1961, και ο ούτε καν είκοσι ετών Μπομπ Ντίλαν φτάνει με ωτοστόπ στη Νέα Υόρκη, με μια κιθάρα στον ώμο, ένα σακίδιο στην πλάτη και απειροελάχιστα χρήματα στην τσέπη, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ένας παντελώς άγνωστος. Μέσα στα τέσσερα χρόνια στα οποία εκτυλίσσεται το “Α Complete Unknown”, θα έχει βγάλει μερικούς από τους εμβληματικότερους δίσκους και τα εμβληματικότερα τραγούδια της σύγχρονης μουσικής, πατώντας αρχικά αποκλειστικά πάνω στον παραδοσιακό ήχο της φολκ και στη συνέχεια περνώντας και στον ηλεκτρικό, σκανδαλίζοντας έτσι τους πιουρίστες, που έχοντας βρει στο πρόσωπό του έναν εξωπραγματικά χαρισματικό πρεσβευτή της μουσικής τους σκηνής αλλά και της συνολικότερης κοινωνικοπολιτικής οπτικής τους, θα διαπίστωναν ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος και καλλιτέχνης δεν μπορούσε να χωρέσει σε καμία κατηγοριοποίηση και στράτευση, μουσική ή άλλη, όντας καταστατικά ακατάτακτος.
Και όπως αποδείχτηκε στην πορεία των δεκαετιών, ο Ντίλαν είχε έρθει για να διαρρήξει κάθε είδους σύνορο, φτάνοντας να του απονεμηθεί το 2016 μέχρι και το Νόμπελ Λογοτεχνίας, κάτι πρωτοφανές για τραγουδοποιό και ανεπανάληπτο ποιος ξέρει μέχρι πότε. Όπως κάποτε οι πιουρίστες της φολκ, ήταν καιρός να ξεσηκωθούν για το σκάνδαλο οι πιουρίστες της λογοτεχνίας, με τις στεγνές από μουσική λέξεις τους.

Ο Τζέιμς Μάνγκολντ, με τη συνεργασία του Τζέι Κοκς στο σενάριο, τον μετατρέπει σε ένα είδος Αμαντέους. Είναι σαν από ένα επίπεδο ταλέντου και πάνω, όταν αυτό φτάνει στα όρια του εντελώς ξεχωριστού και μνημειώδους για τον τομέα του, να υπάρχει πάντα η συνοδευτική απορία του πώς γίνεται κάποιος άνθρωπος να έχει τέτοια έμπνευση και τέτοιο έργο. Δεν θα έπρεπε να μοιάζει εξίσου συγκλονιστικός και εκτός του έργου του, δεν θα έπρεπε το έργο του να αντιστοιχεί με τη συνολική συγκρότησή του; Κι αν όχι, τότε, με τα λόγια που βάζουν στο στόμα του Ντίλαν στην ταινία: «Όλοι με ρωτάνε από που έρχονται αυτά τα τραγούδια, αλλά αν δεις τα πρόσωπά τους, εκείνο που στην πραγματικότητα ρωτάνε είναι γιατί τα τραγούδια δεν ήρθαν σε αυτούς».
Ο Πιτ Σίγκερ δίπλα του εννοείται πως δεν είναι ο Σαλιέρι δίπλα στον Μότσαρτ. Βασικά είναι και το εντελώς αντίθετό του σε πολλά, αφού δεν τον πνίγει κανείς φθόνος και καμία αγανάκτηση για τον εκτυφλωτικού χαρίσματος ομότεχνό του. Mόνο καμάρι και συγκίνηση νιώθει, κάνοντας ό,τι μπορεί για να τον προωθήσει στα πρώτα του βήματα. Ωστόσο ο Σίγκερ είναι ακριβώς εκείνη η ολοκληρωμένη προσωπικότητα, με τα τραγούδια του να είναι ενταγμένα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο νοηματοδότησης της ύπαρξης της δικής του και των άλλων, που ως άλλος Σαλιέρι θα δικαιούταν τουλάχιστον να αναρωτηθεί: γιατί τέτοιου διαμετρήματος τραγούδια έρχονται σ’ αυτόν τον άγραφο πιτσιρικά και όχι σε μένα;

