Φαίνεται πως στο τελευταίο του μυθιστόρημα Το παιδί, ο Φερνάντο Αραμπούρου προβληματίζεται αφάνταστα γύρω από το ακανθώδες ζήτημα του πώς μπορείς να αναπαραστήσεις πιστά ένα αβάσταχτα τραγικό γεγονός, ιδιαίτερα αν αυτό είναι αληθινό, χωρίς να ευτελίσεις τα συναισθήματα όσων συμμετείχαν σε αυτό και χωρίς να γλιστρήσεις στον μελοδραματισμό ή τα κλισέ. Μάλιστα, τον απασχολεί τόσο πολύ αυτό το ερώτημα που προκειμένου να το διαχειριστεί επιλέγει ένα τέχνασμα: κάθε λίγο αφιερώνει ένα κεφάλαιο, το οποίο δεν έχει να κάνει με την κύρια πλοκή ή τους χαρακτήρες του έργου αλλά στο οποίο μιλάει το ίδιο το βιβλίο – προσοχή: όχι ο συγγραφέας αλλά το ίδιο το υπό διαμόρφωση βιβλίο – το οποίο στοχάζεται και συλλογίζεται γύρω από αυτά ακριβώς τα ζητήματα, κατά πόσο δηλαδή τιμάει τους ανθρώπους που βίωσαν αυτή την τραγωδία, κατά πόσο η αφήγηση αντανακλά την ουσία, δηλαδή το πνεύμα των όσων έχουν συμβεί, κατά πόσο διατηρεί τον έλεγχο χωρίς να ξεφεύγει σε κοινοτοπίες, ασκώντας κατά τόπους κριτική στον συγγραφέα και τις επιλογές του, ή επικροτώντας εκεί που πιστεύει ότι ο συγγραφέας έπραξε σωστά. Αυτά τα αποσπάσματα ακούγονται πρωτότυπα και ενδιαφέροντα, αλλά φοβάμαι ότι σύντομα αποδεικνύονται δυσλειτουργικά και δείχνουν ότι ο βασικός σκοπός που εξυπηρετούν είναι να προσπαθήσουν να βγάλουν τον Αραμπούρου από τη δύσκολη θέση που αυτές οι επιλογές συνεπάγονται.
Ποιο είναι λοιπόν το κεντρικό γεγονός του βιβλίου που πυροδοτεί τις εξελίξεις γύρω από την πλοκή και τη διαμόρφωση των χαρακτήρων; Ένα τραγικό δυστύχημα σε μια κωμόπολη της χώρας των Βάσκων, όπου η έκρηξη σε δεξαμενές αερίου στο τοπικό σχολείο οδηγεί στον θάνατο πενήντα παιδιά και βυθίζει την τοπική κοινωνία στη θλίψη. Η διαχείριση αυτής της τραγωδίας αποτελεί τον πυρήνα της αφήγησης του Αραμπούρου, ο οποίος επιστρατεύει τις γνωστές του τεχνικές: πολλαπλές οπτικές γωνίες αλλά με κεντρική εστίαση σε μία οικογένεια, προκειμένου να συνδυάσει το προσωπικό με το συλλογικό, να αναδείξει το σημείο τομής ανάμεσα στο ιδιωτικό και την κοινότητα. Η αλήθεια είναι ότι ο Αραμπούρου αριστεύει σε αυτό το ζευγάρωμα, στην εύρεση αυτής της χρυσής τομής ανάμεσα στο συλλογικό και το ατομικό. Και σε αυτό το έργο, όπως π.χ. και στην Πατρίδα, είναι λες και υπάρχει ένας αόρατος χορός που εκπροσωπεί τη συλλογική συνείδηση, την κοινή γνώμη της κοινότητας, και ο οποίος χωρίς να κάνει ορατή την παρουσία του καθορίζει εξελίξεις και επιβάλλει όρους.

Βεβαίως, το μυθιστόρημα δεν εξαντλείται στην ίδια την τραγωδία, αν και η τελευταία πράγματι ορίζει σε μεγάλο βαθμό τα γεγονότα. Ο Αραμπούρου αφηγείται την τραγική ιστορία μιας οικογένειας, μια ιστορία γεμάτη θλιβερά γεγονότα άσχετα με το δυστύχημα. Επικεντρώνεται σε χαρακτήρες διαφορετικής ηλικίας και ιδιοσυγκρασίας και ερευνά τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τις αναποδιές και τα τραύματα που αυτές αφήνουν. Έχουμε τον παππού, ο οποίος αρνείται να δεχθεί τον θάνατο του εγγονιού του και ο κόσμος τον βλέπει να περπατάει στην πόλη πιάνοντας το χέρι ενός αόρατου παιδιού. Η κόρη του και μητέρα του παιδιού που ισορροπεί ανάμεσα στις ανάγκες της ως γυναίκας, τις ενοχές μυστικών του παρελθόντος, τον σύζυγό της και φυσικά τη συντριπτική απώλεια του παιδιού. Ο Αραμπούρου εξυφαίνει όλα αυτά τα στοιχεία στην πλοκή δημιουργώντας ένα ευρύτερο οικογενειακό πορτρέτο.
Όμως το συνολικό αποτέλεσμα είναι υποτονικό. Τα κλισέ και οι μελοδραματισμοί που ο Αραμπούρου θέλει να αποφύγει (όπως μας ενημερώνει μέσου του ίδιου του βιβλίου που αποκτάει φωνή), τελικά κάνουν παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους. Για να υπερβεί ένας συγγραφέας αυτά τα εμπόδια σε ένα τόσο τραγικό ζήτημα χρειάζεται να επιστρατεύσει μια τεχνητή αποστασιοποίηση, (όπως μαεστρικά καταφέρνει λόγου χάριν ο Ίμρε Κέρτες, ώστε να καταφέρει να αποδώσει τη ζωή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που φυσικά ο ίδιος βίωσε), κάτι που εδώ κατά τη γνώμη μου δεν επιτυγχάνεται. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Παρά το τόσο έντονα φορτισμένο θέμα του βιβλίου, το μυθιστόρημα ενίοτε μοιάζει ανεξήγητα στατικό έως και ανιαρό, ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση αποκόμισα εγώ παρά την καλή προδιάθεση με την οποία το προσέγγισα, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα πανάξια κατάφερε ο Αραμπούρου με την εξαιρετική από κάθε άποψη Πατρίδα.
Δεν είναι ότι ο Βάσκος συγγραφέας έχασε τις ικανότητές του ή το ενδιαφέρον του για τη φύση και τις προεκτάσεις της μυθοπλασίας όταν αυτή τέμνεται με υπαρκτά γεγονότα, κάτι που άλλωστε φαίνεται από το πόσο δείχνει να βασανίστηκε για τα μεταμυθοπλαστικά αυτά κεφάλαια που λειτουργούν ως τεχνάσματα σφυγμομέτρησης της ίδιας της διαδικασίας της αφηγηματικής αναπαράστασης. Όμως στην παρούσα περίπτωση ο Αραμπούρου μοιάζει εκτός φόρμας, δείχνει να μην έχει καταφέρει να υπερβεί τα εμπόδια που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του.
