
Ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης για το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου:

Τι είναι για εσάς το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου;
Το Πανόραμα είναι ένα φεστιβάλ που αποτελεί σημαντικό μέσο επικοινωνίας με το κινηματογραφόφιλο κοινό για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, γιατί συστήνει στους σινεφίλ πάνω απ’ όλα τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο (χωρίς να παραγνωρίζει και την υπόλοιπη διεθνή κινηματογραφία), παράλληλα πάντα με τον ελληνικό, έναν κινηματογράφο που συνήθως παραμερίζεται για χάρη του πιο “εύκολου”, διασκεδαστικού βεβαίως, σινεμά, που όμως μικρή σχέση έχει με την καλλιτεχνική διάσταση αυτής της τέχνης. Το Πανόραμα φροντίζει να στηρίζει τις καλές ταινίες εκείνες, ελληνικές και ευρωπαϊκές, πολλές εκ των οποίων έχουν βραβευτεί σε διάφορα ξένα φεστιβάλ και που αξίζει να διανεμηθούν, αλλά οι αίθουσες, αναγκασμένες να καλύπτουν συμβόλαια με διανομείς, σπανίως έχουν χώρο να τις προβάλλουν.
Και ο δεύτερος λόγος είναι τα αφιερώματα, σε δημιουργούς αλλά και θεματικά, με τα οποία το κοινό, ιδιαίτερα το νεότερο, έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τη θαυμάσια αυτή, δυστυχώς όχι ιδιαίτερα γνωστή, πολιτιστική κληρονομιά του κινηματογράφου, μέσα από την ιστορία μιας τέχνης που έχει και εξακολουθεί να έχει τόσα πολλά να προσφέρει.

Με ποια σκέψη και λογική διαμορφώσατε το 38ο πρόγραμμά του;
Το πρόγραμμα φέτος, όπως και όλα τα προηγούμενα χρόνια του φεστιβάλ, βασίζεται τόσο στην προβολή των πιο πρόσφατων, ιδιαίτερα εκείνων που δεν έχουν βρει ελληνική διανομή, ταινιών, όσο και σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα της επικαιρότητας. Όπως για παράδειγμα το θέμα της ανόδου της Ακροδεξιάς στις μέρες μας, θέμα συγγενικό με την άνοδο του φασισμού που προαναγγέλλεται έμμεσα στις ταινίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καθώς και το αφιέρωμα στο ρεβιζιονιστικό γουέστερν που μας δίνει μιαν άλλη, πιο αληθινή εικόνα της τότε (αλλά και της σημερινής) Αμερικής, ή οι ταινίες στο αφιέρωμα στα 80 χρόνια από τη βόμβα στη Χιροσίμα, με αναφορά στην πρόσφατη επιστροφή σε μια νέα ψυχροπολεμική ατμόσφαιρα, με τους κινδύνους που αυτή εμπεριέχει. Επίσης, αναφέρεται στο έργο δημιουργών και άλλων συντελεστών (Ελλήνων και ξένων) που επιλέγονται για να τιμηθούν για τη συνολική τους προσφορά στον κινηματογράφο.

Πείτε μας για τις επιλογές που αισθάνεστε και κάποια ξεχωριστή ικανοποίηση που υπάρχουν στο 38ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου;
Θα ξεκινήσω αναφέροντας την προβολή μιας σειράς ταινιών του κινηματογράφου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης μεταξύ 1919 και 1933, μια σημαντική περίοδο τόσο για την εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης όσο και για την άνοδο του φασισμού. «Από τον Καλιγκάρι στον Χίτλερ», όπως τόσο καίρια περιγράφει τον κινηματογράφο της εποχής ο Ζίγκφριντ Κρακάουερ στο βιβλίο του. Μαζί με την ημερίδα που οργανώσαμε στο πλαίσιο του αφιερώματος, και στην οποία εξετάζεται η συγγένεια με τα σημερινά χρόνια. Επίσης, θα ήθελα να προσθέσω τόσο το αφιέρωμα στην εξαιρετική, δεμένη με τη γαλλική νουβέλ βαγκ, μουσική του Ζορζ Ντελερί, όσο και το αφιέρωμα στο έργο του Νικ Μπρούμφιλντ, ντοκιμαντερίστα πρωτοπόρου θα έλεγα στο είδος του, που καταπιάνεται με διάφορα αμφιλεγόμενα συχνά θέματα, δοσμένα με ένα άμεσο, cinema direct, στιλ. Μάλιστα θα τον έχουμε κοντά μας σε όλες τις προβολές, δίνοντας στο κοινό την ευκαιρία να τον γνωρίσει και να συνομιλήσει μαζί του.


ΤΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ NICK BROOMFIELD | ΤΑΙΝΙΕΣ – KURT & COURTNEY
Τόσα χρόνια σινεμά, τι θα λέγατε στους νέους εν δυνάμει κινηματογραφόφιλους;
Θα ήθελα να αντιμετωπίζουν τον κινηματογράφο πάντα ως μια τέχνη που απολαμβάνεις στη μεγάλη οθόνη, εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο, όπως πολύ σωστά έλεγε ο Μπουνιουέλ, ένας καθρέφτης που μας βάζει σε άλλους κόσμους, αλλά κι ένας καθρέφτης που μας αναγκάζει να δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο όπως έπρεπε να είναι, ένας καθρέφτης που μας ξυπνάει από τον λήθαργο, στον οποίο μας οδηγούν συχνά οι νέες τεχνολογίες, ένας καθρέφτης που μας κάνει καλύτερα άτομα και μας φέρνει πιο κοντά στους συνανθρώπους μας, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αποτελούμε μέλη μιας κοινωνίας, ενός πλανήτη που ολοένα γίνεται μικρότερος και που για να τον διαφυλάξουμε απαιτείται συνεχής επαγρύπνηση. Μια τέχνη, τελικά, που αξίζει την αγάπη και τον σεβασμό μας, γιατί πάντα βρίσκει τον τρόπο να μας πει κάτι το καινούργιο.
H Ειρήνη Σουγανίδου για την ταινία έναρξης του 38ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου «Σιωπηλή Αγάπη»:

