Το “Εddington” ξεκινά με έναν τύπο που περπατά στην ερημιά παραληρώντας. Είναι ο τρελός του χωριού, ο απόκληρος, εκείνος που δεν τα κατάφερε να την παλέψει με τις δυσκολίες της ζωής και να χωρέσει στο μυαλό του όσα η ζωή απαιτούσε. Πάντα οι εντός εισαγωγικών τρελοί αντιπαραβάλλονταν με τους γνωστικούς και τα παραληρήματα με τον ορθό λόγο. Εδώ όμως το εισαγωγικό του παραλήρημα δεν είναι η εξαίρεση, αλλά η προέκταση του κανόνα. Όλοι εδώ με τον τρόπο τους παραληρούν, σολάρουν, λένε το ποίημά τους, Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι το δικό του παραλήρημα είναι κι αυτό που βγάζει τελικά το περισσότερο νόημα. Αυτός έχει τη δικαιολογία ότι έχει ξεφύγει. Οι υπόλοιποι;
Στέκεται σε ένα λόφο πάνω από τη μικρή πόλη του Έντιγκτον στο Νέο Μεξικό, κοιτάζοντας τα σπίτια των ανθρώπων στα οποία είναι κλεισμένοι λόγω λοκντάουν. Οι πινακίδες προαναγγέλλουν τα σχέδια κατασκευής ενός πολύ μεγάλου data center. Η περιοχή έχει ενδοπολιτειακά σύνορα και συνεχή ζητήματα δικαιοδοσίας ανάμεσα στη γη των αυτοχθόνων και στη γη που τους έκλεψαν προ αιώνων, αλλά το κεφάλαιο είναι το μόνο που ξέρει πως όλα τα σύνορα είναι τεχνητά και πως τελικά όλα υπάγονται στη δική του δικαιοδοσία. Και το κεφάλαιο σκοπεύει να ανεγείρει τις εγκαταστάσεις του σε μια μεγάλη έκταση που θα συμπεριλαμβάνει εδάφη κι από και τις δύο περιοχές. Υπάρχουν βέβαια και αντιδράσεις. Πόσο νερό χρειάζεται να πίνει και πόση ηλιακή ενέργεια για να τραφεί αυτό το τέρας; Από την άλλη τα χρήματα που θα φέρει, οι θέσεις εργασίας, οι φορολογικές ελαφρύνσεις, η ανάπτυξη. «Δεν μπορούμε να διώξουμε με τις ευχές μας την τεχνολογία» θα πει ο ο δήμαρχος Πέδρο Πασκάλ, που προωθεί με τα χίλια την επένδυση. Δεν μπορούμε να διώξουμε με τις ευχές μας τη τεχνητή νοημοσύνη, τη συνεχή επέκταση του κεφαλαίου, την πρόοδο, το μέλλον της ανθρωπότητας.


Βρισκόμαστε στα τέλη Μαΐου του 2020. Το πρώτο μέρος της ταινίας έχει να κάνει κυρίως με την πανδημία, τις καραντίνες, τα μέτρα. Μάσκες που μπαίνουν και βγαίνουν, μάσκες πάνω από τη μύτη και κάτω από τη μύτη, αναπαραγωγή στατιστικών για τον τρόπο μετάδοσης, ασθματικοί που δηλώνουν περήφανα ότι δεν φοράνε μάσκα γιατί τους εμποδίζει να αναπνεύσουν, αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται, λοκντάουν που παραβιάζονται με παραθυράκια από τους ίδιους ανθρώπους που τα επιβάλουν, χειροκροτήματα σε όσους φέρονται άσχημα σε εκείνους που δεν φοράνε μάσκα αποτελώντας απειλή για την υγεία των άλλων. Αλλά, παρά τα φαινόμενα, το “Eddington” δεν είναι μια ταινία για την πανδημία, ούτε θέλει να εξετάσει ειδικά τη συνθήκη της. Όπως ο τρελός του χωριού δεν είναι η εξαίρεση, έτσι και η κατάσταση εξαίρεσης της πανδημίας είναι απλώς μια όντως ακραία συνθήκη μιας μόνιμης κατάστασης, η οποία στις ΗΠΑ της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα έχει εξοκείλει στο «Τίποτα δεν βγάζει τόσο νόημα πια και ο καθένας προσπαθεί να κρατηθεί από κάπου»: από θεωρίες συνωμοσίας, από επίσημες αφηγήσεις, από κακοχωνεμένα τσιτάτα, από προσωπικούς κώδικες, από το κινητό στα χέρια του σαν όπλο, από κυριολεκτικά όπλα. Προσπαθεί να κρατηθεί αρχικά θεωρητικά ως μέλος μιας κοινότητας – ιδεολογικής, ψηφιακής ή ενσώματης- αλλά τελικά μόνος του, γιατί εδώ είναι ΗΠΑ και ο καθένας ένας μοναχικός καβαλάρης, ένας μοναχικός ινφλουένσερ, ένας μοναχικός εκτελεστής.
