοβία, επιβάλλει αυστηρούς κανόνες, απαγορεύει το γέλιο και τη χαρά. Ο κόσμος των χρωμάτων σκοτεινιάζει, καθώς λίστες με απαγορεύσεις αιωρούνται στον αέρα.

«Τέρμα όλα τα παιχνίδια, τέρμα οι αγκαλιές,
τέρμα τα ανέκδοτα, τέρμα και οι γιορτές.
Τα γέλια, τα παιχνίδια μάς κάνουνε χαζούς
κι η χώρα μας χρειάζεται πολίτες σοβαρούς».

Μέσα σε αυτή την απρόσμενη συνθήκη, κανείς δεν τολμά να σηκώσει κεφάλι. Όλοι υπακούν. Συμμορφώνονται. Διακόσια χρόνια θα περάσουν – μέχρι εκείνη την ημέρα που ένα μικρό γατάκι θα γεννηθεί με μόνιμο χαμόγελο στα χείλη. Το γέλιο του, ξεσηκωτικό και μεταδοτικό, παρασύρει τα πάντα.

«Ανήκουστη στη χώρα μου αυτή η παρανομία
και τιμωρώ με θάνατο τέτοια απερισκεψία»,
θα εξαγγείλει οργισμένος ο τρομερός Ερχάν, μόλις μάθει τι έχει συμβεί.

Τελικά, τι θα συμβεί σε αυτή την πολιτεία; Καμία αμφιβολία δεν έχουμε: ο Ερχάν ανατρέπεται και η χαρά ξαναγεννιέται.

Η Στέλλα Μιχαηλίδου γράφει ένα σύγχρονο παραμύθι-αλληγορία, γεμάτο συμβολισμούς, που αφήνει χώρο για σκέψη και προβληματισμό: για τη δύναμη του φόβου και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται για να ελέγχει, για τη σημασία της δημοκρατίας και της συλλογικής φωνής, για τη χαρά ως πράξη αντίστασης αλλά και για την ελπίδα που συχνά γεννιέται από τους πιο μικρούς. Μέσα από την ιστορία αυτή, αναδεικνύεται και κάτι ακόμη: η δύναμη που μπορεί να έχει η φωνή του ενός. Ένα μόνο γέλιο, μια μικρή πράξη ανυπακοής, αρκεί για να διαλύσει το καθεστώς του φόβου. Η φωνή του μικρού γατιού δεν μένει μόνη, γίνεται σπίθα που κινητοποιεί, συμπαρασύρει το πλήθος.

Με έντονα χρώματα, γεωμετρικές φόρμες και πρόσωπα γεμάτα έκφραση, η εικονογράφηση μετατρέπει την ιστορία σε μια οπτική γιορτή που μιλά απευθείας στην παιδική φαντασία. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο τελευταίο σαλόνι του βιβλίου: ένα εικαστικό φινάλε που λειτουργεί σχεδόν σαν μανιφέστο. Ένας ύμνος στην αγάπη, την ειρήνη και την ευτυχία, όπου τα μηνύματα δύναμης είναι εκρηκτικά και η χαρά γίνεται συλλογική εικόνα.

Συγγραφέας: Στέλλα Μιχαηλίδου
Εικονογράφος: Χρύσω Χαραλάμπους

[ 2 ]

Ο γάτος που βαριόταν αφόρητα | Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Η ιστορία ξεκινά με έναν μοναχικό γάτο, τον Γκρεγκ. Ένα γάτο ασπρόμαυρο, ακίνητο, σχεδόν αμέτοχο. Γύρω του, ένας κόσμος γεμάτος χρώματα και κίνηση: ζώα, κυρίως γάτες, τον πλησιάζουν, τον καλούν να παίξει, να βγει, να συμμετάσχει στις δραστηριότητές τους. Του προτείνουν περιπέτειες σε μακρινούς τόπους, παιχνίδια, δράση. Εκείνος όμως προτιμά να μένει στο σπίτι. Δεν έχει όρεξη. Δεν μπορεί να ασχοληθεί. Ο Γκρεγκ όμως απαντά συνεχώς το ίδιο: «βαριέμαι, βαριέμαι αφόρητα».

