Μητέρα με δυο κόρες, με μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ τους (η μια πεντάχρονη, η άλλη μετέφηβη), επιστρέφει στην πρωτεύουσα της Ταϊβάν, την Ταϊπέι. Νοικιάζει ένα σταντ στη μεγάλη υπαίθρια νυχτερινή αγορά και αρχίζει να λειτουργεί ένα μικρό εστιατόριο που σερβίρει νουντλς. Όσο προσπαθεί να τα βγάλει πέρα και να πληρώνει το νοίκι του μαγαζιού, η με έναν τρόπο επανεμφάνιση του πατέρα της μεγάλης κόρης στη ζωή της μητέρας υπονομεύει οικονομικά την προσπάθειά της, την ώρα που η μεγάλη κόρη ζει τις δικές της ξεχωριστές περιπέτειες και η μικρή τις δικές της, παλεύοντας να καταλάβει συζητήσεις και τσακωμούς των ενηλίκων και να εντάξει σε κάποια αφήγηση του κόσμου ονόματα που ως χθες της ήταν άγνωστα ή να δεχτεί τη νέα πραγματικότητα ενώπιον της οποίας την φέρνει ο παππούς της. Ποια είναι αυτή η πραγματικότητα; Ο παππούς σκανδαλίζεται που η εγγονή βγήκε αριστερόχειρας. Της λέει ότι το αριστερό χέρι είναι του διαβόλου. Δεν αντέχει να τη βλέπει έτσι και της εξηγεί ότι μπροστά του είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί το δεξί.
Το εύρημα της ταινίας είναι εξαιρετικό: αφού το αριστερό χέρι είναι του διαβόλου, ό,τι κάνω με το αριστερό χέρι ανήκει στον διάβολο, στην κακή πλευρά του εαυτού μου, με νομιμοποιεί να παραβιάζω κανόνες και πρέπει. Αφού αυθαίρετα ένα κομμάτι μου για το οποίο δεν έχω την παραμικρή ευθύνη το ονομάσατε κακό, τώρα θα αρχίσει να φέρεται εκείνο κακά. Εγώ δεν φταίω.


Απ’ όλα τα σαδομαζοχιστικά πράγματα που βρήκε η ανθρωπότητα να επιβάλλει ανά τις χιλιετίες στον εαυτό της, ή έστω απ’ όλους τους σαδισμούς που μπόρεσαν οι πλειοψηφίες της να επιβάλλουν στις μειοψηφίες της, απ’ όλες τις διαφορετικότητες που, αντί να τις ενστερνιστεί ως μέρος της ποικιλομορφίας της, τις μετέτρεψε σε φόβους και απειλές που έπρεπε να εξαλειφθούν, ίσως η πιο ακατανόητη είναι η διάκριση εις βάρος των αριστερόχειρων. Από που να ξεκίνησε όλο αυτό; Από τυχόν πρακτικούς λόγους; Πόσο σημαντικοί να ήταν; Ή απλά από λόγους συμμόρφωσης και εξουσιασμού και δεν θα ξεφύγεις εσύ από τη νόρμα;
Πώς φερόταν η ανθρωπότητα απέναντι σε ανθρώπους με αναπηρίες; Πώς φερόταν η ανθρωπότητα απέναντι σε ομοφυλόφιλους; Πώς φέρονταν οι άνθρωποι σε ανθρώπους άλλων φυλών, άλλης γλώσσας, άλλου θρησκεύματος; Σε όλα κάτι μπορείς να καταλάβεις ως αρχική αιτία διαφορετικής αντιμετώπισης. Ή μπορείς να το πάρεις και αντίστροφα και να πεις: υπάρχει άραγε κανένα παράδειγμα που ένας άνθρωπος κατά τα άλλα ολόιδιος με τους πολλούς της κοινότητάς του, έχει μόνο ένα απειροελάχιστο και τελικά ασήμαντο χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί, και παρόλα αυτά αντιμετωπίζεται εξουσιαστικά προκειμένου να το αλλάξει; Ναι, το να είσαι αριστερόχειρας. Δηλαδή πραγματικά γιατί; Πώς μπόρεσε να θεμελιωθεί καταπίεση και διάκριση και εδώ; Κι όμως μπόρεσε. Πρέπει να είμαστε όλοι ίδιοι. Βέβαια αν ποτέ υπήρχε τρόπος να γινόμασταν όλοι ίδιοι, ποιος θα ήταν μετά ο εχθρός;
Κι όπως κι αν ξεκίνησε αρχικά, ύστερα οι προκαταλήψεις καθιερώθηκαν και πέρασαν κι ως αυτονόητες. Μέχρι και γλωσσικά αποτυπώθηκε, π.χ. “dexter” εκτός από δεξιός σήμαινε και επιδέξιος και “sinister” εκτός από αριστερός σήμαινε και κακός, απειλητικός. Σε πολλά μέρη του κόσμου μέχρι πριν λίγες μόνο δεκαετίες τα παιδιά αναγκάζονταν να γράφουν με το δεξί χέρι και τιμωρούνταν ή γελοιοποιούνταν αν χρησιμοποιούσαν το αριστερό.
