«Δράκος, performance για μία νοοτροπία» του Γιώργου Βαλαή: Το είδωλο του Κάλιμπαν

Το σύνολο της παράστασης συμπαρασύρει τον θεατή προς τον προορισμό του, καταφέροντάς του πλήγματα σε όλα τα καίρια σημεία - τον τοποθετεί στην πλευρά της επώδυνης ειλικρίνειας

To «Δράκος, performance για μία νοοτροπία» του Γιώργου Βαλαή είναι μια επώδυνη παράσταση. Αγγίζει τα οικεία κακά -όπως ακριβώς οφείλει να κάνει το θέατρο- κι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι ευχάριστο. Είναι επώδυνη για διαφορετικούς λόγους για τους άνδρες και τις γυναίκες. Για τις γυναίκες, γιατί έρχονται αντιμέτωπες με εικόνες και στιγμές που έχουν βιώσει, ή με εγκληματικές συμπεριφορές που θα μπορούσαν να έχουν αγγίξει κι εκείνες. Για τους άνδρες, γιατί ακόμα κι αν δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στο φρικτό είδωλο που εμφανίζεται στον καθρέφτη που στήνεται απέναντί τους, σίγουρα διακρίνουν στερεότυπα και νοοτροπίες που τους είναι εξαιρετικά γνώριμες από την ανατροφή τους μέσα σε ένα περιβάλλον εγκληματικά πατριαρχικό (και όχι, το επίθετο δυστυχώς δεν έχει μεταφορική σημασία). Για να θυμηθώ τον Όσκαρ Ουάιλντ, παρόλο που ο «Δράκος» ουδόλως σχετίζεται με τον ρεαλισμό, ο Κάλιμπαν δεν αποφεύγει να αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη.

Οι επιρροές στον «Δράκο» είναι εμφανείς και ευανάγνωστες. Η απαρίθμηση των γυναικοκτονιών έλκει την καταγωγή της από το «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, απλώς οι λεπτομέρειες έχουν προσαρμοστεί στα καθ’ ημάς –θα έπαιρνα όρκο πως έχω ακούσει κάποιες από αυτές τις περιγραφές στο αστυνομικό δελτίο. Νομίζω πως διακρίνω επίσης τους απόηχους του «Καθαρτήριου» του Ρομέο Καστελούτσι. Κι επίσης τη σχολή του Μίλο Ράου. Από αυτή την πλευρά, η συνθήκη λειτουργεί υποδειγματικά: όλες οι αναφορές είναι ενσωματωμένες και το αποτέλεσμα διατηρεί απολύτως την αυτοτέλεια και την ενδελέχειά του.

Η παράσταση έχει και ζητήματα, ατέλειες. Το πρώτο είναι ίσως η υπερβολικά χαλαρή σχέση της με το αρχικό πρότυπο, την ταινία του Κούνδουρου. Η δεύτερη είναι η επίσης χαλαρή σύνδεση των επιμέρους δραματουργικών υλικών μεταξύ τους: το κείμενο της Βιρτζίνια Γουλφ, η συνέντευξη του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ο άξονας όμως υπάρχει, είναι εκεί, και όλα τα υλικά συνδέονται σαφέστατα μαζί του. Κι επίσης, όλα αυτά μικρή σημασία έχουν. Το ζήτημα είναι πως το σύνολο συμπαρασύρει τον θεατή προς τον προορισμό του, καταφέροντάς του πλήγματα σε όλα τα καίρια σημεία – τον τοποθετεί στην πλευρά της επώδυνης ειλικρίνειας.