To “A Complete Unknown” δεν θα πέσει στην παγίδα να προσπαθήσει να επιλύσει το μυστήριο του ανθρώπου Ντίλαν. Ναι, θα το επισημάνει, ναι, θα το καταγράψει, αλλά θα το καταγράψει αποδεχόμενο το. Ποιος ήταν άραγε στα αλήθεια ο Ντίλαν; Έχει άραγε τόσο μεγάλη σημασία; Νομίζω ότι κι ο Μάνγκολντ απαντάει πως όχι, ας καθίσουμε ακόμα πιο αναπαυτικά στα καθίσματά μας κι ας απολαύσουμε αυτά τα τεράστια τραγούδια τη στιγμή που γεννιούνται και πρωτοακούγονται. Αν είναι άλλωστε κάτι γενικότερα σαφές, είναι πως νομοτελειακά όλα τα γύρω γύρω απ’ τον Ντίλαν -ανάμεσα στα οποία κατεξοχήν και ο ίδιος ο άνθρωπος Ντίλαν- θα υπολείπονται δραματικά σε σημασία συγκρινόμενα με το έργο του. Με την μουσική του και τους στίχους του. Τον συνδυασμό στίχων και μουσικής που ονομάζουμε «τραγούδια». Κι αυτό το εντελώς ιδιαίτερο πράγμα που έκανε ο ίδιος πάνω στα τραγούδια. Τον χώρο που εξόρυξε. Αλλά -κι αυτό είναι εν προκειμένω μια βασική παράμετρος- δεν πρόκειται για έναν χώρο που εξόρυξε για ομοτέχνους και διαδόχους. Προς Θεού, όχι ότι δεν επηρέασε, όχι ότι δεν γέννησε επίδοξους ακολούθους και μιμητές. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με χώρους στους οποίους δεν μπορούν τελικά να μπουν άλλοι ομότεχνοι. Τηρουμένων όλων των αναλογιών, εξόρυξε ή δεν εξόρυξε χώρους ο Σαίξπηρ; Φυσικά. Αλλά ακόμα κι αν προσπάθησαν, βγήκαν μετά τον Σαίξπηρ οι θεατρικοί συγγραφείς που κατάφεραν στους επόμενους αιώνες να γράφουν σαν εκείνον; Όχι.
Δεκαετία του εξήντα και βρισκόμαστε στα ίδια χρόνια που οι Μπιτλς ταρακουνούν τον κόσμο. Και πιθανότατα το δικό τους αποτύπωμα είναι ακόμα μεγαλύτερο απ΄ του Ντίλαν. Αλλά αν αντιπαραθέσουμε στίχους, είναι σαν οι μεν και ο δε να ανήκουν σε άλλα είδη. Και δεν εννοώ μουσικά είδη. Αυτό που εξορύσσει ένας Ντίλαν δεν είναι ένας χώρος που έρχεσαι να ακολουθήσεις ως τραγουδοποιός, προκειμένου να τον σκάψεις ακόμα πιο πέρα. Είναι ένας χώρος εντελώς δικός του. Ένας χώρος της ύπαρξης και του λόγου και της τέχνης που ανοίγει και που αν δεν ήταν εκείνος θα παρέμενε για πάντα κλειστός. Ένας χώρος που μπορείς πλέον να κοιτάξεις με απορία και δέος. Να ακούς και να ξανακούς τα τραγούδια και ίσως -μόνο ίσως- να έχεις καταφέρει να μπεις εντελώς μέσα στους στίχους. Γιατί ίσως περάσεις και μια ζωή αγάπης για τα τραγούδια του, αλλά οι στίχοι του να έχουν μείνει για σένα ημιανεξερεύνητο τοπίο.

Ο Μάνγκολντ μας δείχνει ότι το μυστήριο Ντίλαν συνοδευόταν από την εντονότατη ανάγκη του για ελευθερία. Ο Ντίλαν ήταν απ΄ την αρχή ο Ντίλαν και δεν μπορούσε να ανήκει σε κανέναν. Δεν είμαι ό,τι φανταστήκατε για μένα, δεν ανήκω στη φολκ, δεν ανήκω στα κινήματα και τους κοινωνικούς αγώνες, δεν ανήκω στις απαιτήσεις του κοινού, δεν ανήκω σε κάποια γυναίκα, δεν ανήκω σε μένα, δεν ανήκω στο παρελθόν μου, δεν έρχομαι από κάπου, πηγαίνω διαρκώς προς τα κάπου, προς τα εκεί που ανήκω (όπως λέει κι ο ίδιος στο “Νο Direction Home”, το ντοκιμαντέρ του Σκορσέζε), έχω υπάρξει τόσοι πολλοί (όπως δείχνει το “Ι’ m Νot There” η ταινία του Τοντ Χάινς, όπου τον Ντίλαν τον υποδύεται κι ο Μπάτμαν κι ο Τζόκερ, κι ο Κρίστιαν Μπέιλ κι ο Χιθ Λέτζερ, τον υποδύεται και άντρας και γυναίκα, κι ο Ρίτσαρντ Γκιρ και η Κέιτ Μπλάνσετ, τον υποδύονται χωρίς να τον κατονομάζουν, όπως δεν τον κατονομάζει ποτέ το αριστουργηματικό φινάλε του “Inside Llewyn Davis¨των αδελφών Κοέν), ίσως είμαι πράγματι από κάπου εντελώς αλλού, αν δεν ήμουν από αλλού δεν θα έκανα όπως κάνω στην ηχογράφηση του “We Are The World” (όπως δείχνει το πολύ πρόσφατο ντοκιμαντέρ “We Are The World: The Night that Changed Pop”).