Αν όμως οι συγκεκριμένες αντιλήψεις είναι ξεπερασμένες και επιβιώνουν μόνο σε άτομα προχωρημένης ηλικίας, όσο η ταινία προχωράει θα δούμε ότι κάποιες άλλες παραμένουν ισχυρές – στην κοινωνία της Ταϊβάν τουλάχιστον: η θέση που έχει ο άντρας, η θέση που έχει ο γιος σε μια οικογένεια, πόσο σημαντικότερος θεωρείται από τις κόρες. Κι αυτά ίσως μας ακούγονται κάπως μακρινά πια στην Ελλάδα, αλλά αφενός σίγουρα δεν είναι καθόλου μακρινά χρονικά, αφετέρου παραλλαγές και υποκατάστατά τους διατηρούνται και σήμερα.


Η Σι-Τσινγκ Τσου μεγάλωσε στην Ταϊπέι, ήρθε στις ΗΠΑ για σπουδές και κάπου στην πορεία έγινε σταθερή συνεργάτης του περσινού θριαμβευτή των όσκαρ Σον Μπέικερ. Στο «Το Αριστερό μου Χέρι» ο Σον Μπέικερ είναι πάλι δίπλα της, παίρνοντας εκείνος τον ρόλο του συνεργάτη, συνυπογράφοντας μαζί της το σενάριο κι αναλαμβάνοντας και το μοντάζ, όπως κάνει άλλωστε και σε όλες τις δικές του ταινίες. Και ναι, «Το Αριστερό μου Χέρι» είναι μια ταινία βγαλμένη σε μεγάλο βαθμό απ’ το σύμπαν των ταινιών του Σον Μπέικερ, αν και σε σχέση με το δικό του σινεμά βρισκόμαστε πιο κοντά στη μέση παρά στο περιθώριο της κοινωνίας. Στον πυρήνα του πάντως, ο αγώνας για την υλική και την ψυχική επιβίωση είναι εξίσου παρόν. Όπως είχαμε πει και στο “Αnora”, o Μπέικερ λατρεύει να βγάζει τους ήρωές του στους δρόμους, οι άνθρωποι που κινούνται στους δημόσιους χώρους κι ο τρόπος που τους κοιτά να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τους δημόσιους χώρους είναι το προνομιακό του πεδίο. Και στην περίπτωση της Σι-Τσινγκ Τσου η νυχτερινή Ταϊπέι κι η νυχτερινή αγορά μετατρέπονται σε ένα sui generis λούνα παρκ για μικρούς και μεγάλους, σε ένα είδους ενήλικης ντίσνεϊλαντ γεμάτης φτηνά βραχιολάκια και φτηνά γλυκά, ενώ το κοριτσάκι που περιφέρεται μόνο του εκεί, θα μπορούσε να κάνει τις βόλτες του με τα παιδάκια του “The Florida Project”. Το όνομα του κοριτσιού στην πραγματική ζωή είναι Νίνα Γιε και στην ταινία είναι σε μια ηλικία που αυτή η καταπληκτική φυσικότητα που βγάζει στην κάμερα δείχνει πως μερικά γνωρίσματα στους ανθρώπους απλά είναι έμφυτα και μη διδασκόμενα ή κατακτώμενα με τη σκληρή δουλειά.
Tι είναι λοιπόν «Το Αριστερό μου Χέρι», εκτός μια ταινία που γυρίστηκε με iPhone και εκτός από την επίσημη πρόταση της Ταϊβάν για το όσκαρ διεθνούς ταινίας; Μήπως είναι τελικά μια ταινία για τις δοξασίες και τις προκαταλήψεις; Μήπως θέλει να πει πως, μαζί με τη δαιμονοποίηση του αριστερού χεριού, έρχεται και η ώρα των πατριαρχικών αντιλήψεων να κάνουν στην άκρη ως παρωχημένες; Και ναι και όχι, γιατί η ίδια της η ιστορία ανοίγει προς περισσότερες κατευθύνσεις. Κι η αλήθεια είναι πως όταν γράφεις για ταινίες ή όταν θες να τις σκέφτεσαι και να τις συζητάς, σε βοηθάει να μπορείς να τα εντάξεις όλα σε μια γενικότερη ιδέα, να πεις ότι είδαμε ένα έργο που φτιάχτηκε επειδή ήθελε να ασχοληθεί με αυτό και με εκείνο. Ακόμα όμως κι αν «Το Αριστερό μου Χέρι» χάνει αυτή την ομορφιά της πειθαρχίας ενός άρτιου καλλιτεχνικού σχεδίου, κερδίζει ίσως κάτι από την ομορφιά της ζωής, μέρος της οποίας είναι κατεξοχήν και το ακατάτακτό της και η διαφυγή της προς απροσδόκητες κατευθύνσεις. Κι ίσως ακόμα κι αν η Σι-Τσινγκ Τσου είχε στο μυαλό της μια ταινία, που το μίγμα όσων μας έδειχνε θα λειτουργούσε αλλιώς και πολύ πιο επιδραστικά (κι όχι απαραίτητα πάντα προς τη μονοδιάστατα δραματική κατεύθυνση – π.χ. η σκηνή με τη σουρικάτα ή το σύστριγγλο στο πάρτι γενεθλίων), εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τελικά παρέδωσε μια ταινία που όση απόσταση κι αν έχει από την αρτιότητα, δεν μπορείς πάντως να της προσάψεις ότι στερείται ζωής και μιας καρδιάς που χτυπά δυνατά.

