Γεμάτη συνεχείς ανατροπές και cliffhangers η τελευταία σεζόν της Αμερικάνικης Δημοκρατίας, προσφέρει content πάνω στο content, κρατώντας μας σε μια διαρκή τσίτα για να δούμε τι θα συμβεί μετά, αν θα ανανεωθεί για έναν ακόμα κύκλο ή αν αυτός ο πολιτισμικός, ταυτοτικός και μόνο δευτερευόντως πολιτικός διχασμός οδηγήσει σε spin-off σειρές, στις οποίες ίσως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αρχίσουν να αναρωτιούνται για το κατά πόσο θέλουν να παραμείνουν Ηνωμένες.

Και τι δεν είδαμε στα τελευταία καθηλωτικά επεισόδια. Από δολοφονικές απόπειρες με σφαίρες που ξύνουν το αυτί του ενός υποψηφίου Προέδρου, οδηγώντας αμέσως μετά σε instant ιστορικές φωτογραφίες με σηκωμένη τη γροθιά και φόντο την αμερικάνικη σημαία, ως την με το ζόρι απόσυρση από τις εκλογές του εν ενεργεία Προέδρου ελάχιστους μήνες πριν τις εκλογές, γιατί η εικόνα του από το ντιμπέιτ και μετά ήταν μια εικόνα που δεν μπορούσε να διορθωθεί. Ο βασιλιάς βέβαια ήταν καιρό γυμνός και οι αυλικοί του προσποιούνταν ότι δεν ήταν, μέχρι που η γύμνια του βροντοφώναξε τον εαυτό της και από τότε κανείς δεν μπορούσε να την ξεδεί. 

Κι ενώ εκτός συγκλονιστικού απροόπτου και νέας ανατροπής η Κάμαλα Χάρις θα είναι η κατ’ απονομή δαχτυλιδιού υποψήφια των Δημοκρατικών, ο Τραμπ λίγο μετά την εις βάρος του απόπειρα δολοφονίας και ελάχιστα πριν το συνέδριο των Ρεμπουμπλικάνων ανακοίνωσε ότι υποψήφιος αντιπρόεδρός του θα είναι ο Τζέι Ντι Βανς. Που θα κλείσει τα σαράντα του αρχές Αυγούστου. Που ακόμα η ηλικία του γράφει τρία μπροστά. Που ζει το αμερικάνικο όνειρο σε όλο του το μεγαλείο, που αποτελεί μια ακόμη εμβληματική ενσάρκωσή του. 

Τι γνωρίζαμε ως τώρα για τις βιογραφίες και τις αυτοβιογραφίες; Ότι έρχονται μετά. Αφού πρώτα γίνεις κάτι. Του Βανς η αυτοβιογραφία ήρθε πριν. Πριν γίνει κάτι. Ήρθε προκειμένου να ανοίξει τον δρόμο για να γίνει κάτι. Ο αντίλογος εδώ μπορεί να είναι πως, ίσα ίσα, ο Βανς αυτοβιογραφήθηκε ακριβώς για να μας πει πώς κατάφερε να γίνει κάτι. Κατάφερε να σπουδάσει Νομική στο Γέιλ ξεφεύγοντας από την πολύ φτωχική καταγωγή του, από τη γεμάτη προβλήματα οικογένειά του, από έναν τόπο που τον κρατούσε πίσω, από έναν τόπο όμως τον οποίο ταυτόχρονα αγαπά και δεν του γυρνά την πλάτη, από μια οικογένεια όμως την οποία ταυτόχρονα αγαπά και δεν της γυρνά την πλάτη. 