Κινητήρια δύναμη του «Δράκου» είναι ο αποτροπιασμός ενός cis άνδρα μπροστά στο αίσχος της πατριαρχίας, το οποίο σκότωσε, βίασε, κακοποίησε, καταπίεσε, υπέταξε, υποχρέωσε σε σιωπή, διαστρεβλώσεις, υποκρισία και οδύνη τη θηλυκότητα επί αιώνες, κι εξακολουθεί να κάνει -ή να απειλεί να κάνει- το ίδιο στην αδελφή του, τη φίλη του, την κόρη του, τη δυνάμει σύντροφό του. Στον δε ίδιο, επέβαλε και υπέβαλε μια στρεβλή, στεγνή, σκληρή, απεχθή εικόνα για τον εαυτό του απαγορεύοντάς του ταυτόχρονα την πρόσβαση σε μεγάλα κομμάτια της προσωπικότητας και των συναισθημάτων του. Ακόμα κι αν ο ίδιος ο εν λόγω άνδρας δεν έχει υπάρξει αυτουργός παρόμοιων πράξεων, η ενοχή ξεβάφει και πάνω του εξ αντανακλάσεως. Όπως ο αθώος Θωμάς ενδύεται διά της σιωπής του τον ρόλο του Δράκου, έτσι συμβαίνει και με τον άνδρα: η σιωπή, η μη αντίδρασή του μπροστά στο φαινόμενο τον καθιστά πλέον όχι απλώς συνένοχο, αλλά ένοχο. Κι αυτό θα έχει συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους.

Ο «Δράκος» δεν είναι μια παράσταση που δράττεται της ευκαιρίας και προσπαθεί να συμβαδίσει με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και να εκμεταλλευτεί το momentum. Πιθανώς ξεχνάμε πως το 90% των παρατάσεων που βλέπουμε είναι εξ αναβολής λόγω πανδημίας. Το #ΜeToo προς το παρόν δεν αποτελεί αίτιο, αλλά κυρίως αποτέλεσμα. Τώρα που το απόστημα της σιωπής επιτέλους έσπασε, η οργή προς τη μολυσματική αντρίλα που ώθησε στη δημιουργία του, ίσως επιτέλους να είναι ορθά κατευθυνόμενη. Άλλωστε το τυφλό ξέσπασμα επί δικαίων και αδίκων, κι αυτό ως τώρα είχε συνήθως πατριαρχικά χαρακτηριστικά.

Η Κατερίνα Ζησούδη, η Μάγδα Καυκούλα, ο Θοδωρής Πεντίδης και ο ίδιος ο Γιώργος Βαλαής υπηρετούν ολόψυχα το εγχείρημα, σαν να κρέμεται η ζωή τους από αυτό –ίσως τρόπον τινά να κρέμεται. Δεν κρίνω την υποκριτική ανθρώπων που δεν παίζουν -γιατί δεν παίζουν, άλλη είναι η λειτουργία τους επί σκηνής. Γι’ αυτό, άλλωστε, και στους υπέρτιτλους  τα πραγματικά τους ονόματα τοποθετούνται πριν από τα ονόματα των ρόλων τους, που κι αυτά κατόπιν εγκαταλείπονται για να μείνουν μόνο τα πραγματικά. Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα είναι ζοφεροί και έξοχοι. Η Ελένη Στρούλια ανέδειξε άψογα τον τόσο ξεχωριστό, πολυεπίπεδο χώρο της Φρυνίχου. Το ηχητικό τοπίο που έχτισαν ο Voltnoi Brege και ο Γιώργος Βαλαής ήταν το ιδανικό. Αν ο Γιάννης Νικολαΐδης μπόρεσε να χορογραφήσει τον, απευθυνόμενο προς το ανδρικό βλέμμα, αισθησιασμό της Μάγδας Καυκούλα και το ξέσπασμα του τελικού χορού του συνόλου, είναι αξιέπαινος.

Δεν είναι τυχαίο που οι μοναδικές αχτίδες αισιοδοξίας προέρχονται από τις γραπτώς εμφανιζόμενες προς το τέλος απόψεις της Μάγδας και της Κατερίνας. Μακάρι να είχα τη δύναμη να τις συμμεριστώ. Μακάρι να μπορέσω να περιμένω. Συγγνώμη αν δεν τα καταφέρω. Μακάρι αυτός ο πεσιμισμός, παρέα με την τοξική πατριαρχία, να πεθάνουν μαζί με τη γενιά μου.

Info παράστασης:

Δράκος, performance για μία νοοτροπία | Θέατρο Τέχνης 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε κάθε Τετάρτη στο e-mail σας

τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!