Είμαι μικρή και μιλάω με τον Θεό. Έχω πάρει κατά γράμμα τις οδηγίες χρήσεως της ζωής. Δεν πλησιάζω το τυρί, δεν τρώω γάλα με κορν φλέικς όταν στην τηλεόραση παίζει το ιαπωνικό που παρακολουθούμε μόνο και μόνο επειδή αρέσει στον αδερφό μου. Βρίσκομαι σε επαφή με κάποιο κέντρο που με βλέπει, με προσέχει. Ένα καλώδιο όλο φλέβες φτάνει από το κεφάλι μου μέχρι το σώμα του Ιησού, παίρνω τους ψαλμούς κυριολεκτικά.
Περνάω τη Μεγάλη Εβδομάδα στο χωριό όπου μυρίζει φρέσκο χορτάρι, κοπριά και ιδρωμένο σκύλο. Έχει πουλιά, οι Μεγάλοι μού έχουν εξηγήσει ότι ο λαιμός τους καίει και στο πρώτο φως τραγουδάνε. Τα πουλιά το πρωί χαίρονται, το βράδυ ένα ψοφίμι βγάζει μελαγχολικούς ήχους. Είμαι απείρως ενοχλητική καθώς οι Μεγάλοι ντύνονται και στολίζονται, για να πάμε στην Εκκλησία. Τέτοια περιποίηση καταντά ξιπασιά. Τους λέω ειδωλολάτρες. Το σαρκίο τους προσωρινό κλπ.
Η μία απογοήτευση διαδέχεται την άλλη, αφού στην Εκκλησία το πλήθος δεν πενθεί όπως αρμόζει-χαζογελάνε και κάποιος με τσιμπάει. Η υποκρισία των Μεγάλων φέρνει αίμα στα μάγουλά μου. Η καρδιά μου σφυροκοπάει από θυμό. Η βαριά μυρωδιά των πένθιμων λουλουδιών με ξαναφέρνει σε επαφή με το καλώδιο όλο φλέβες που συνδέει το σώμα μου με το σώμα του Ιησού. Οι νεκρώσιμοι ψαλμοί είναι ερωτικά τραγούδια για μάς τους δύο. Συγχωρώ τους αμαρτωλούς, δηλαδή το σύνολο των Μεγάλων.
Τη νύχτα της Ανάστασης έχω τις μαύρες μου. Νιώθω κάτι σαν γνωστική ασυμφωνία, αλλά δεν έχω το λεξιλόγιο, για να την ψηλαφίσω, κι έτσι η σύγχυσή μου διατηρείται. Δεν συμβιβάζονται τα δεδομένα. Ο Ιησούς τη μία έτσι την άλλη αλλιώς. Οι νεκροί ανασταίνονται, αλλά το νεκροταφείο παραμένει ένα απολύτως τρομακτικό μέρος με το δωμάτιο που λέγεται «οστεοφυλάκιο» κι αυτό δεν μπορεί να είναι για καλό! Όσα συμβαίνουν το βράδυ της Ανάστασης μού φαίνονται ελάχιστα πειστικά. Ο κόσμος «μού την σπάει άπειρα». Γυρίζω σπίτι εντελώς μπερδεμένη. Το γιασεμί της εισόδου ούτε να το φτύσω. Τι ισχύει τελικά; Οι Μεγάλοι είναι όντως σιχαμένοι; Και τι πρέπει να κάνει κανείς; Να πιστεύει ή να μην πιστεύει;
Το καλώδιο χάνει επαφή. Τα δέντρα μού ασκούν τη γοητεία τους, τα φρέσκα φύλλα ζαλίζουν το μυαλό μου, όμως όλα φαίνονται ψεύτικα, μακρινά. Μία ανατριχίλα με πιάνει: τι είναι εδώ που είμαι; Καθισμένη στον καναπέ κι ενώ οι Μεγάλοι χαζολογούν ακόμη στην Εκκλησία με την ψευδοπίστη τους, αγκαλιάζω το σεντόνι και σκέφτομαι πως ο κόσμος είναι σαν γυάλα μέσα σε γυάλα μέσα σε γυάλα και σχεδόν μού ‘χει στρίψει. Οπότε ανοίγω την τηλεόραση.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό που βλέπω, όμως το σώμα μου μουδιάζει. Δεν μοιάζει με τίποτα που να έχω δει. Τινάζομαι, με χτυπάει το ρεύμα. Ποιητικές εικόνες, διάλογος που δεν καταλαβαίνω. Το πρόγραμμα λέει: η ΕΡΤ έχει βάλει Ταρκόφσκι. Δεν καταλαβαίνω γρι.
Δεν μοιάζει με τις άλλες ταινίες που δείχνει η τηλεόραση το Πάσχα, δεν έχει κακούς στρατιώτες και τους κοιλιακούς του Ιησού που είναι σαν να τράκαρε με το αυτοκίνητο. Μοιάζει με τα ποιήματα που διαβάζω με τις ώρες κλεισμένη στον πριγκιπικό μου πύργο, το παστέλ παιδικό μου δωμάτιο. Η ταινία με βάζει σ’ ένα τούνελ: δεντράκι, διαδρομή με το ποδήλατο, σπίτι που καίγεται, οράματα. Δεν καταλαβαίνω τίποτα, αλλά δεν έχει σημασία. Ξέρω στα σίγουρα ένα πράγμα: θέλω κι άλλο απ’ αυτό!
Δεν μπορώ να κοιτάξω αλλού, να καθίσω, να φάω τα νηστίσιμα στο ντουλάπι. Αχ, ο κόσμος είναι μεγάλος, όχι γυάλα μέσα σε γυάλα. Άραγε στο βιντεοκλάμπ πουλάνε κάτι τέτοιο; Έτσι και το ζητήσω θα νιώσω τόσο ανώτερη απ’ την υπάλληλο που προφανώς απέτυχε στις πανελλαδικές! Βλέπω σχεδόν όρθια όλη τη Θυσία. Άπειρα ενδεχόμενα ξεδιπλώνονται όποτε κάποιος λέει μια φράση που δεν μπορώ καν ν’ αρχίσω να καταλαβαίνω σ’ ένα το τοπίο που με τυλίγει σαν προστατευτικό βαμβάκι. Ξαναέχω την εντύπωση πως μπορείς να δεις τον κόσμο κι απ’ έξω κι από μέσα. Δεν βιάζομαι, νιώθω στη μέση κάποιου πράγματος, αλλά ποιου;
………………
Η Βίβιαν Στεργίου γεννήθηκε το 1992 στα Τρίκαλα. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και την Ουτρέχτη και σήμερα εκπονεί τη διδακτορική της διατριβή στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το συγγραφικό της ντεμπούτο έγινε με τη συλλογή διηγημάτων Μπλε Υγρό (εκδ. Πόλις, 2017), η οποία διασκευάστηκε για το θέατρο και παρουσιάστηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιάννη Παναγόπουλου. Το έργο απέσπασε το Βραβείο «Μένης Κουμανταρέας» της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ ορισμένα διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. Το δεύτερο βιβλίο της, η συλλογή Δέρμα, κυκλοφόρησε το 2022, επίσης από τις εκδόσεις Πόλις. Παράλληλα, έχει μεταφράσει σύγχρονα αμερικανικά μυθιστορήματα στα ελληνικά και από το 2018 αρθρογραφεί συστηματικά στον Τύπο. O θεατρικός της μονόλογος Ιφιγένεια / Βορά που γράφτηκε ειδικά για το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το καλλιτεχνικό πρόγραμμα 2024 θα επαναληφθεί φέτος στην Πειραιώς 260.
