Θα ήθελα μια ειλικρινή απάντηση. Πότε απέκτησες αυτήν τη συνήθεια; Την είχες από παλιά; Αν ναι, πού έβρισκες παγωμένο γιαούρτι; Αγόραζες απ’ τα ψυγεία και το κατέψυχες; Έριχνες από πάνω τριμμένο μπισκότο, γλυκό του κουταλιού, νιφάδες σοκολάτας, Smarties, υπολείμματα από κορν φλέικς, γύρο κοτόπουλο ξεχασμένο στο ψυγείο; Κι έπειτα κατάπινες ηδονικά μεγάλες κουταλιές με τα μάτια κλειστά; Άκουσες κάπου ότι το παγωμένο γιαούρτι είναι μόδα; Ότι το τρώει η Madonna και η Angelina Jolie; Ότι κάνει καλό στην υγεία; Δεν σε προβληματίζει το γεγονός ότι τα πρώτα καταστήματα παγωμένου γιαουρτιού άνοιξαν στην Πλάκα και στο Θησείο; Δεν είναι λίγο ντροπιαστικό να υιοθετήσεις μια μόδα που ξεκίνησε από τις συνοικίες όπου ακόμα πωλούνται μπλουζάκια «This is Sparta» και αρχαιοελληνικά σανδάλια;
Η σχέση μας με το γιαούρτι νόμιζα ότι αρχίζει και τελειώνει σ’ αυτά τα πήλινα κεσεδάκια με την πέτσα από πάνω που βρίσκουμε στα χωριά, κι αφού φάμε δυο-τρία, επιστρέφουμε στην Αθήνα, περηφανευόμαστε σαν να είμαστε Χριστόφοροι Κολόμβοι της γεύσης γι’ αυτό το μοναδικό χειροποίητο αριστούργημα που μας έφερε ο γείτονας (καταλήγοντας, σαν να νιώθουμε οίκτο για όσους δεν είχαν αυτό το προνόμιο, πως «δεν έχεις ξαναφάει τέτοιο γιαούρτι») κι έπειτα ανακτούμε τις κανονικές διατροφικές συνήθειες του ανθρώπου της πόλης. Στις οποίες δεν περιλαμβάνεται το γιαούρτι, εκτός κι αν είμαστε άρρωστοι. Πάντα πίστευα ότι όσοι απολαμβάνουν το γιαούρτι ζουν μόνο στις διαφημίσεις. Εκεί, κλείνουν τα μάτια (αλλά το μουγκρητό δεν ακούγεται) και το απολαμβάνουν τόσο σαν να τρώνε ένα φιλέτο με το αιματάκι να τρέχει ή ebi maki στο Furin Kazan. Αν μάλιστα διαφημίζουν αυτήν τη συσκευασία με τις δύο θήκες*, κάνουν το «κρακ κρακ» (κι αυτό δεν ακούγεται) και αναποδογυρίζουν τη μία θήκη στην άλλη με τέτοια χαμόγελο υψηλού επιτεύγματος λες κι έγραψαν την πρώτη τους λέξη. Για να τελειώνουμε μ’ αυτή την ιστορία, πάντοτε νόμιζα πως γιαούρτι τρώνε μόνο οι κανονικοί άνθρωποι που έχουν πρόβλημα με το έντερό τους και οι Αμερικανοί – αυτό το στραγγιστό. Κι ο λόγος που το κάνουν αυτοί οι δεύτεροι είναι για να βλέπουμε διαφημίσεις της φίρμας στα ξένα περιοδικά και να αισθανόμαστε λιγουλάκι εθνικά υπερήφανοι.
Προς θεού, είναι δικαίωμά σου να τρως ό,τι θέλεις. Μεταξύ μας όμως, παγωμένο γιαούρτι δεν έτρωγες ποτέ. Γιατί, λοιπόν, έχουμε γεμίσει καταστήματα παγωμένου γιαουρτιού; Πριν αρκετά χρόνια, όταν η Ευριπίδου ήταν ένας ζωντανός δρόμος, πού μας έβρισκες πού μας έχανες, για μπριζολάκια στον Τέλη θα ήμασταν. Ακριβώς δίπλα λειτουργούσε ένα άλλο μπριζολάδικο. Δεν είχαμε πατήσει ποτέ το πόδι μας εκεί, γιατί ο Τέλης ήταν ένας, κι αν δεν βρίσκαμε αμέσως τραπέζι είτε αποχωρούσαμε απογοητευμένοι είτε περιμέναμε να αδειάσει κάποιο. Μπορεί τα μπριζολάκια του διπλανού (που στις αφηγήσεις μας θα μνημονεύεται πάντα ως «το άλλο δίπλα απ’ τον Τέλη») να ήταν από καθαρότερο κρέας και να προσφέρονταν σε μεγαλύτερη μερίδα. Δεν έχω άποψη, γιατί δεν τα δοκίμασα ποτέ. Πέρα από το φαγητό, ο Τέλης ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία, σαν ψυχαναγκαστικό συστατικό άλλης μιας σούπερ βραδιάς. Το «άλλο δίπλα απ’ τον Τέλη» υπήρχε επειδή ο Τέλης είχε πιάσει την καλή κι απ’ αυτήν ήθελε να τσιμπολογήσει ο διπλανός. Μπορεί πάλι να ήμασταν απλώς ανόητοι και το κατάστημα να ανήκε σε κάποιον συγγενή του Τέλη. Αν γνωρίζεις κάτι τέτοιο, παρακαλώ μη μου το πεις, γιατί θα καταστρέψεις την κοσμοθεωρία μου.
