Λένε πως η τέχνη είναι η εξομολόγηση της ψυχής. Ίσως γι’ αυτό η μουσική του Τσαϊκόφσκι συγκινεί τόσο βαθιά. Κάθε νότα μοιάζει να κουβαλά το βάρος μιας καρδιάς που χτυπούσε δυνατά, αλλά συχνά σιωπηλά. Η «Παθητική» Συμφωνία, το τελευταίο του έργο, φέρει σχεδόν προφητικά το βάρος της προσωπικής του τραγωδίας: ο θάνατός του το 1893, επισήμως από χολέρα, εξακολουθεί να γεννά υποψίες πως ίσως ήταν αυτοκτονία.

Η συμφωνία τελικά ολοκληρώθηκε το 1893, λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του και ο τίτλος «Παθητική» δεν δόθηκε από τον ίδιο, αλλά από τον αδελφό του, Μόντεστ Τσαϊκόφσκι, και στα ρωσικά αποδίδεται ως «Παθετιτσέσκαγια», που σημαίνει «γεμάτη πάθος» ή «συγκινητική». Μερικοί μουσικολόγοι υποστηρίζουν ότι η συμφωνία είναι ένας αποχαιρετισμός στη ζωή.

Γεννημένος στη Ρωσία του 19ου αιώνα, ο Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (Pyotr Ilyich Tchaikovsky) ζούσε σε μια κοινωνία όπου οι κοινωνικές συμβάσεις και οι αυστηροί κανόνες της εποχής περιόριζαν την προσωπική έκφραση. Αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στις προσωπικές του επιθυμίες και στις απαιτήσεις της κοινωνίας σημάδεψε τη ζωή και τη μουσική του. Οι πιέσεις για κοινωνική συμμόρφωση, να αναφέρουμε εδώ ότι μεγάλωσε και δημιούργησε σε μια εποχή όπου η ομοφυλοφιλία όχι μόνο θεωρούταν ταμπού, αλλά και διωκόταν ποινικά, τον οδήγησαν σε έναν αποτυχημένο γάμο με τη μουσικό Αντονίνα Μιλιούκοβα το 1877, μια ένωση που κράτησε μόνο μερικούς μήνες και τον βύθισε σε κατάθλιψη. Ο ίδιος ο συνθέτης περιέγραψε τον γάμο του, όπως και πολλά αλλά σημαντικά γεγονότα της ζωής του, μιλώντας ανοιχτά για τις προσωπικές του ανασφάλειες, τη μελαγχολία του και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες στην εκτενή αλληλογραφία του. Υπολογίζεται ότι έγραψε πάνω από 5.000 γράμματα—απευθυνόμενος τόσο σε συγγενείς και φίλους όσο και σε καλλιτεχνικούς συνεργάτες και θαυμαστές.

 

 

 

Επιστολές που αποτελούν θησαυρό για όσους επιθυμούν να κατανοήσουν όχι μόνο τη μουσική του αλλά και τον ίδιο ως άνθρωπο. Με αφετηρία αυτές τις επιστολές που αποκαλύφθηκαν το 2009 και το 2018 σε εκδόσεις στα ρωσικά και στα αγγλικά αντίστοιχα οι Καγετάνο Σότο και Ντάριο Σούσα έχουν δημιουργήσει ένα μπαλέτο που ξεχωρίζει με το μεταμοντέρνο, χορευτικό του λεξιλόγιο. Η παραγωγή Τσαϊκόφσκι, Καγετάνο Σότο, Ντάριο Σούσα / Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, Με κατασκευές στα εργαστήρια της Όπερας της Λειψίας ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

«Ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε σχεδόν τα πάντα για μένα ως χορευτή μπαλέτου. Γνώριζα τη μουσική του από τότε που ήμουν παιδί, καθώς μεγάλωσα ακούγοντας τα έργα του, ενώ ως χορευτής ερμήνευσα στη σκηνή κάποιες από τις συνθέσεις του. Ως χορογράφος νιώθω ταυτισμένος με ορισμένες πτυχές της ζωής του. Ο Τσαϊκόφσκι ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά αυτό δεν είναι ένα γκέι μπαλέτο και σίγουρα δεν αφορά τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Αφορά τα δικαιώματα όλων. Η παράσταση υπογραμμίζει το μήνυμα της ισότητας: το χρώμα του δέρματος, το φύλο, η εθνικότητα και η θρησκεία δεν πρέπει να προκαλούν πόνο και διακρίσεις», αναφέρει ο Καγετάνο Σότο.

Μέσα από την ανάγνωση των επιστολών του, αποκαλύπτεται όχι μόνο η καλλιτεχνική του προσέγγιση, αλλά και οι πιο προσωπικές του σκέψεις: η διαρκής πάλη για αποδοχή, η αναζήτηση της αγάπης και οι υπαρξιακές του ανησυχίες. Οι φόβοι του για τον ίδιο του τον εαυτό και η αίσθηση της απομόνωσης που τον στιγμάτισε έρχονται να φωτίσουν τις πιο σκοτεινές γωνιές του χαρακτήρα του, δημιουργώντας ένταση που αντανακλάται πλήρως στο χορό του έργου.

