Δείτε πού παίζεται η ταινία

Ο Τομάς και ο Χουλιάν είναι παλιοί αγαπημένοι φίλοι, στα νιάτα τους συγκατοικούσαν κιόλας, ο Τομάς όμως ζει εδώ και χρόνια στον Καναδά με την οικογένειά του, έχοντας παντρευτεί μάλιστα την ξαδέλφη του Χουλιάν. Ο Χουλιάν έχει καρκίνο, τον αντιμετώπισε με χημειοθεραπείες κι όταν επιτέλους πίστεψε ότι τα κατάφερε, αυτός έκανε μετάσταση κι απλώθηκε. Ο Χουλιάν είναι ηθοποιός, ένας γοητευτικός άντρας με σεξ απίλ, ένας ηθοποιός που έκανε καριέρα σε ρομαντικούς ρόλους. Ήταν ένας ζεν πρεμιέ και τώρα έφτασε να κατουριέται πάνω του. Ο Τομάς δεν έχει πάει να τον δει όλο αυτό το διάστημα, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις τύψεις του που είναι απών στη δοκιμασία του φίλου του και στο να πάει να αντικρίσει κατάματα κάτι τόσο πολύ επώδυνο και μαζί τόσο πολύ αμήχανο. Τελικά -ύστερα από πίεση της γυναίκας του, η οποία τον προειδοποιεί ότι αν λακίσει θα το μετανιώνει για όλη την υπόλοιπη ζωή του- επιστρέφει για τέσσερεις μέρες στη Μαδρίτη.

Πώς αντιμετωπίζουν τα σκυλιά το πένθος;

O Xoυλιάν έχει αποφασίσει να μην ξεκινήσει νέο κύκλο χημειοθεραπείας, έχει αποφασίσει ότι δεν αξίζει άλλο τον κόπο και μολονότι ο γιατρός του προφανώς και τον προτρέπει να μην τα παρατήσει, δεν έχει να του προσφέρει μια βάσιμη ελπίδα ότι αν συνεχίσει θα κερδίσει κάτι περισσότερο από λίγο χρόνο. Αν ο Τομάς έχει ταξιδέψει με σχέδιο να του αλλάξει μυαλά, ο Χουλιάν έχει άλλα σχέδια, καθώς θέλει τη βοήθειά του για να τακτοποιήσει μια σειρά από εκκρεμότητες: από το να προγραμματίσει τα της αποτέφρωσής του, ως το να επισκεφτούν το γιο του που σπουδάζει έξω. Αλλά και βασική του έγνοια επίσης είναι τι θα κάνει με το σκυλί του, τον Τρούμαν, ένα μπόξερ που κουτσαίνει, που μοιάζει βαρύ και γερασμένο. Πώς αντιμετωπίζουν τα σκυλιά το πένθος; Πού θα ήταν καλύτερο να το δώσει; Θα βρει κάποιον να το αναλάβει;

«Τruman» τoυ Σεσκ Γκαγ

Αν οι αιφνίδιοι θάνατοι από δυστυχήματα ή από φυσικά αίτια αφήνουν μετέωρα όλα όσα δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, αν δεν σε αφήνουν έστω να χαιρετίσεις τον άλλο, οι μακρόσυρτοι θάνατοι μπορεί να καλύπτουν αυτό το σκέλος, σε φέρνουν όμως αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που σε συντρίβει ψυχικά: Πώς είναι να ξέρεις ότι ο άλλος -και δη ένας άνθρωπος που αγαπάς- θα πεθάνει και να μην μπορείς να κάνεις ούτε εσύ, ούτε κανείς, τίποτα για να το αποτρέψει; Πώς είναι να στέκεσαι δίπλα στο βαριά άρρωστο, εσύ ο υγιής;

Πώς είναι να στέκεσαι δίπλα στο βαριά άρρωστο, εσύ ο υγιής;