Κι όταν τον κόβιντ έρχεται να συναντήσει η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και οι διαδηλώσεις του Black Lives Matter, αρχίζει να ξεδιπλώνεται ένα μωσαϊκό στο οποίο όλοι μπλέκονται με όλους, όλοι έχουν την ατζέντα τους, κι όλα αυτά σε μια μικροκλίμακα μικρής κωμόπολης που τα καθιστούν σχεδόν παρωδιακά, μέχρι βέβαια να πάψουν να είναι. Ο Άρι Άστερ φιλοδοξεί να μας προσφέρει μια εικόνα του χάους της σύγχρονης Αμερικής. «Δεν ήθελα να το σκεφτώ υπερβολικά»: ο Χοακίν Φίνιξ θέλει να αντιδρά χωρίς να το πολυσκέφτεται. Ο χρόνος ανάμεσα στη σκέψη και το ποστάρισμα καταργείται, η σκέψη και το φιλτράρισμα κάνουν στην άκρη, η διάκριση ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση παύει να υπάρχει. Οθόνες παντού. Κινητά, τάμπλετ, λάπτοπ. Τα κινητά σε καταγράφουν, σε ποστάρουν, σε ξεμπροστιάζουν. Καθένας με το παραλήρημά του, με το κινητό του, με το όπλο του, ενίοτε με τον συνδυασμό τους.


Φυσικά μαζί με τις πολιτικές ατζέντες υπάρχουν και οι προσωπικές που συχνότατα αποτελούν τα βαθύτερα κίνητρα δράσης. Αντιζηλίες, τραύματα, διαπροσωπικές θεωρίες συνωμοσίας. Και ταυτόχρονα η πανταχού παρούσα φυλή, ο πανταχού παρών ρατσισμός, η αιώνια κατάχρηση αστυνομικής εξουσίας, ο ιδεαλισμός των νιάτων, η παπαγαλία φράσεων με τις οποίες θεωρούν ότι κατάλαβαν τον κόσμο μέχρι να αλλάξουν τροπάρι, η καταγραφή ενός αλαλούμ, η καταγραφή μιας κακοφωνίας, η καταγραφή μιας σύγχυσης, ένας χορός τυφλών. Με μια όμως θεμελιώδη διάκριση: τυφλοί είναι οι μεμονωμένοι άνθρωποι, όχι το κεφάλαιο. Εκείνοι δεν ξέρουν πού πατούν και πού βρίσκονται. Το κεφάλαιο ξέρει.
