Όταν έπιασε η μεγάλη φωτιά στον Έβρο το 2023, η οποία περικύκλωσε και τις παρυφές της Αλεξανδρούπολης, η Αγγελική Γιαννακίδη, ιδρύτρια του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης (Ε.Μ.Θ.) έπρεπε να αποφασίσει μέσα σε λίγα λεπτά μαζί με τον σύζυγό της Χρόνη, τι θα διέσωζαν από το σπίτι τους σε περίπτωση που αυτό παραδιδόταν στις φλόγες. Άφησε πίσω τις φωτογραφίες παιδιών και εγγονιών, τα κοσμήματα και τα οικογενειακά κειμήλια και φόρτωσαν στο αυτοκίνητο κούτες με αρχειακό υλικό του Μουσείου. Ήταν όλες οι ιστορίες που είχε συλλέξει από το 1967 όταν πρωτοπήγε ως νύφη στη Θράκη, ανυποψίαστη και η ίδια τόσο για την ομορφιά και τον ανθρώπινο πλούτο της περιοχής, όσο και για τη δική της μελλοντική αποστολή διάσωσης αυτού του εθνικού θησαυρού.
Γεννημένη στην Χαλκιδική, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη όπου και γνώρισε στην εφηβεία της τον άνδρα της, ο οποίος σπούδαζε στο Πολυτεχνείο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δεν της είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι μια μέρα η ακαταπόνητη προσπάθειά της να μην χαθεί ο άυλος αλλά και ο υλικός πολιτισμός ενός τόπου, θα την οδηγούσε στην ίδρυση του Ε.Μ.Θ. Ξενομερίτισσα ούσα, τον είδε με νέα μάτια. Κυρίως όμως αυτό που την παρακίνησε να αρχίσει να συλλέγει πράγματα και αφηγήσεις ήταν το γεγονός ότι πέτυχε τον νομό στα τέλη του 1960 σε μια φάση βαθιάς αλλαγής: από τη γεωργία και την κτηνοτροφία περνούσε στη μετανάστευση και την αστυφιλία. Ό,τι είχε νόημα στο παρελθόν ήταν έτοιμο να καταλήξει στα σκουπίδια. Η σχέση με τους προγόνους θα χανόταν μια και καλή χάριν της νεωτερικότητας. Το παλιό συνδεόταν με τον μόχθο, το καινούριο με την υπόσχεση μιας πιο άνετης ζωής.
Τα πλεκτά και υφαντά ρούχα, τα γεωργικά και βιοτεχνικά εργαλεία, τα κεντήματα και τα «προικιά» που κάποτε ήταν λόγος υπερηφάνειας, καταχωνιάζονταν σε ντουλάπια και σεντούκια ή απαξιώνονταν. Το συνάλλαγμα που ερχόταν από τους ξενιτεμένους στη Γερμανία – οι οποίοι κατάγονταν από τα χωριά – προοριζόταν για κάποιο διαμέρισμα στην Αλεξανδρούπολη, η οποία είχε ήδη ηλεκτροδοτηθεί εν αντιθέσει με την περιφέρειά της.
Κάπως έτσι, η Αγγελική Γιαννακίδη που βοηθούσε τον άνδρα της, ο οποίος είχε φτιάξει κατασκευαστική εταιρεία, βρισκόταν καθημερινά στα χωριά ώστε να βοηθάει με τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις τους αγοραστές. Αν και πολύ νέα, διαπίστωσε πως οι παλιοί «θησαυροί» των ακριτών θα περνούσαν στη λήθη. Αν και είχε σπουδάσει παιδαγωγικά στη Ζαρίφειο Ακαδημία δίχως σχέδιο ή ακριβώς συνείδηση του τι έκανε, άρχισε να συλλέγει αντικείμενα και να καταγράφει μνήμες.
Αρχικά στέγαζε τα αποκτήματά της στην αποθήκη της αδελφής της. Τα παιδιά της, ο Θεοδόσης και ο Ορφέας, την έπεισαν το 2002 να φτιάξει ένα μουσείο για να βάλει μέσα όλα αυτά που με πολύ κόπο και χρήμα συγκέντρωσε. Σπουδαίος οικονομικός και ηθικός στυλοβάτης φάνηκε και ο άνδρας της. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η μεγάλη περιπέτεια του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης που έγινε ένα πραγματικό κόσμημα, σε ένα παλιό αρχοντικό καπνέμπορου του 1899 που πρόσφατα απαλλοτριώθηκε υπέρ του ελληνικού δημοσίου ώστε να παραμείνει για πάντα έδρα του Ε.Μ.Θ.