Βρισκόμαστε στην εποχή που αναθέτουν στον Τίμοθι Σαλαμέ να ενσαρκώνει μεσσιανικές φιγούρες. Από τον Πολ Ατρείδη των “Dune” στον Μπομπ Ντίλαν. Σε μια σκηνή το “Α Complete Unknown”, όταν η φίλη του τον ρωτάει πειράζοντάς τον αν πιστεύει ότι είναι ο Θεός, εκείνος απαντάει -επίσης πειράζοντάς την, αλλά και όχι- ναι. Κι όσο κι αν εκ πρώτης όψεως αναρωτιέσαι τι είναι αυτό το τόσο μαγνητικό που εντοπίζουν πάνω του οι σκηνοθέτες, κι όσο κι αν είχες αναρωτηθεί πως είναι δυνατόν να υποδυθεί εκείνος τον Ντίλαν, η αλήθεια είναι πως στην μεγάλη οθόνη παύεις να αναρωτιέσαι. Δίπλα του ο Έντουαρντ Νόρτον ως Πιτ Σίγκερ μεταφέρει μια αύρα ατόφιου καλού, είναι το καλό προσωποποιημένο.
Οι γυναικείοι πάλι ρόλοι δημιουργούν κάποιες δεύτερες σκέψεις: η διπλή μάλιστα δόση απ’ την πληγωμένη καρδιά της ηρωίδας που υποδύεται η Έλι Φάνινγκ (η οποία είδε τους υπόλοιπους τρεις συμπρωταγωνιστές να επιβραβεύονται με υποψηφιότητες στα όσκαρ, απ΄ την άλλη είναι η μόνη που δεν της αναλογούσε να μάθει να παίζει μουσική και να τραγουδάει για να πάρει πόντους) μοιάζει αρκετά κοινότοπη και τελικά αχρείαστη. Η φάση πάλι με την Τζόαν Μπαέζ της Μόνικα Μπάρμπαρο έχει σίγουρα περισσότερο ενδιαφέρον, ειδικά στη σκηνή, που αφού την έχει ξαναθυμηθεί και της έχει χτυπήσει ξαφνικά ένα βράδυ την πόρτα, ξυπνά στη συνέχεια μέσα στη νύχτα και γράφει στίχους, με αποτέλεσμα εκείνη να θυμώσει όταν το καταλάβει. Τι ακριβώς την πληγώνει εδώ; Ένα κυρίως πράγμα ή περισσότερα μαζί; Ωστόσο τόσο από το “Diamonds and Rust”, όσο και γενικότερα, είχε μυθολογηθεί τόσο στο μυαλό μου η σχέση μεταξύ Ντίλαν και Μπαέζ, ώστε περίμενα να δω και μια πολύ περισσότερο έντονων συναισθημάτων σχέση. Ο Μάνγκολντ με το “Walk the Line” έχει αποτυπώσει μια από τις πιο έντονες ερωτικές χημείες στο σινεμά, έστω από τις πιο έντονες ερωτικές χημείες σε τραγούδι στο σινεμά, βάζοντας τον Γιόακιν Φίνιξ και την Ρις Γουίδερσπουν, να τραγουδούν μαζί ως Τζόνι Κας και Τζουν Κάρτερ, κι εκείνος να την κοιτάει με μάτια που καίνε, φωνή που καίει, στάση σώματος που καίει. Η επανάληψη βέβαια είναι πάντα επανάληψη, κι ίσως είναι προτιμότερο που δεν θα ξαναδούμε κάτι παρόμοιο, αφού όσο κι αν θα μπορούσε κανείς να πει ότι υπάρχουν και στο “A Complete Unknown” μια – δυο παρόμοιες σκηνές, σίγουρα δεν είναι εξίσου μεγάλη η σκηνοθετική και δραματουργική έμφαση πάνω τους.
Το “Α Complete Unknown” είναι ένα παραδοσιακό biopic που ενάντια στη μόδα δεν θα δει τα πράγματα πλάγια, διαθλασμένα, και έτσι αλλά και αλλιώς, αποδεικνύοντάς μας πως το κλασικό αφηγηματικό σινεμά, όταν γίνεται καλά, δεν θα είναι ποτέ αδιάφορο, βαρετό, τετριμμένο, πως το κλασικό αφηγηματικό σινεμά όταν πετυχαίνει είναι από μόνο του ένα κερδισμένο πείραμα.
Κλείνουμε το κείμενο με μια άσχετη με τον Ντίλαν απορία κι ένα σχετικό με τον Ντίλαν δέος. Η απορία: πόσες φορές θα δούμε ακόμα σε ταινίες και σειρές τον Γουόλτερ Κρονκάιτ να βγάζει τα γυαλιά του αναγγέλλοντάς μας τον θάνατο του Κένεντι; Όσο για το δέος, ένας στίχος του: “The sky cracked its poems in naked wonder”.