Ας μην ξεχάσουμε πάντως ότι την ίδια εκείνη περίοδο επειδή στην Ελλάδα δεν υπήρχαν επαρκείς ποσότητες από μάσκες, τα πλέον επίσημα επιστημονικά χείλη μας έλεγαν ότι δεν είναι τόσο απαραίτητες. Στη συνέχεια που τις προμηθευτήκαμε έγιναν απολύτως απαραίτητες και αν δεν τις φορούσες ήσουν δυνάμει μαζικός δολοφόνος. Οπότε, όσο κι αν το “Eddington” είναι κατά τη γνώμη μου μια ταινία πολύ περισσότερο για τις ΗΠΑ παρά για την καταγραφή μιας οικουμενικής κατάστασης, δεν παύει να διαδραματίζεται στην καρδιά μιας εποχής που μας ζητήθηκε να κλειστούμε στα σπίτια μας και η ζωή όπως την ξέραμε να ανασταλεί, στην καρδιά μιας εποχής που τα όρια συνωμοσιολογίας και επίσημων αφηγήσεων, ψέκας και χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η τελευταία γινόταν για καλό σκοπό, δεν ήταν τόσο σαφή. Η πανδημία κι οι καραντίνες είναι ακόμα ως ιστορικά γεγονότα νωπά και τραυματικά, απωθημένα και ταυτόχρονα εγκατεστημένα μέσα μας, κι ενδεχομένως αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που η ταινία δεν έσκισε όπου προβλήθηκε: κάτι κλωτσάει μέσα μας ακόμα όταν βλέπουμε μάσκες να μπαινοβγαίνουν στο πλαίσιο μιας μυθοπλασίας και μιας αναπαράστασης, κάτι μας αγχώνει και μας χαλάει.


Το “Εddington” αποτελούσε μία απ’ αυτές τις ταινίες που το κλισέ αποκαλεί «πολυαναμενόμενες» της χρονιάς, όχι μόνο γιατί ήταν ταινία του Άρι Άστερ (η τέταρτή του μετά τη «Διαδοχή», το «Μεσοκαλόκαιρο» και το «Ο Μπο Φοβάται»), αλλά γιατί είχε επίσης συμπεριληφθεί στο διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών και απαρτιζόταν από ένα καστ με ονόματα σαν του Xoακίν Φίνιξ, του Πέδρο Πασκάλ, της Έμα Στόουν, του Όστιν Μπάτλερ. Τελικά δεν βρήκε -ως τώρα τουλάχιστον- καν διανομή στην Ελλάδα. Πήγε κάτι τόσο λάθος λοιπόν;
Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Δεν είναι η καλύτερη ταινία του, είναι μάλλον η λιγότερο καλή από τις τέσσερις. Αν κάτι όμως είναι αναμφισβήτητο είναι ότι ο Άστερ λειτουργεί στον κινηματογράφο ως δημιουργός. Τα υπόλοιπα δεν τον αφορούν. Δεν είναι διεκπεραιωτής, δεν προσπαθεί να καλοπιάσει το κοινό του, δεν είναι φιγουρατζής, δεν είναι αεριτζής, το πρόβλημά του αντίθετα είναι ότι έχει κάθε φορά πάρα πολλά να πει, ότι όσα θέλει να πει δεν είναι απλά, ότι ίσως παραείναι σίγουρος τόσο για αυτό που έχει στο κεφάλι του, όσο και για το ότι πραγματώνοντάς το θα συναντηθεί με τους θεατές με τον τρόπο που το είχε στο δικό του κεφάλι. Η φάση του είναι θα κάνω όσο το δυνατόν λιγότερες εκπτώσεις μπορώ. Και έλα μετά εσύ ως θεατής και βρες με. Ακόμα και στο αριστούργημά του, το «Μεσοκαλόκαιρο», είναι λίαν αμφίβολο ότι τον βρήκαν όλοι, ακόμη δηλαδή και όσοι ενθουσιάστηκαν με την ταινία. Το «Ο Μπο Φοβάται» είναι μια από τις πιο γενναίες ταινίες Αμερικανού σκηνοθέτη τα πολλά τελευταία χρόνια. Δεν πήγε όμως τόσο καλά και τώρα και το “Eddington” δεν πηγαίνει τόσο καλά, κι από πλευράς κριτικής αποτίμησης κι από πλευράς εμπορικής επιτυχίας. Δεν γίνεται όμως να λογίζονται ως στραβοπατήματα αυτά. Ή και να λογιστούν τώρα, ο χρόνος θα τα αποκαταστήσει και θα αποφανθεί ότι έχουμε ήδη να κάνουμε με ένα σώμα έργου που αποκαλύπτει έναν κορυφαίο σύγχρονο σκηνοθέτη.

.
