Σε κάποια στιγμή του “Furiosa: A Mad Max Saga”, έκανα μια ίσως βλάσφημη εντός εισαγωγικών σκέψη, μια πιθανότατα άκυρη σκέψη, αλλά αφού την έκανα ας μην τη λογοκρίνω: είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια παραλλαγή του “Dune” του Χοδορόφσκι, είναι σαν ο Χοδορόφσκι να κατάφερε τελικά να την κάνει την ταινία του. Τα δυο “Dune” του Βιλνέβ είναι κάτι άλλο, κάτι πολύ άρτιο, κάτι πολύ θαυμαστό, κάτι σε καμία περίπτωση άψυχο και επαγγελματικό, κάτι που αναμφίβολα λογοδοτεί σε ένα όραμα το οποίο και εκπληρώνει, αλλά ταυτόχρονα κάτι από το οποίο απουσιάζει, μέσα στην τόση ενηλικότητα, υπευθυνότητα και σωφροσύνη της οργάνωσής του και της πραγματοποίησής του, η ρωγμή εκείνη της τρέλας, της αναρχίας, του δεν με νοιάζει να είναι όλα σωστά, του επενδύω ιδιοσυγκρασιακά και ως καλλιτεχνική φύση και σε πινελιές που μοιάζουν σε εμένα και μόνο σε εμένα σωστές κι ας μοιάζουν στους υπόλοιπους παράταιρες.
Εν πάση περιπτώσει, κάτι στο σύμπαν που εικονοποιεί εδώ ο αισίως εβδομηνταεννιάχρονος πλέον Τζορτζ Μίλερ, κάτι στην απεικόνιση προσώπων, στις φιγούρες τους, στην αμφίεσή τους, στον τρόπο κίνησής τους, στην ένταξή τους μέσα στο τοπίο του “Furiosa”, στην αλληλεπίδρασή τους με τα πειραγμένα αυτοκίνητα, τις πειραγμένες μηχανές και τα πειραγμένα όπλα, με έκανε να σκεφτώ ότι ίσως εδώ βρισκόμαστε ενώπιον ενός όχι τόσου μακρινού συγγενή εκείνου του “Dune”, ή αλλιώς της «σπουδαιότερης ταινίας που δεν γυρίστηκε ποτέ».
Τα τρία πρώτα “Μad Max”, τέλη δεκαετίας εβδομήντα ως μέσα δεκαετίας ογδόντα, το ανέβασμα (και η σχετική διαφοροποίηση) πίστας με το επικό “Fury Rοad” του 2015, το “Furiosa: Α Μad Max Saga” είναι το αδελφάκι εκείνου του «Δρόμου της Οργής», το prequel του καθώς επιστρέφουμε και μαθαίνουμε το παρελθόν της Φιουριόζα, είναι επίσης η πρώτη ταινία της σειράς χωρίς την παρουσία του ίδιου του Μαντ Μαξ.
Από το 1979 του πρώτου “Μad Max” ως το 2024 έχουν μεσολαβήσει σαράντα πέντε χρόνια και στον σχεδόν μισό αυτό αιώνα ο κόσμος έχει αλλάξει πολλαπλώς. Ωστόσο ο Μαντ Μαξ, η Φιουριόζα και όλοι οι υπόλοιποι ζουν σε έναν κόσμο που πρόλαβε να καταστραφεί πριν το 1979, για να μην πάμε ακόμα παλιότερα από όταν πρωτοσυνέλαβε τη φάση στο μυαλό του ο Τζορτζ Μίλερ. Ξεμπερδέψαμε άρα με τον πολιτισμό όπως τον ξέραμε, τις οργανωμένες κοινωνίες και τα οργανωμένα κράτη όπως τα ξέραμε, ήδη από τότε. Μπήκαμε σε μετα-αποκαλυπτικό πεδίο ήδη από τότε, οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπο να επιβιώσουν μέσα στην ερημοποίηση χρησιμοποιώντας την τεχνολογική εξέλιξη ως το σημείο που είχε τότε φτάσει. Το μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν των Μαντ Μαξ βρίσκεται τεχνολογικά αρκετά πριν τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. O κόσμος της Φιουριόζα είναι εντελώς μηχανοκίνητος, εντελώς αναλογικός, η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή στην καθημερινότητα των ανθρώπων και τη λειτουργία των κοινωνιών και των πολιτισμών δεν πρόλαβε να επέλθει ποτέ, δεν πρόκειται λοιπόν να δούμε και οποιοδήποτε ίχνος της στις ζωές των ηρώων.