Το νεοκλασικό της οδού 14ης Μαΐου, στο κέντρο της Αλεξανδρούπολης, ήταν κάποτε η εξοχική κατοικία της οικογένειας των Αλτιναλμάζιδων της Αίνου και της Αδριανούπολης. Ο Μιλτιάδης Αλτιναλμάζης, εξαίρετος νομικός γλωσσομαθής και εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, χρημάτισε Δημογέροντας και Σύμβουλος της Γενικής Διοίκησης της Αδριανούπολης, αξίωμα μεγάλο και σπουδαίο, το οποίο χρησιμοποίησε κατάλληλα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Ελληνικής Κοινότητας της Αδριανούπολης και της ευρύτερης περιοχής γενικότερα, βοήθησε πολλά φτωχά Ελληνόπουλα να αποκτήσουν πανεπιστημιακή μόρφωση.
Μέσα στις σάλες του αρχοντικού, η Αγγελική Γιαννακίδη έβαλε τη συλλογή της σε ενότητες, αντιμετωπίζοντας τη Θράκη ως πολιτισμικό όλον: φορεσιές, λατρευτικά αντικείμενα, γεωργία, κτηνοτροφία, χειροτεχνία, αλιεία, καθημερινά σκεύη κ.ά. Παράλληλα με τα αντικείμενα, έκανε σοβαρή λαογραφική έρευνα για κάθε εθνοτική ομάδα από το πολύχρωμο μωσαϊκό της περιοχής, το οποίο για την ίδια συνιστά τη δύναμη του τόπου. Η πολυπολιτισμικότητα αυτή στο Ε.Μ.Θ αναδεικνύεται μέσα από το πολυδιάστατο έργο του Μουσείου και το πωλητήριό του με τα κεντημένα στο χέρι ενδύματα και μαξιλάρια, τα δείγματα από τους τελευταίους τεχνίτες που έχουν μείνει στην περιοχή, αλλά ακόμα και τα γαστρονομικά καλούδια που φτιάχνει μόνη της.
Το 2020 δημιούργησε το δίκτυο τεχνουργών Riza στα ορεινά χωριά της Ξάνθης και στους οικισμούς του Βορείου Έβρου. Ο στόχος ήταν να φέρει μια νέα πνοή στην παράδοση συσπειρώνοντας ντιζάινερς με κεντίστρες, υφάντρες και μάστορες που θα έκαναν νέα σχέδια. Καθόλου τυχαία όταν η καλλιτεχνική διευθύντρια του οίκου Ντιόρ, Μαρία Γκράτσια Κιουρί, ήρθε στην Ελλάδα, πέρασε από τη Θράκη για να ξεναγηθεί από την Αγγελική Γιαννακίδη και να γνωρίσει από κοντά γυναίκες που ήξεραν ακόμα να ράβουν και να κεντάνε.
Πέρα από την «κιβωτό» που δημιούργησε, θέλησε να κάνει το Μουσείο ένα μοχλό ανάπτυξης της περιοχής σε οικονομία και αειφορία. Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα είναι η Κοιν.Σ.Επ. «Το Πλέτενο» που στεγάζεται στο σημείο όπου ξεκινά ο δρόμος για τα ορεινά χωριά των Μουσουλμάνων της Ξάνθης. Κάποτε το μικρό αυτό κτίριο ήταν ένα φυλάκιο με μπάρα όπου η ελληνική πολιτεία ως και τα μέσα του ’90 ήλεγχε την κίνηση των ανθρώπων. Σήμερα είναι ένα καταπληκτικό πωλητήριο όπου Πομάκες διαθέτουν υφαντά και πλεκτά που έχουν φτιάξει, κερδίζοντας τα προς το ζην.
Τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου είναι επίσης αξιοζήλευτα καθώς χιλιάδες παιδιά αλλά και ενήλικοι έχουν επωφεληθεί από αυτά. Τα σχέδιά της για το μέλλον δεν σταματούν. Βασικός άξονας είναι να συμβάλει στην τόνωση της επιχειρηματικότητας των γυναικών, στην καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας αλλά και στην ανάδειξη μιας περιοχής που ήταν ταυτισμένη με αρνητικά στερεότυπα. Η δική της απάντηση στα τρία κομβικά προβλήματα του τόπου το οικονομικό, το δημογραφικό και το κοινωνικό, είναι το τρίπτυχο Πολιτισμός – Δημιουργία – Οικονομία.