Είναι φτιαγμένος έτσι ο άνθρωπος, που την επίγνωση της θνητότητάς του τη συνοδεύει ένα ανομολόγητο αίσθημα μονιμότητας: όσο είμαι καλά, όσο είμαι υγιής, δεν είμαι κι εγώ ένας βέβαιος μελλοντικός νεκρός, το στάτους το δικό μου σε σχέση με το στάτους του ανθρώπου που πεθαίνει δεν είναι ότι απλά αυτός θα πεθάνει πιο γρήγορα από ‘μένα, ότι απλά εγώ θα τον ακολουθήσω αργότερα, ότι είμαστε εξίσου αδύναμοι ενώπιον της κοινής μοίρας, το στάτους είναι ότι αυτός πεθαίνει τώρα για πάντα, ενώ εγώ ζω. Για πάντα; Μπορεί να μη σκεφτόμαστε ότι θα ζήσουμε για πάντα, πάντως δεν σκεφτόμαστε και ότι ζούμε προσωρινά, ότι ζούμε με αναστολή: αν ζω τώρα, αν είμαι υγιής τώρα, είμαι ζωντανός και μόνο ζωντανός, ο θάνατος δεν αφορά εμένα, γνωρίζω θεωρητικά ότι θα μου συμβεί, γνωρίζω ότι όλοι οι άνθρωποι πέθαναν, εγώ όμως δεν έχω πεθάνει ποτέ ως τώρα, δεν είναι μια εμπειρία που έχω περάσει, δεν είναι τελικά μια εμπειρία που περνά στα αλήθεια από το μυαλό μου, είναι χωνιασμένη σε μια γωνιά του, βασανίζοντάς με μόνο ως άγχος υπαρξιακό. Και κάπως έτσι, τώρα νιώθω αμήχανα για τον άνθρωπο δίπλα μου που, σε αντίθεση με μένα, θα πεθάνει.

Από την αρχή, ο Χουλιάν ρωτάει τον Τομάς αν έχει λεφτά μαζί του, γιατί εκείνος έχει πολύ λίγα και μάλιστα καθόλου στην τράπεζα για να μην του τα πάρει η εφορία. Και από την αρχή ως το τέλος, ο Τομάς δίνει, δίνει, δίνει χωρίς να προσδοκά καμία ανταπόδοση και χωρίς ο Χουλιάν να αισθάνεται άσχημα. Τα δίνει σαν είναι κάτι εντελώς φυσικό και εντελώς αυτονόητο, Και ίσως αυτή θα έπρεπε να είναι η ιδεατή σχέση με το χρήμα. Αφού είμαστε φίλοι κι αφού εσύ έχεις και δεν θα τα στερηθείς δώσε μου. Ίσως θα έπρεπε να είναι η ιδεατή σχέση και εκτός των φιλικών σχέσεων. Αφού έχεις και δεν θα στερηθείς, δώσε, μοιράσου. Για να μην το πάμε ένα βήμα πιο πέρα και πούμε μοιράσου, ακόμη κι αν χρειαστεί να στερηθείς. Αυτός θα έπρεπε να είναι ο σκοπός των χρημάτων, όχι η αποθησαύρισή τους, όχι το φύλαγμά τους, όχι η ιδιοκτησιακή τους αντίληψη: τα έχω – δεν τα έχεις και τα έχεις ανάγκη – στα δίνω. Και ναι, αν αισθάνομαι καλύτερα που στα δίνω, κακό δεν είναι. Γιατί το να πεις π.χ. ότι αυτό που αγοράζει με τα χρήματα ο Τομάς είναι η απάλειψη των δικών του ενοχών, είναι εκτός από κυνικό και παραπλανητικό. Αν θέλει να βρει κανείς υστερόβουλα κίνητρα σε κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, θα τα βρει. Αλλά το να κρίνεις τους ανθρώπους όχι με τα ανθρώπινα μέτρα, αλλά με κάποιον υπεράνθρωπο πήχη, είναι τελικά συγκεκαλυμμένος μισανθρωπισμός.

Όλα δοκιμάζονται στο χρόνο και οι βαθιές φιλίες δεν είναι εξαίρεση. Έχεις όμως την αίσθηση ότι δοκιμάζονται λιγότερο, ότι αντέχουν περισσότερο. Οι συγγενικές, οι ερωτικές, οι επαγγελματικές σχέσεις έχουν μέσα τους εξουσία, φόβο, πόνο, εξαρτήσεις, καταπίεση, ένα διαρκές διακύβευμα. Στις φιλικές σχέσεις όλα είναι εξαρχής πολύ λιγότερο σύνθετα, πολύ λιγότερο μπερδεμένα, πολύ λιγότερο αλληλοσυγκρουόμενα. Αν στις άλλου τύπου σχέσεις ο ένας είναι πάνω από τον άλλο, ή στην περίπτωση των ζευγαριών ο ένας φάτσα με τον άλλο, οι φίλοι είναι δυο τύποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο και κοιτάζουν προς το ίδιο μέρος. Είμαστε συνήθως κοντά σε ηλικία, πορευόμαστε μαζί, έχουμε κοινές παραστάσεις, μεγαλώνουμε μαζί.