Εντελώς μηχανοκίνητος κόσμος, εντελώς μηχανικός, το μεγάλο πανηγύρι της αυτοκίνησης όπως λέγαμε στο “Fury Road”, ιδανικά η “Furiosa” θα έπρεπε να παίζει στο φόντο σε κάθε συνεργείο αυτοκινήτων, ο Τζορτζ Μίλερ θα έπρεπε να ανακηρυχθεί πολιούχος των μηχανικών αυτοκινήτων, αυτή η πανδαισία των παραλλαγμένων, μετασκευασμένων αυτοκινήτων, φορτηγών, μηχανών. Αλλά και η σύνδεσή τους με τα όπλα, η μετατροπή τους σε οχήματα μάχης, η επάνδρωσή τους με πολεμιστές, ίσως επειδή είναι ακριβώς τέτοια η φύση των οχημάτων και της αυτοκίνησης, ώστε ο καθένας μας πίσω από ένα τιμόνι ή πάνω σε μια μηχανή δεν αποκτά μόνο αυτονομία και τη δύναμη της ταχύτητας, αλλά κρατά στα χέρια του κι ένα όπλο. Κι αν οι πόλεις και οι δρόμοι βάζουν εκ των πραγμάτων και εκ της πολεοδομίας τους όρια κίνησης, κανόνες, περιορισμούς, οι έρημοι του “Furiosa” και του “Fury Road” δίνουν στα οχήματα αυτά ακόμα μεγαλύτερη ελευθερία να δεσπόσουν στο τοπίο, να σαρώσουν το τοπίο, να τρέξουν με πατημένα τα γκάζια προς την καταδίωξη, τη μάχη, τον αγώνα για επιβίωση, τη μανία για καταστροφή.
Η Άνια Τέιλορ Τζόι και μάλλον μικρή για πρωταγωνίστρια χρονικά παρουσία έχει (δεδομένου ότι σημαντικό κομμάτι ταινίας το περνάμε βλέποντάς όσα τραβάει η ηρωίδα στην παιδική της ηλικία) και η σύγκριση με τη Σαρλίζ Θέρον (που είχε υποδυθεί τη Furiosa στο “Fury Road”) είναι υπέρ της Θέρον, αν όχι για λόγους υποκριτικού εκτοπίσματος, για λόγους γενικότερου εκτοπίσματος. Ο Κρις Χέμσγουορθ από την άλλη καταφέρνει να βρει έναν δικό του τόνο και μια δική του ισορροπία υποδυόμενος τον Ντεμέντους, κάνοντας τον ήρωα πολύ πιο ενδιαφέροντα και πολύ πιο πολύχρωμο απ’ ό,τι ήταν ίσως στο χαρτί.
Από εκεί και πέρα μπορεί να βρει κανείς στην ταινία απροσδόκητες σινεφίλ αναφορές: αν είναι να κάνουμε με εικόνες, απ’ τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» (έτσι όπως ο Κρις Χέμσγουορθ με τις μαλλούρες και τα γένια είναι σε μια σκηνή πεσμένος στο έδαφος και η κάμερα τον παίρνει από ψηλά) ως το “Seven” προς το τέλος, αν είναι να κάνουμε με λέξεις, απ’ το “Ηigh Noon” ως το “Dune”, και θα πω επίσης -ως κρυάδα και μόνο βέβαια, την οποία επίσης δεν θα αυτολογοκρίνω- και το “Digger”.
Το σινεμά είναι το μόνο μέσο που μπορεί να συνδεθεί τόσο έντονα με μια δημιουργική φαντασία χωρίς όρια και χαλινάρια. Απαραίτητη βέβαια και κάθε άλλο παρά αυτονόητη προϋπόθεση το πολύ μεγάλο μπάτζετ, που εκτός των άλλων θα αγοράσει και θα αξιοποιήσει την τελευταία τεχνολογική λέξη στα ειδικά εφέ και στην κατασκευή πραγματικοτήτων. Αλλά επίσης απαραίτητη και κάθε άλλο παρά αυτονόητη προϋπόθεση είναι, εκεί που ξεκινάνε πάντα όλα, στο μυαλό του κάθε δημιουργού, να υπάρχει ένα όραμα αυθεντικό, το οποίο αν όλα πάνε στο τέλος καλά θα μετατραπεί σε καθολική εμπειρία. Κόσμοι σαν αυτοί του Μαντ Μαξ και της Φιουριόζα πρώτα δημιουργούνται σε ξεχωριστά δημιουργικά μυαλά και μετά, αν τα άστρα βοηθήσουν, θα έρθουν και τα πάρα πολλά λεφτά, τα οποία θα επιτρέψουν το χτίσιμό τους, το χτίσιμο της κινηματογραφικής ψευδαίσθησης, το χτίσιμο της κινηματογραφικής αλήθειας.