Η ζωή μου είναι τόσο σημαντική. Ενώ θα μπορούσα κάλλιστα να βυθιστώ σε μια προδιαγεγραμμένη μοίρα, βρήκα την κρίσιμη ώρα στήριξη και “tough love” από την ίδια οικογένεια που απειλούσε να με πάρει κάτω μαζί της, δούλεψα πολύ σκληρά, υπηρέτησα στον στρατό για να μπορέσω να μπω στο Πανεπιστήμιο, έφτασα μέχρι το Γέιλ, έκανα πολλές δουλειές μαζί για να ανταποκρίνομαι στα δίδακτρα, τα προβλήματα της οικογένειας και του τόπου μου όλο με τραβούσαν προς τα πίσω, εγώ όμως τα έβγαλα τελικά πέρα. 

Μπορεί να το έχετε ήδη δει στο Netflix από τον χειμώνα του 2020, της δεύτερης και μεγαλύτερης καραντίνας. “Ηillbilly Elegy” ή «Το Τραγούδι του Χιλμπίλη». Μπορεί να το είδατε για την Γκλεν Κλόουζ και την Έιμι Άνταμς ή αν είστε πολύ μερακλήδες για τον Ρον Χάουαρντ που το σκηνοθετεί. Μπορεί να το είδατε και να το ξεχάσατε – απόλυτα κατανοητό. Τώρα έχετε μια ευκαιρία να το ξαναθυμηθείτε για να δείτε την ιστορία του Τζέι Ντι. Γιατί αυτό εδώ το παλικάρι που βλέπουμε να τα καταφέρνει, τα κατάφερε μετά ακόμα καλύτερα. Το 2016 βγαίνει το βιβλίο και κάνει αίσθηση. Το 2020 η ταινία. Το 2022 γερουσιαστής στο Οχάιο, στο οποίο επέστρεψε για να το υπηρετήσει. Το 2024 υποψήφιος αντιπρόεδρος. 

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Και μόνο από τον υπότιτλό του όμως («Απομνημονεύματα για μια οικογένεια και μια κουλτούρα σε κρίση») είναι προφανές ότι είναι πολύ περισσότερο πολιτικό από την ταινία, η οποία επέλεξε να επικεντρωθεί στα πιο προσωπικά θέματα. Κι έτσι, ενώ το βιβλίο χαρακτηρίστηκε ως ένα από εκείνα που διαβάζοντας τα καταλαβαίνει κανείς λίγο καλύτερα την Αμερική που ψήφισε Τραμπ, η ταινία δεν εξηγεί τίποτα για την Αμερική του Τραμπ. Αντίθετα, όταν δείχνει το πόσο κοστίζει η ιδιωτική υγεία και πόσο δύσκολη είναι η πρόσβαση και η παραμονή στη δημόσια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι θα έπρεπε να είναι το κατεξοχήν προνομιακό εκλογικό κοινό κομμάτων που ευαγγελίζονται πιο φιλολαϊκές πολιτικές. Το πρόβλημα βέβαια εν προκειμένω είναι πολύ ευρύτερο και δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ. Στις γαλλικές εκλογές η Λεπέν είχε σημαντική απήχηση στην εργατική τάξη. 

Όσο για τον ίδιο τον ήρωα πραγματικά δεν έχει κανένα απολύτως ελάττωμα στην ταινία. Ό,τι ελάττωμα είχε το είχε μικρός, μέχρι να ορθοποδήσει. Ίσως αν ο Βανς ήταν να κάνει καριέρα με τους Δημοκρατικούς, να έμπαιναν και κάποια διακριτικά αυτοσαρκαστικά στοιχεία στον χαρακτήρα του – πουλάνε αυτά στο προοδευτικό μισό των ΗΠΑ με το υψωμένο φρύδι. Τα οποία βέβαια, για να μην παρεξηγούμαστε, το μόνο που θα έκαναν θα ήταν να τονώσουν τελικά το πόσο γαμάτος είναι. Σε αυτό υπάρχει σύμπλευση. Και μάλλον όχι μόνο στις ΗΠΑ. Παντού όπου υπάρχει πολιτική και άνθρωποι που διεκδικούν να σε εξουσιάσουν για λογαριασμό σου. 