Η φιλική σχέση εγκαθιδρύεται στο έδαφος της αυτονομίας του καθενός

Η φιλική σχέση εγκαθιδρύεται σε ένα έδαφος όπου δεν έχεις κάτι να χωρίσεις κι ακόμη και αν στην πορεία των ετών αυτό προκύψει, προσπαθείς να το αφήσεις στην άκρη. Η φιλική σχέση εγκαθιδρύεται στο έδαφος της αυτονομίας του καθενός. Δεν προσπαθείς να ορίσεις τη ζωή του άλλου, δεν περιμένεις από τον άλλο να σε βγάλει ασπροπρόσωπο σε κάτι, έχεις ελάχιστες απαιτήσεις από αυτόν, τον αγαπάς τελικά για αυτό που είναι, τον αγαπάς επειδή ταιριάξατε. Κι ακόμη κι αν αυτό που είναι στην πορεία των ετών αλλάζει και σε χαλάει, εξακολουθείς να τον αγαπάς σαν φίλο. Κι ας είναι και μαλάκας. Και ποιος δεν είναι;  Και στις μακροχρόνιες φιλίες υπάρχουν δύο επίπεδα. Το ένα είναι το της σταθερής αλληλεπίδρασης, επαφής, διαρκούς ενδιαφέροντος. Που κι αυτό ακόμα δεν είναι ασφυκτικό, δεν έχει την έννοια της αναφοράς και του χτυπήματος κάρτας: όχι το πού πήγες, αλλά το πώς πας. Και το δεύτερο είναι η αίσθηση -ή η αυταπάτη- ότι οι αδελφικοί φίλοι με τους οποίους δεν έχετε πια και τόσο επαφή, στην κρίσιμη ώρα και για τα σημαντικά, θα είναι παρόντες.

Eίναι μερικές ταινίες που έχουν βρει μια κεντρική ιδέα εντελώς απλή και ενίοτε και εντελώς συνηθισμένη και παραταύτα καταφέρνουν και λειτουργούν. Ποντάρουν στα λίγα και ουσιώδη, τους αρκούν τα λίγα και ουσιώδη, δεν μπαίνουν στον πειρασμό να φύγουν από αυτά, δεν μπαίνουν στον πειρασμό να σκεφτούν μήπως όσα έχω να προσφέρω είναι εντελώς απλά, οι δημιουργοί τους δεν μπαίνουν στον πειρασμό να σκεφτούν, ωραία και τώρα αυτό που έγραψα και τώρα αυτό που σκοπεύω να γυρίσω τι καινούριο έχει να πει, τι καινούριο έχει να δείξει, τι άλλο από μια επίσκεψη σε ένα ήδη γνωστό μέρος θα είναι; Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει εδώ, αν και είναι προς τιμήν του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Σεσκ Γκάγ ότι αποφεύγει να εκβιάσει τη συγκίνηση και να ποντάρει στον πόνο. Η αρρώστια είναι παρούσα ως κατάσταση που δηλώνεται, ο Χουλιάν μοιάζει καταβεβλημένος, αλλά δεν είναι η ορατή πρωταγωνίστρια στο έργο. Το «Τρούμαν» είναι μια ταινία για τη φιλία, τουλάχιστον όσο είναι και για το θάνατο. Μπορεί να την κοιτάς λίγο υποτιμητικά για τη μη πολυπλοκότητά της, για την εντός εισαγωγικών ευκολία της, είναι μια ευκολία όμως που αποδίδει καρπούς και σε αγγίζει. Γιατί; Επειδή ένας άνθρωπος πεθαίνει και ο φίλος του είναι εκεί. Επειδή οι άνθρωποι αυτοί είναι ο Ρικάρντο Νταρίν και ο Χαβιέ Κάμαρα. Ο Νταρίν και ο Κάμαρα δεν προσφέρουν μόνο την εμβέλειά τους ως ηθοποιοί, αλλά κάτι που πηγαίνει δίπλα της: την αύρα τους. Ο Σεσκ Γκαγ τους κινηματογραφεί με τρυφερότητα, αποτυπώνει την αύρα τους και της επιτρέπει να απλωθεί πάνω μας.