Η ιστορία του Τέλη είναι είναι ένα τυπικό δείγμα της ελληνικής νοοτροπίας επιχειρηματικότητας, που κάποτε στα εγχειρίδια οικονομίας θα συνοψιστεί ως «ouvrir-à-côté», κατά το παράδειγμα των όρων laissez-faire κ.λπ.. Δεν θα χρησιμοποιήσω τη λέξη «αρπαχτή», γιατί μια κατανόηση για το φιλότιμο και την αγωνία όσων επενδύουν σε ένα franchise της μόδας λέω να τη δείξω έστω και στην ύστατη στιγμή της τέταρτης παραγράφου από την αρχή και προτελευταίας. Πάντως το πιο τρανταχτό παράδειγμα «ouvrir-à-côté» υπήρξαν τα βίντεο κλαμπ. Το άδοξο τέλος τους το γνωρίζουμε όλοι: ξεπούλησαν τις τσόντες τους προς ένα-δυο κατοστάρικα το –λερωμένο– κομμάτι. Πιο πρόσφατα, κάθε δρόμος που σέβεται το βαρύ ιστορικό του όνομα, υποχρεούται να έχει καφέ που κάνει διανομή στους κοντινούς χώρους εργασίας, delivery χαμπουργκεράδικα, και γενικά χαμπουργκεράδικα, σουβλατζίδικα ντιζάιν με επωνυμίες που περιλαμβάνουν οπωσδήποτε τη λέξη «καλαμάκι» (πιο πρόσφατα άνοιξε ένα που την ταίριαζε με ένα φαγώσιμο υποκοριστικό εντελώς άσχετο γευστικά) και χοτντογκάδικα (ένα, επίσης νεότευκτο, φέρει επωνυμία που παραπέμπει σε σεξουαλική στάση ώστε να προσελκύσει όσους θεωρούν ακόμα τολμηρό να παραγγείλουν τούρτα σε σχήμα γυναικείου στήθους ή πέους). Α, να μην ξεχάσω και τα blogs… Οι ακολουθίες άκριτης μίμησης μιας δοκιμασμένης επιχειρηματικής ιδέας είναι υπεύθυνες για την ανάπτυξη περιοχών της Αθήνας και τον επακόλουθο μαρασμό τους: κάποτε, θα βρεθεί ένας άνθρωπος που έχει πιει τ’ άντερά του και θα συγγράψει την γλαφυρότερη από οποιονδήποτε Βαρουφάκη οικονομική ιστορία αυτής της πόλης με αναφορές αποκλειστικά στα μπαρ και στα κλαμπ που έχουν ανοιγοκλείσει όλα αυτά τα χρόνια.
Ειλικρινά δεν γνωρίζω πώς ξεκίνησε αυτή η εξάπλωση του παγωμένου γιαουρτιού. Και ταράζομαι στην ιδέα ότι όταν πάω στο χωριό μπορεί να πέσω πάνω σ’ ένα τέτοιο κατάστημα – θα είναι σίγουρα βαμμένο σε παστέλ χρώματα. Ίσως η όρεξη να άνοιξε όταν εκτοξεύτηκε το πρώτο γιαούρτι εναντίον πολιτικού. Αλλά από εκεί ως το να προτείνεται για γαρνιτούρα μύρτιλα και μάνγκο τα οποία κανείς δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά ως φρούτα, η απόσταση καλύφθηκε απερίσκεπτα. Για άλλη μια φορά. Αν είμαστε proud για την βιοποικιλότητα της πατρίδας μας, για την εμποροποικιλότητά της δεν θα πρέπει να αισθανόμαστε το ίδιο.
*Τα γιαούρτια δύο θηκών περιέχουν στη μία γιαούρτι και στην άλλη κρουτόν ή κάτι ρευστό που χρειάζεσαι χέρι χειρουργού για να το μεταγγίσεις χωρίς να περιχύσεις τα ρούχα σου. Αν απλώσεις τα χέρια κρατώντας τη συσκευασία προς τα μπρος και κυρτώσεις ελαφρά το σώμα προς τα πίσω, τα ζουμιά θα πέσουν στο πάτωμα. Τα γιαούρτια δύο θηκών φαίνεται να τα προτιμούν οι γυναίκες που έχουν διαβάσει όλη τη βιβλιογραφία της Λένας Μαντά και έχουν δει πάνω από δέκα φορές τον Γλυκό Νοέμβρη.
