Κείμενο: Τώνια Καράογλου

 

Τι είναι αυτό που προσελκύει ακόμη τους Έλληνες καλλιτέχνες στο θεατρικό κίνημα που γεννήθηκε στη Βρετανία και έπεσε με ορμή “στα μούτρα” του κοινού, είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την ανάδυσή του; Τι είναι αυτό στα έργα της Σάρας Κέην κυρίως, αλλά και του Μαρκ Ρέιβενχιλ, που τα κάνει να επαναλαμβάνονται χρόνια τώρα στις αθηναϊκές σκηνές; Το 1997, μόλις έναν χρόνο μετά τη βρετανική πρεμιέρα του -προκλητικού ήδη από τον τίτλο του- “Shopping and fucking” του Μαρκ Ρέιβενχιλ, ο Γιάννης Χουβαρδάς ανεβάζει το έργο στο Αμόρε, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το δείγμα γραφής αυτών των νέων “καταραμένων” ποιητών που διαμόρφωσαν το κίνημα του in-yer-face theatre· θα τον ακολουθήσει ο Λευτέρης Βογιατζής με τη Σάρα Κέιν και την εμβληματική παράσταση “Καθαροί πια” (2001) και έκτοτε οι περιθωριακές φιγούρες των απόκληρων ηρώων του είδους βρίσκουν κάθε χρόνο σχεδόν φιλοξενία στις αθηναϊκές σκηνές, mainstream ή μη.

Τα κίνητρα πίσω από την επιλογή του Βασίλη Μπισμπίκη να σκηνοθετήσει το “Shopping and fucking” στον τεχνοχώρο Cartel είναι μάλλον προφανή και εντάσσονται στην συνολική επιλογή του ρεπερτορίου που έχει υιοθετήσει ο χώρος. Ξεκινώντας πέρυσι με τους “Εκτελεστές” του Σκούρτη και συνεχίζοντας φέτος με το “Striptease” του Μρόζεκ και το “Shopping and fucking”, η ομάδα των τριών ηθοποιών που ξεκίνησαν τη λειτουργία του επιθυμούν να προσφέρουν στο αθηναϊκό κοινό ρεπερτόριο κοινωνικοπολιτικού προσανατολισμού. Το έργο του Ρέιβενχιλ, που φέρνει επί σκηνής τη χαμένη γενιά της μεταθατσερικής εποχής, νέους που παραπαίουν μεταξύ των χημικών ψευδαισθήσεων, της αυταπάτης του εύκολου σεξ και του εύκολου χρήματος και της ανάγκης τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, δικαιώνει εν πολλοίς τη σκηνοθετική επιλογή.

Το έργο, άμεσο, ακραίο, προκλητικό, χαρακτηρίζεται από έναν ωμό ρεαλισμό -σε λόγο και εικόνα-, που αποδεικνύεται ταυτόχρονα το χάρισμα και η δυσκολία του. Η ωμότητα του πρέπει πάσει θυσία να αποδοθεί επί σκηνής, να ριχτεί στην πλατεία για να φέρει τους θεατές σε άβολη θέση, χωρίς φραγμούς και λογοκρισία. Ταυτόχρονα, επιβάλλεται όλο αυτό να κρατήσει την ομορφιά ενός έργου τέχνης (όπως για παράδειγμα έκανε η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή στη Σάρα Κέιν, που είχε αποδειχθεί μια εξαίσια εμπειρία πρόσληψης ενός ακραία δυσάρεστου έργου!).

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Μπισμπίκης τα κατάφερε αρκετά καλά από άποψη ύφους. Το φορτωμένο σκηνικό της απόλυτης παρακμής, η σημειολογική παρουσία των τηλεοράσεων, οι ειρωνικές παρεμβολές των cartoons, η μουσική, ο ενδυματολογικός κώδικας των ηρώων με τις σαφείς αναφορές στην pop και την punk κουλτούρα, η προσπάθεια να αποδοθούν με αμεσότητα οι σεξουαλικές σκηνές -με πιο επιτυχημένη τη γκροτέσκ αισθητική που δημιούργησαν οι ψεύτικες, καρναβαλικές μάσκες κατά τη σκηνή του υποτιθέμενου βιασμού- παρέδωσαν επί σκηνής μία κατά το δυνατό άμεση εικόνα του ωμού κόσμου του έργου. Και έτσι, πράγματι, κατά το αίτημα του είδους, οι θεατές ήρθαμε συχνά στη διάρκεια της παράστασης αντιμέτωποι με τα όρια μας.

Όλα τα παραπάνω όμως αποτελούν τη φόρμα του έργου, που όσο ζωτική κι αν είναι, μεταφέρει ένα περιεχομένο που κάτι λέει· αν αυτό το περιεχόμενο δεν περάσει στην πλατεία, τότε χάνει τον λόγο ύπαρξής της και η ίδια η φόρμα. Το “Shopping and fucking” δεν γράφτηκε κατά το ρητό “η πρόκληση για την πρόκληση”, ακόμη κι αν η ωμότητά του μπορεί να ξεγελάει. Το έργο, δηλαδή, θέτει ένα δύσκολο παιχνίδι ισορροπιών: πίσω από όσα κραυγάζουν οι ήρωές του, υπάρχει ένα ευαίσθητο, χαμηλόφωνο μήνυμα που ζητάει να παραδοθεί καθαρό στον θεατή, χωρίς να το καταπιεί η “θορυβώδης” φόρμα. Εν ολίγοις, απαιτητική δουλειά για έναν σκηνοθέτη.

Αυτή τη σκηνοθετική μαεστρία δεν επέδειξε σε ικανοποιητικό βαθμό ο Βασίλης Μπισμπίκης, με αποτέλεσμα ο λόγος, οι ήρωες, τα ζητούμενα και η εξέλιξή τους να εξαφανισθούν πίσω από έναν εντυπωσιακό σκελετό. Σε αυτή τη δύσκολη διαδρομή, δεν βοηθήθηκε ιδιαίτερα ούτε από την επιλογή του να προσανατολίσει τους ηθοποιούς στο δρόμο της έντασης και των δυνατών φωνών (οι κραυγές και τα ουρλιαχτά ίσως ήταν ένας τρόπος να φέρει τον θεατή στα όριά του, αλλά σίγουρα δεν αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη -και νομίζω ούτε την πιο αποτελεσματική- επιλογή) αλλά ούτε και από τους ίδιους τους ηθοποιούς του που, παρά την αδιαμφισβήτητη ενέργειά τους, δεν αποδείχθηκαν επαρκείς ως περιθωριακοί, απόκληροι ήρωες, καθώς ακολούθησαν ένα μάλλον εξωτερικό δρόμο στο χτίσιμο των ρόλων τους.

Έτσι, το όλο αποτέλεσμα έμεινε μάλλον ανολοκλήρωτο παρά τις αρχικές προθέσεις και τα επιμέρους θετικά στοιχεία, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, διατηρεί μια δυναμική και, κυρίως, μας υπενθυμίζει τη ζωτική ανάγκη της δραματουργίας να μιλάει κάθε φορά στη γλώσσα της εποχής της.

Η παράσταση “Shopping and fucking” ανεβαίνει στον Τεχνοχώρο Cartel μέχρι και τις 13 Απριλίου 2014