Η ιστορία του «Birdy» μιλάει για τη φιλία και την οικογένεια, την αγάπη και το μίσος, το όνειρο και την επιβίωση, την λογική και την τρέλα μα πάνω απ’ όλα, ακτινοβολεί από αναμνήσεις της νιότης, από επιθυμίες, από το όνειρο της απελευθέρωσης.
«Ξέρεις τι κάνουν όλοι αυτοί που τους λέμε λογικούς; Πηγαίνουν προς την τρέλα κάθε μέρα, αλλά προτού τρελαθούν τελειώνουν οι μέρες τους.. Και τότε ξαπλώνουν, κλείνουν τα μάτια και λένε ότι είναι πεθαμένοι.»
Ο Μπέρντυ, αέρινος και ολίγον ιδιαίτερος χαρακτήρας, μια μηχανική ιδιοφυία, θαυμάζει τα πουλιά. Προσπαθεί, σαν σύγχρονος Ντα Βίντσι, μελετώντας τα να τα «αντιγράψει» ονειρεύεται να «πετάξει» κι αυτός με τα αυτοσχέδια φτερά του.
Ο Αλ, πιο γήινος από το φίλο του, Ιταλός στην καταγωγή, λατρεύει τη μπάλα, τις μηχανές και τα κορίτσια, μέτριος μαθητής, γυμνάζει συστηματικά το σώμα του νομίζει πως αυτό είναι αρκετό για να θωρακιστεί, να γίνει αυτάρκης και σκληρός.
Τα δύο παιδιά, αν και διαφορετικοί χαρακτήρες, είναι αχώριστοι φίλοι τα ενώνει το πάθος τους για τη ζωή, τα νεανικά τους όνειρα το κοινό τους όραμα για έναν κόσμο πιο όμορφο, πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο.
Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου χωρίζει όμως αιφνίδια τους δύο φίλους και τους καλεί να «ανδρωθούν» στο μέτωπο. Συναντώνται ξανά μετά από χρόνια, κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, στο κελί ενός στρατιωτικού νοσοκομείου εκεί νοσηλεύεται ο Μπέρντυ, σε κατατονική κατάσταση, εξ’ αιτίας ισχυρού σοκ. Ο βαριά λαβωμένος λοχίας Αλ είναι η έσχατη ελπίδα σύμφωνα με τον διοικητή-ιατρό Βάις. Μόνο οι αναμνήσεις από το παρελθόν μπορούν πια να «ξυπνήσουν» τον φίλο του.