Τι ξεχωρίζετε στην ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΓΑΠΗ, την ταινία έναρξης του 38ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου;
Βλέποντας την ταινία στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου μείναμε άφωνοι στο τέλος, προσπαθώντας να επεξεργαστούμε όλα όσα είχαμε βιώσει παρακολουθώντας την ταινία. Εγώ προσωπικά μπήκα στην αίθουσα ως επαγγελματίας και βγήκα ως απλός θεατής που τον έχει συνεπάρει μια ταινία και έχει ανάγκη να συζητήσει όσα είδε. Εκτός από τις συγκλονιστικές ερμηνείες και τα σεναριακά και σκηνοθετικά ευρήματα της ταινίας, θα ήθελα να μιλήσω πάνω από όλα για την αλήθεια της και κυρίως για το γεγονός ότι όλα όσα εμείς -που έχουμε την ακοή μας- θεωρούμε ως δεδομένα, για τους συνανθρώπους μας με μειωμένη ακοή ή τους μη ακούοντες είναι απαγορευτικά. Και με αυτό το γνώμονα επιλέξαμε να προχωρήσουμε και στην παραγωγή κοπιών με ελληνικούς υπότιτλους SDH [SDH: Subtitles for the Deaf or Hard of Hearing] ώστε να είναι προσιτή η ταινία όχι μόνο λεκτικά αλλά και παραλεκτικά (παύσεις, τόνο κλπ) σε όλους. Κάτι, που ελπίζω να γενικευτεί ως επιλογή για όλες τις ταινίες, ώστε να μπορούν όλοι οι συνάνθρωποί μας να βιώνουν μια πλήρη κινηματογραφική εμπειρία.

Η ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΓΑΠΗ κέρδισε το βραβείο κοινού στο τελευταίο Φεστιβάλ Βερολίνου και έχει βραβευτεί σε όσα φεστιβάλ συμμετείχε στη συνέχεια, ενώ είναι επίσης μία από τις πέντε ευρωπαϊκές ταινίες που είναι υποψήφιες για τα βραβεία LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Πού αποδίδετε αυτή την επιτυχημένη πορεία της μέχρι τώρα;
Εκτός από τη μεγάλη καλλιτεχνική της αξία, η ΣΙΩΠΗΛΗ ΑΓΑΠΗ έχει όλα τα στοιχεία μιας οικουμενικής ταινίας που μιλάει για την αξία της ζωής, για τη δύναμη της επιμονής, της πίστης και της ελπίδας και πιστεύω ότι θα αγγίξει όλους τους θεατές και όχι μόνο τους εξοικειωμένους με αυτό που λέμε ποιοτικό κινηματογράφο. Ελπίζουμε ότι και το κοινό στη χώρα μας θα επιλέξει να την δει από τις 4 Δεκεμβρίου που θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Με ποιο κριτήριο επιλέγετε τι ταινίες που θα κάνετε διανομή στους ελληνικούς κινηματογράφους;
Στην Feelgood έχουμε την κινηματογραφική διανομή των στουντιακών ταινιών των Disney, Sony, Paramount, ταινιών ως επί το πλείστον mainstream, που ακολουθούν μια πορεία λίγο ως πολύ εμπορικά αναμενόμενη. Συνεχίζουμε όμως να στηρίζουμε τις ανεξάρτητες ξένες και ελληνικές ταινίες που θεωρούμε ότι έχουν ιδιαίτερη αξία. Σίγουρα τα αποτελέσματα δεν είναι σε όλες τις ταινίες τα αναμενόμενα, ιδιαίτερα μετά την πανδημία, αλλά εμείς θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το καλό σινεμά και τους νέους δημιουργούς, προσφέροντας στο ελληνικό κοινό, ποιοτικές επιλογές.

Τι σας αρέσει στο Πανόραμα του Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου;
Δεν είναι τυχαίο πως αποτελεί το μακροβιότερο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας. Στη Feelgood στηρίζουμε όλα τα φεστιβάλ και τους ανθρώπους τους, γιατί όλοι μαζί δουλεύουμε -στην εποχή του ΑΙ και των πλατφορμών- για να συνεχίσει ο κινηματογράφος να είναι μια μοναδική εμπειρία που δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την οικιακή ψυχαγωγία. Πάνω από όλα όμως μου αρέσει, ο ρομαντισμός, η γνώση και το πάθος του Νίνου Μικελίδη με τον οποίο γνωριζόμαστε περισσότερο από 40 χρόνια, που είναι η ψυχή και το μυαλό του φεστιβάλ, που τόσα χρόνια με ελάχιστα μέσα, αλλά με πολύ καλούς συνεργάτες, προσφέρει ένα πλούσιο πρόγραμμα προβολών και αφιερωμάτων από την αφρόκρεμα του ελληνικού και ευρωπαϊκού σινεμά.