Ο Γκρεγκ είναι ο μόνος ασπρόμαυρος σε έναν πολύχρωμο κόσμο. Η μονοχρωμία του κάνει την ακινησία του ακόμη πιο αισθητή. Βλέπει άραγε τον κόσμο χωρίς χρώμα; Έχει χάσει την απόλαυση της ζωής; Ή απλώς περνά μια περίοδο εσωστρέφειας και θλίψης;

Η αλλαγή έρχεται μόνο όταν κάποιος κάνει την πιο απλή και ταυτόχρονα την πιο ουσιαστική ερώτηση: «Τι τρέχει Γκρέγκ; Tι ΘΕΣ να κάνεις;» Αυτή η ερώτηση είναι καταλυτική. Δημιουργεί χώρο για ειλικρίνεια, και από τις δύο πλευρές. Δίνει στον Γκρεγκ τη δυνατότητα να μιλήσει για τη λύπη του, και στους φίλους του την ευκαιρία να καταλάβουν πως η φιλία δεν είναι μονόδρομος πρόσκλησης, αλλά διάλογος. Και τότε αποκαλύπτεται ο πραγματικός λόγος που ο γάτος δεν θέλει να κάνει τίποτα. Είναι λυπημένος.

Ο γάτος που βαριόταν αφόρητα είναι μια ιστορία για τα συναισθήματα, τη φιλία και τη σημασία τού να μιλάμε όταν δεν νιώθουμε καλά. Με απλότητα και χιούμορ, χωρίς διδακτισμό, το βιβλίο καθησυχάζει τα παιδιά πως το να νιώθεις λυπημένος κάποιες φορές είναι απολύτως φυσιολογικό. Τα βοηθά να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των άλλων, να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση και να έρθουν σε επαφή με τα δικά τους συναισθήματα.

Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: η φιλία δεν είναι μόνο πρόσκληση αλλά είναι και διάλογος, άνοιγμα, επικοινωνία. Δεν αρκεί να καλούμε κάποιον να συμμετάσχει ή να μας ακολουθήσει, χρειάζεται και να τον ακούμε. Μας θυμίζει ότι οι φίλοι που συμπονούν είναι σημαντικοί αλλά οι φίλοι που είναι ειλικρινείς για τα συναισθήματά τους και διαθέσιμοι να ακούσουν είναι ανεκτίμητοι. Ότι η συμπερίληψη δεν σταματά στην πρόσκληση, συνεχίζεται με την κατανόηση. Όταν ο γάτος ρωτήθηκε πραγματικά, άνοιξε ο δρόμος για ειλικρίνεια, κατανόηση και ουσιαστική στήριξη. Η λύπη, όταν μοιράζεται, γίνεται πιο ελαφριά.

Με φωτεινή, παιχνιδιάρικη εικονογράφηση και έναν ήρωα απολαυστικά πεισματάρη στην άρνησή του, το βιβλίο προσφέρει ένα τρυφερό, σημαντικό μήνυμα. Σε μια εποχή που η ψυχική υγεία είναι πιο επίκαιρη από ποτέ, λειτουργεί ως ιδανική αφορμή για συζητήσεις στο σπίτι και στην τάξη γύρω από τη συναισθηματική ευεξία και τη φροντίδα του άλλου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιστορία του Γκρεγκ δεν γεννήθηκε τυχαία. Σε δημόσιες τοποθετήσεις του, ο Jack Kurland έχει μιλήσει για το πώς το βιβλίο αντλεί από προσωπικές του εμπειρίες περιόδων, όπου δυσκολευόταν να συμμετέχει στον κόσμο γύρω του, όταν ακόμη και τα πιο απλά πράγματα έμοιαζαν απαιτητικά. Χωρίς να κατονομάζει ή να ορίζει διαγνώσεις, περιγράφει την αίσθηση της εσωτερικής ακινησίας και της ανάγκης να σε ρωτήσει κάποιος ουσιαστικά «πώς είσαι».

Ένα βιβλίο που αγαπούν μικροί και μεγάλοι, ακόμη κι αν δεν είναι λάτρεις των γατών.

Συγγραφέας| Εικονογράφος: Jack Kurland