Ο (εσωτερικός) μονόλογος του Tom Peuckert “Ο Artaud θυμάται….” εξ ολοκλήρου επινοημένος, στηρίζεται σε ένα πραγματολογικό δεδομένο: από την ψυχιατρική κλινική Rodex του Παρισιού, όπου είχε εισαχθεί, λίγο μετά τα σαράντα του χρόνια (αρχής γενομένης το 1937), ο θεωρητικός του «Θεάτρου της σκληρότητας», 1935 συντάσσει ένα σύντομο κείμενο-αφιέρωση στο βιβλίο του Les Nouvelles Revelations de l’Etre (Gallimard, 1956) με ημερομηνία «3η Δεκεμβρίου 1943» και αποδέκτη τον Adolf Hitler. Του υπενθυμίζει την πρώτη τους συνάντηση τον Μάϊο του 1932, «κάποιο απόγευμα στο Romanishes Cafe» στο Βερολίνο, και παρακαλεί τον θεό να του δίνει την χάρη του» (παραισθητικός ασφαλώς ισχυρισμός). Το Romanishes Cafe υπήρξε πράγματι ο γνωστότερος χώρος συνάντησης καλλιτεχνών και διανοούμενων την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Η Διεύθυνση της κλινικής θα αποκρύψει την αφιέρωση και η συνέχεια του δράματος θα παιχτεί στην εσωτερική, θυελλώδη σκηνή του αποστολέα: Μνήμη μιας φανταστικής συνάντησης, πραγματικής ωστόσο ως επίθεσης εναντίον της δυτικής σκέψης, εναντίον του διαχωρισμού της τέχνης από την ζωή. Ακόμη, εκβιασμένη (προληπτική) μνήμη μιας «εμετικής σύμπτωσης και ταύτισης» με το τερατώδες. Το «θέατρο της σκληρότητας» θέλησε να διαπλάσει τη σκληρότητα της ζωής. Le double en theatre. Ο Artaud (1896 – 1948), που έφτασε να δηλώσει πως ο Hitler ετοίμασε τον πόλεμο για να τον απελευθερώσει, εκβιάζει την ταύτησή του μ’ έναν πρώην επίδοξο και αποτυχημένο καλλιτέχνη και εισχωρεί στον παραληρηματικό του «επί σκηνής» λόγο, αυτόν που κατόρθωσε να καταργήσει το θέατρο κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά πάντων και αφυπνίζοντας το σκοτεινό ένστικτο του γερμανικού λαού (κατά τον Artaud πάντα).
