Όσο περνούν τα χρόνια, η Αλόννησος παραμένει ένας τόπος ξεχωριστός για μένα, όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά και για τον τρόπο που με κάνει να νιώθω. Έχει μια ησυχία, αυθεντικότητα, κι εκείνη την αίσθηση ότι όλα κυλούν λίγο πιο ήρεμα, που σε κάνει να θέλεις να μείνεις. Ίσως είναι το χωριό της, η παλιά Χώρα, σκαρφαλωμένη ψηλά με θέα σε όλες τις κατευθύνσεις. Εκεί ανεβαίνεις για να γνωρίσεις τον τόπο, να δεις τα χρώματα στα παραδοσιακά σπίτια, να σταθείς μπροστά σε μια θέα που δεν περιγράφεται με λόγια. Τα σοκάκια είναι ήσυχα, τα σπίτια φροντισμένα, κι όταν φυσάει, μυρίζουν οι βασιλικοί στις γλάστρες και η θάλασσα μαζί.
Την Αλόννησο την αγαπώ γιατί δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Είναι αυθεντική, απλή, ήσυχη. Εκεί η θάλασσα αγκαλιάζει τα πεύκα. Ένας τόπος που σου επιτρέπει να ζεις χωρίς θόρυβο. Και αυτό, πια, είναι πολύτιμο. Καταφέρνει και κρατά έναν ρυθμό παλιό, χωρίς να είναι ξεχασμένος.

Ανυπομονώ κάθε καλοκαίρι πότε θα φτάσω εκεί, στη Βότση, το μικρό φυσικό λιμανάκι με τα ψαροκάικα και η αγαπημένη μας Ελπίδα μας περιμένει κάθε χρόνο με φροντίδα και χαμόγελο.
Ένα απόγευμα, η καλοκαιρινή μας γειτόνισσα, εμφανίστηκε με μια λεκάνη στο χέρι και είπε με το γνωστό της ύφος: «Να σας φτιάξω φουσκάκια!». Άναψε μάτι στην αυλή και άρχισε να τηγανίζει γύρω από όλους μας. Το κουρκούτι έπεφτε στο καυτό λάδι και φούσκωνε αμέσως. Ο τόπος μοσχοβόλησε. Φουσκάκια με μέλι, για όλους μας. Καθίσαμε γύρω της σαν να περιμέναμε να μας μοιράσει το μεγάλο θησαυρό και όμως αυτές οι στιγμές αξίζουν όσο ένα θησαυρός. Όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι με θέα το λιμανάκι να τρώμε τα φουσκάκια πασπαλισμένα με μέλι και κανέλα με τα χέρια μας. Στην Αλόννησο, τις τηγανίτες αυτές τις λένε φουσκάκια, γιατί μόλις πέσουν στο λάδι, φουσκώνουν σαν μικρές μπάλες χαράς.

Λίγες μέρες μετά, στην ίδια γειτονιά, έγινε και η γιορτή της σαρδέλας. Το λιμανάκι γέμισε κόσμο, ντόπιοι και ξένοι γίναν ένα, μουσικές, ψησταριές και φωνές. Μοσχοβόλαγαν οι ψητές σαρδέλες και η μακαρονάδα με ντόπιο τόνο, η θάλασσα και το τοπικό κρασί που κερνούσαν οι γυναίκες του χωριού.
Η Αλόννησος, στην καρδιά των Βορείων Σποράδων, είναι ένα νησί με πλούσια βιοποικιλότητα, βαθιά ριζωμένη στην παράδοση και πλούσια σε πολιτισμική μνήμη, συνδυάζει τη βοτανική γνώση με τη λαϊκή σοφία.
Η χλωρίδα της περιλαμβάνει πάνω από 400 είδη και υποείδη φυτών. Το νησί καλύπτεται κυρίως από μεσογειακή μακία βλάστηση: σχίνοι, πουρνάρια, κουμαριές, θυμάρια, ρίγανη, φασκόμηλα, φλισκούνι και άλλα αρωματικά φυτά συνθέτουν ένα πολύτιμο φυσικό μωσαϊκό. Το μικροκλίμα, το πετρώδες έδαφος και η καθαρή ατμόσφαιρα ενισχύουν τη συγκέντρωση αιθέριων ελαίων στα βότανα του νησιού, προσδίδοντάς τους έντονο άρωμα και ισχυρή δράση.
Η λαϊκή ιατρική στηρίχτηκε για αιώνες σε αυτά τα βότανα που συνέλεγαν κυρίως οι γυναίκες και αποξήραιναν προσεκτικά. Ρίγανη και δεντρολίβανο για το φαγητό και τις αλοιφές, φλισκούνι για το στομάχι, χαμομήλι για παιδιά και ενήλικες, και το τσάι του βουνού για τις αλλαγές του καιρού και τη γενική τόνωση.
Η Αλόννησος παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με τη νησιώτικη καθημερινότητα και τα ήθη της παράδοσης. Από τα χορταρικά που συλλέγονται για πίτες μέχρι το στέγνωμα των βοτάνων στις κουζίνες των σπιτιών. Οι γυναίκες του νησιού συνεχίζουν, έστω και λιγότερο συστηματικά, να μεταδίδουν πρακτικές φροντίδας και παρασκευών που βασίζονται σε φυσικά υλικά. Το φαγητό με τα ντόπια αρωματικά, τα παραδοσιακά γλυκά του κουταλιού, ο ντόπιος τόνος σε βαζάκια. το μοίρασμα ενός κλαδιού ρίγανης, όλα μας θυμίζουν τη κληρονομιά του νησιού.
Και τα πανηγύρια της δεν είναι απλώς γιορτές, είναι κάθε χρόνο μια νέα ανάμνηση. Κάθε Αύγουστο, στη Χώρα, αναβιώνετε ο «γάμος της Παναγιάς» με παραδοσιακές φορεσιές, μουσική και φαγητό, με τη μαγειρεμένη γίδα και τα μακαρόνια να μοιράζονται σε όλους. Στην Ψαράδικη Βραδιά στο Πατητήρι, ντόπιοι και επισκέπτες τρώνε μαζί φρέσκο ψάρι και πίνουν κρασί, ενώ στο Φεστιβάλ Χορού ομάδες από όλη την Ελλάδα συναντιούνται στο νησί. Οι γυναίκες συγκεντρώνονται κάθε Ιούλιο για να φτιάξουν τραχανά και να θυμηθούν τα παλιά αλώνια, ενώ η Βραδιά Τυρόπιτας και το Φεστιβάλ Κρασιού και Τρύγου τον Σεπτέμβριο φέρνουν ξανά στο προσκήνιο τη γεύση ως συλλογική πράξη.

Φεύγοντας από την Αλόννησο, πάντα κουβαλάω κάτι παραπάνω απ’ ό,τι έφερα. Λίγη ρίγανη, μια ιστορία της Γιώτας με τις φώκιες, ένα χαμόγελο της Ελπίδας που ξέρει πάντα πότε να σε κεράσει φουσκίτσες, κι έναν χαιρετισμό του Άγγελου.
Είναι ωραίο να ξέρεις ότι υπάρχει ένας τόπος που σε θυμάται.