Τι άλλο είναι άραγε τα σόσιαλ και η εποχή από την διαρκή αυτοαναφορικότητα, από τη διαρκή αυτοαφήγηση; Ο Βανς είναι ένας άνθρωπος που έχτισε τον μύθο του, μετατρεπόμενος σε συγγραφέα του εαυτού του. Αλλά όχι με σπασμωδικές αναρτήσεις. Συγκροτημένα. Με βιβλίο. Άξιζα να γίνω βιβλίο. Και το βιβλίο βγαίνει και σκίζει. Κι είναι παρήγορο να βλέπεις ότι τα βιβλία μπορούν να ανοίξουν τον δρόμο για την εξουσία. Στην Ελλάδα το κορυφαίο πόστο που μπορεί να φανταστεί για τον εαυτό του ένας συγγραφέας, είναι σφουγγοκωλάριος της εξουσίας, διανοητικός γελωτοποιός και απολογητής της, προκειμένου να του παραχωρήσει εκείνη το προνόμιο να συναγελάζεται μαζί της. Όταν όμως οι λέξεις καρφώνονται σαν πρόκες, όλοι οι δρόμοι του αμερικάνικου ονείρου είναι ανοιχτοί. 

Ξανά και ξανά, το όνειρο με την πατενταρισμένη εθνικότητα. Μήπως όμως το αμερικάνικο όνειρο αυτό είναι στον πυρήνα του; Ένα όνειρο συλλογικής αυτοαφήγησης; Ελάχιστες εβδομάδες πριν η σαραντατετράχρονη Άντζελα Ρέινερ γίνεται αναπληρωτής πρωθυπουργός στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η μητέρα της ήταν αναλφάβητη. Η ίδια παράτησε το σχολείο στα 16, όταν έμεινε έγκυος. Βρετανικό όνειρο δεν υπάρχει όμως. Άντε να φτάσεις να παντρευτείς μέλος της βασιλικής οικογένειας. Κατά τα άλλα θα υπάρχουν τάξεις, λιώσιμο στις παμπ και ένα ποδόσφαιρο που δεν θα γυρνά τελικά ποτέ σπίτι. Όσο για την Ελλάδα των πανίσχυρων πολιτικών οικογενειών και της κληρονομικής μεταβίβασης βουλευτικών εδρών και πολιτικών σταδιοδρομιών, ας ονειρευτούμε κάτι άλλο. 

Ο Βανς ξεκίνησε την καριέρα του ως φουλ αντι-Τραμπ ρεμπουμπλικάνος, μέχρι που μεταστράφηκε σε ένθερμο υποστηρικτή του. Τον αποκαλούσε πολιτισμική ηρωίνη, ηλίθιο, δημαγωγό που οδηγεί τη λευκή εργατική τάξη σε ένα πολύ σκοτεινό μέρος, μέχρι και με τον Χίτλερ φέρεται να τον είχε συγκρίνει σε συζητήσεις. Ο Βανς ξέρει να αλλάζει γρήγορα. Και να ανταμείβεται για αυτό. Αν ο Τραμπ κερδίσει θα είναι η τελευταία του θητεία. Αν ο Τραμπ χάσει είναι δύσκολο να ξαναβάλει σε τέσσερα χρόνια. Το 2028 μπορεί να είναι λοιπόν κάλλιστα η σειρά του. Αν δε ο Τραμπ εκλεγεί και πάθει κάνα κακό στην τετραετία που εκλεγεί, είτε από φυσικά αίτια λόγω γήρατος, είτε επειδή καμιά σφαίρα τον βρει λίγα εκατοστά πιο πέρα απ’ το αυτί, ο Τζέι Ντι Βανς μπορεί να γίνει από πιο πριν Πρόεδρος.

Και κάπου εδώ σταματάω αυτολογοκρινόμενος, πριν προβώ σε ατυχέστατο λογοπαίγνιο με το όνομα της συζύγου του (Ούσα Βανς), με το αρσενικό της μετοχής ούσα (Ων) και με το «Εγώ ειμί ο Ων» που είπε κάποτε ο Θεός μιλώντας για τον εαυτό του.