Ο Τόμας Μαν συνέλαβε αρχικά την ιδέα του μυθιστορήματος «Το Μαγικό Βουνό» το 1912, όταν είχε περάσει κάποιο χρονικό διάστημα σε ένα σανατόριο για λόγους υγείας. Έτσι θεώρησε ιδανικό το σκηνικό ενός ορεινού ελβετικού σανατορίου προκειμένου αφενός να προχωρήσει σε μια ανατομία των δομών της ανώτερης αστικής τάξης και της κρίσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και αφετέρου να εξιχνιάσει τα προσωπικά αδιέξοδα και τις εσωτερικές καταπιέσεις της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού αντιήρωα Χανς Κάστορπ, alter ego του ίδιου του Μαν με παρόμοια καταγωγή (ο Μαν αντικαθιστά τη γενέτειρά του Λούμπεκ με το Αμβούργο, ενώ τόσο ο μυθοπλαστικός ήρωας και ο δημιουργός του ήταν γόνοι εύπορων Χανσεατών μεγαλοεμπόρων).
Το μυθιστόρημα μεταξύ άλλων αποτελεί και μια σπουδή στον χρόνο. Δεν είναι τυχαίο που στο βουνό, μακριά από τον φρενήρη ρυθμό των πόλεων, ο χρόνος κυλάει αργά, σχεδόν ανιαρά, ενώ η πλοκή αντίστοιχα εμφανίζεται εξωτερικά να λιμνάζει. Συνεπώς, πράγματι, σε ένα πρώτο επίπεδο, η ανάγνωση ενός τόσο εκτενούς έργου που εκτυλίσσεται στον περιορισμένο χώρο ενός θεραπευτηρίου θεωρητικά προκαλεί την υπομονή και τη συγκέντρωση του αναγνώστη. Περιέργως όμως, δεν θεωρώ ότι η όποια δυσκολία στην ανάγνωση έγκειται εκεί, διότι το ύφος του Μαν, αν μη τι άλλο αποσπασματικά, μπορεί να αποδειχθεί ελαφρύ και διασκεδαστικό, ενώ η ειρωνική του απόσταση προσδίδει μια ζωηράδα στην αφήγηση.
Το πρόβλημα στην κατανόηση του έργου επικεντρώνεται περισσότερο στο πεδίο των ιδεών, όπου ο Μαν ξεχωρίζει ως ικανότατος γνώστης φιλοσοφίας, ιστορίας και θεολογίας, και δεν διστάζει να γράψει υπέροχους διαλόγους, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν σε πανεπιστημιακούς συμμετέχοντες ενός διεθνούς συνεδρίου φιλοσοφίας. Η πλειοψηφία αυτών των διαλόγων λαμβάνει χώρα ανάμεσα στον προοδευτικό, φιλελεύθερο γόνο καρμπονάρων Σεττεμπρίνι και τον οξύνου διανοούμενο Νάφτα, του οποίου η αναλυτική σκέψη φλερτάρει με αντιφατικές και συχνά ακραίες ιδέες. Ο Κάστορπ, όπως και ο αναγνώστης, παρακολουθεί έκθαμβος αυτές τις συζητήσεις περί πολλών και ποικίλων θεμάτων προσπαθώντας να διαμορφώσει τις δικές του απόψεις, συνειδητοποιώντας βεβαίως πόσο δύσκολο είναι αυτό.
Για να μπορέσει λοιπόν κανείς να εκτιμήσει τους διαξιφισμούς των δύο γοητευτικών αλλά τόσο διαφορετικών αυτών προσωπικοτήτων, πρέπει όχι μόνο να έχει γερές βάσεις σχετικά με την ιστορία και την εξέλιξη των ιδεών, αλλά και μια ουσιαστική και συνολική αντίληψη των τάσεων της συγκεκριμένης περιόδου.
Το μυθιστόρημα μάλιστα αποκτάει χαρακτηριστικά roman à clef, αφού ο Μαν έχει βασίσει το δίδυμο Σεττεμπρίνι – Νάφτα σε υπαρκτά πρόσωπα, με τον πρώτο να αντιστοιχεί στον αδερφό του Χάινριχ Μαν, του οποίου τον «αφελή» ιδεαλισμό και σατιρίζει, και τον δεύτερο να παραπέμπει πιθανότατα στον Γκέοργκ Λούκατς, τον σημαντικό Ούγγρο Μαρξιστή κριτικό. Νομίζω όμως ότι ο Νάφτα, αυτός ο λαμπρός φορέας αντιφατικών ιδεών και τάσεων, (γεννημένος Εβραίος αλλά έχοντας προσχωρήσει στον Καθολικισμό και τους Ιησουίτες, με απόψεις που φλερτάρουν τόσο με τον ατομικισμό όσο και με τον ολοκληρωτισμό, φασίζουσες όσο και σοσιαλιστικές ιδεολογίες), προσεγγίζει περισσότερο (αν μη τι άλλο όσον αφορά στην ιστορικό-πολιτική του θεώρηση) τον Όσβαλντ Σπένγκλερ, από τον οποίο ο Μαν είχε ξεκάθαρα επηρεαστεί την περίοδο που έγραφε το Μαγικό Βουνό. Ο Σπένγκλερ είχε γράψει την Παρακμή της Δύσης, ένα έργο φιλοσοφίας της ιστορίας και του πολιτισμού που αποτελεί μνημείο της μεσοπολεμικής σκέψης και είχε σημειώσει πάταγο όταν είχε εκδοθεί σε δύο μέρη το 1918 και 1923. Μεταξύ άλλων ο Σπένγκλερ ήταν επιφυλακτικός έναντι της δημοκρατίας, κάτι που χρησιμοποιήθηκε (λανθασμένα) από πολλούς ώστε να τον χαρακτηρίσουν οπαδό του ολοκληρωτισμού και του ναζιστικού κόμματος. Ο Σπένγκλερ απλά πίστευε ότι η κυριαρχία του χρήματος θα επηρέαζε την έννοια της δημοκρατίας αφού θα χειραγωγούσε τις ψήφους αλλοιώνοντας έτσι τον αρχικό της σκοπό. Αντίστοιχα, ο Νάφτα όντας πολέμιος κάθε μορφής ιδεαλισμού, επιδεικνύει αντίστοιχη επιφυλακτικότητα προς το ιδεώδες της δημοκρατίας και τελικά υποστηρίζει με ντοστογιεφσκικό πάθος την αξία της μη-ορθολογικής θρησκευτικής πίστης.
Υπό αυτό το πρίσμα, Το Μαγικό Βουνό είναι, εκτός όλων των άλλων, και μια σημαντική συνεισφορά στην ευρωπαϊκή ιστορία των ιδεών. Όμως, όπως κι αν το προσεγγίσει κάποιος, η αισθητική του είναι υπέροχη και είναι τελικά ως λογοτεχνικό έργο που πρέπει να κριθεί. Ως τέτοιο λοιπόν αποτελεί ένα από τα σημεία αναφοράς της γερμανόφωνης πεζογραφίας και ένα από τα πιο φιλόδοξα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Εκτός από διεισδυτικό, ευφυές, πολυεπίπεδο και αναλυτικό, είναι και προφητικό. Ναι μεν ο Μαν με το άλλο του μεγάλο έργο Δόκτωρ Φάουστους επιχείρησε να ερμηνεύσει την άνοδο του ναζισμού, αλλά αν κοιτάξει κάποιος προσεκτικά, ορισμένα ίχνη του τι θα ακολουθούσε εμφανίζονται ήδη στο Μαγικό Βουνό.