To μουσικό σενάριο της χορογραφίας περιλαμβάνει διάσημες χορωδιακές και ορχηστρικές συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι όπως, μεταξύ άλλων, τον Ύμνο αρ. 6 από την Εσπερινή Λειτουργία, έργο 52, το εκπληκτικό Φινάλε της Έκτης («Παθητικής») Συμφωνίας, την αριστουργηματική Ελεγεία από τη Σερενάτα για έγχορδα σε ντο μείζονα, έργο 48, τη διάσημη Πολωνέζα από την Γ΄ Πράξη της όπερας Ευγένιος Ονιέγκιν, την Καντσονέτα από το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα σε ρε μείζονα, έργο 35, το Σκέρτσο από τη Δεύτερη («Μικρή Ρωσική») Συμφωνία κ.ά. Περιλαμβάνει, όμως, και μουσικές του συνθέτη που δεν είναι γνωστές στο ευρύ κοινό, ακόμα και μουσική που είχε απαγορευτεί από το σοβιετικό καθεστώς.

Η αφηγηματική χορογραφία, με την αβανγκάρντ οπτική της, προσκαλεί τους χορευτές να ξεπεράσουν τα όρια της παραδοσιακής ερμηνείας και να εισχωρήσουν στον εσωτερικό κόσμο του συνθέτη. Η υψηλή τεχνική τους συνδυάζεται με φαντασία και ευαισθησία, αναπαριστώντας με κάθε τους κίνηση την ένταση των συναισθημάτων που περιέχονται στις επιστολές του Τσαϊκόφσκι.

Τα σκηνικά, με τη χρήση μιας λιτής εικόνας, αποτυπώνουν την απομόνωση του Τσαϊκόφσκι, αλλά και την αναζήτησή του μέσα από την τέχνη του. Η εσωτερικότητα του κόσμου του αποκαλύπτεται μέσα από το σκοτάδι, αλλά και τις στιγμές φωτός που διεισδύουν στη σκηνή. Οι χορευτές, με τις γεμάτες ένταση γεωμετρικές τους κινήσεις, γίνονται μέρος αυτού του ενιαίου, αλλά και διχασμένου, κόσμου.

«Ο Καγετάνο Σότο, έχοντας χορέψει ένα πλούσιο ρεπερτόριο, έχει γνώση της κίνησης και θέλει να φέρνει τους χορευτές στα όριά τους: τόσο κινησιολογικά όσο και αισθητικά. Με έντονες αναφορές σε σύμβολα βγαλμένα από την ποπ κουλτούρα και χρησιμοποιώντας μια κουήρ αισθητική, δημιουργεί απόκοσμες, αλλά ταυτόχρονα λυρικές ατμόσφαιρες», αναφέρει ο Κωνσταντίνος Ρήγος, Διευθυντής του Μπαλέτου της ΕΛΣ.

Η εμφάνιση ενός αστροναύτη στη σκηνή στο δεύτερο μέρος του μπαλέτου, η εκτέλεση του τραγουδιού “Bella Ciao”, αλλά και η queer αισθητική είναι στοιχεία που προσδίδουν μια σαφή ανατροπή και έναν τόνο χιούμορ στην παραδοσιακή χορευτική φόρμα του μπαλέτου. Ένα εικαστικό παιχνίδι που συνδυάζει την οπτική απόλαυση με τη νοητική πρόκληση. Κάθε κίνηση, κάθε εικόνα, κάθε μουσική νότα ήταν ένα καλειδοσκόπιο συναισθημάτων και ιδεών, που ενέπλεκε το βλέμμα και το μυαλό σε μια διαρκή αλληλεπίδραση. Η τρισδιάστατη εικόνα του αστροναύτη από την μια πλευρά, ο οποίος φυσικά δεν σχετίζεται με τη ρωσική κοινωνία του 19ου αιώνα ή τον Τσαϊκόφσκι– εισάγει μια διακωμωδία που διαταράσσει τη σοβαρότητα του εικαστικού σύμπαντος με πρόθεση να διαστρεβλώσει τις παραδοσιακές προσδοκίες του θεατή. Μια «εκτός τόπου και χρόνου» φιγούρα, που αντανακλά την ανάγκη του ανθρώπου να σπάσει τις συμβάσεις και να βρει τον εαυτό του σε έναν πιο ανοιχτό και χωρίς περιορισμούς κόσμο. Το τραγούδι “Bella Ciao”, ένα αντιφασιστικό σύμβολο αντίστασης που συνδέεται με τους αγώνες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φέρνει στον χώρο μια πολιτική και κοινωνική διάσταση, ενσωματώνει μια μορφή διαμαρτυρίας και αντίστασης που συνδέεται με τη γενικότερη σύγκρουση που βίωνε ο συνθέτης, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει τον εαυτό του πέρα από τις κοινωνικές πιέσεις και καταπιέσεις.  

 

 

Ο Τσαϊκόφσκι επιδίωξε να αντισταθεί στις πιέσεις που του επέβαλε η κοινωνία. Μέσα από το έργο αυτό, ο Τσαϊκόφσκι δεν είναι απλώς ο συνθέτης των θρυλικών του έργων, αλλά ένας άνθρωπος που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό του σε έναν κόσμο γεμάτο περιορισμούς και προκαταλήψεις. Η αντισυμβατική προσέγγιση της σκηνοθεσίας και της χορογραφίας μας παρέδωσαν ένα σύγχρονο έργο απελευθερωμένο από τα όρια του παραδοσιακού μπαλέτου. Ένα έργο που μας προσκαλεί να αναλογιστούμε τη δύναμη της τέχνης να υπερβαίνει τους περιορισμούς του χρόνου, του χώρου και της κοινωνίας.