
«Οι ταινίες που έχω γυρίσει με κάνουν να αισθάνομαι ολοκληρωμένη. Με κάνουν επίσης να αισθάνομαι πολύ προνομιούχα, για τις ευκαιρίες που είχα να ενσαρκώσω όλους αυτούς τους ρόλους και να δουλέψω με όλους αυτούς τους σπουδαίους δημιουργούς», μοιράστηκε η Ιζαμπέλ Ιπέρ παρευρισκόμενη στη Θεσσαλονίκη, αφού είναι το τιμώμενο πρόσωπο του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Επίσης, τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε η προβολή της νέας ταινίας της, Η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου (2025) του Τιερί Κλιφά.
Το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συνεχίζει την κινηματογραφική του διαδρομή και στα μισά της φετινής διοργάνωσης παρουσίασε masterclass με τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη Σαβέριο Κοστάντσο, δημιουργού της σειράς Η υπέροχη φίλη μου. Βράβευσε για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο τον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φένεκ Μικελίδη. Παρουσίασε τα πρότζεκτ του Crossroads Co-Production Forum, παρουσία του ambassador της Αγοράς, Σωτήρη Κοντιζά και τίμησε αγαπημένους ηθοποιούς της δεκαετίας του 1960 σε μία συγκινητική εκδήλωση. Αναλυτικά:
Agora Series Masterclass
«Από τη Σελίδα στην Οθόνη: Ο Σαβέριο Κοστάντσο για τη Δημιουργία της Σειράς Η υπέροχη φίλη μου»

Το Agora Series Masterclass της Αγοράς του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Από την Σελίδα στην οθόνη: Ο Σαβέριο Κοστάντσο για την δημιουργία της σειράς Η υπέροχη φίλη μου», πραγματοποιήθηκε με επιτυχία την Κυριακή 2 Νοεμβρίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας. Στη διάρκεια της εκδήλωσης, που συντόνισε η κριτικός κινηματογράφου Πόλυ Λυκούργου, ο καταξιωμένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Σαβέριο Κοστάντσο ανέλυσε τη δημιουργική διαδικασία που βίωσε ως σκηνοθέτης, δημιουργός και showrunner της σειράς Η υπέροχη φίλη μου, της διεθνώς αναγνωρισμένης μεταφοράς του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έλενα Φεράντε από το HBO και τη Rai. Πιο συγκεκριμένα, ο Ιταλός δημιουργός μίλησε για τις καλλιτεχνικές προκλήσεις της μεταφοράς ενός τόσο πλούσια δομημένου λογοτεχνικού κόσμου στη μικρή οθόνη, καθώς και για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής αφήγησης που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού.
Πέρα από τη σειρά Η υπέροχη φίλη μου, που αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος της Έλενα Φεράντε από τη διακεκριμένη σειρά βιβλίων Η τετραλογία της Νάπολης, ο Σαβέριο Κοστάντσο είναι γνωστός στο σινεμά για τις ταινίες Private (2004, Χρυσή Λεοπάρδαλη και Ειδική Μνεία της Οικουμενικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο) και Πεινασμένες καρδιές (2014, Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας), ενώ έχει επίσης σκηνοθετήσει τη μεταφορά της διάσημης σειράς In Treatment (Μαθήματα ψυχολογίας) για την ιταλική τηλεόραση (2013-2016).
«Είναι μεγάλη μας τιμή και χαρά που θα συζητήσουμε με έναν τόσο καταξιωμένο σκηνοθέτη και σεναριογράφο, ο οποίος θα μας καθοδηγήσει γύρω από τη δημιουργική διαδικασία μιας τόσο πολυσυζητημένης τηλεοπτικής σειράς, που κινείται συγχρόνως σε μια επική αλλά και σε μια βαθιά προσωπική κλίμακα», ανέφερε αρχικά η Πόλυ Λυκούργου, καλωσορίζοντας το κοινό. Από την πλευρά του, ο Σαβέριο Κοστάντσο δήλωσε πως έχει επισκεφθεί πολλές φορές την Ελλάδα, εκφράζοντας παράλληλα μεγάλη χαρά για την παρουσία του στο φετινό Φεστιβάλ.
Αφετηρία της συζήτησης στάθηκε η σχέση του Σαβέριο Κοστάντσο με το λογοτεχνικό έργο της Έλενα Φεράντε, αλλά και την ίδια τη συγγραφέα, καθώς η πρώτη του απόπειρα να μεταφέρει ένα δικό της μυθιστόρημα στην οθόνη ήταν το 2007 με τη Χαμένη κόρη, που τελικά αποτέλεσε το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Μάγκι Τζίλενχαλ, το 2019. «Πάντα αγαπούσα το έργο της Έλενα Φεράντε. Μετά τη δεύτερη ταινία μου ερωτεύτηκα τη Χαμένη κόρη, και έτσι προσπάθησα να την προσεγγίσω μέσω του εκδότη της και να μάθω αν είναι ελεύθερα τα δικαιώματα του βιβλίου προκειμένου να το μεταφέρω στο σινεμά. Η ίδια ήταν πολύ ευγενική και γενναιόδωρη, καθώς μου παραχώρησε δωρεάν τα δικαιώματα για έξι μήνες, προκειμένου να δουλέψω το σενάριο, ξεκαθαρίζοντάς μου πως είναι ανοιχτή σε κάθε συζήτηση εφόσον προέκυπτε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Δυστυχώς, και παρά τη μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλα, δεν τα πηγαίνω και τόσο καλά με τα flashbacks, κι έτσι δεν μπόρεσα να βρω τον τρόπο να κάνω την αφήγηση γραμμική. Όταν της εξήγησα πως λυπάμαι πολύ και ότι δεν μπορώ να το κάνω, εκείνη δεν μου απάντησε», εξιστόρησε ο σκηνοθέτης. Έπειτα από αυτή την όχι και τόσο επιτυχημένη πρώτη επαφή, το γεγονός ότι η συγγραφέας τον επέλεξε για τη μεταφορά της διάσημης τετραλογίας της ήταν μια αναμφίβολα αναπάντεχη έκπληξη για εκείνον. «Θυμάμαι πολύ καθαρά το πρωινό που έλαβα το τηλεφώνημα από τον εκδότη της Έλενα Φεράντε, ο οποίος με ενημέρωσε πως η συγγραφέας επιθυμεί να μεταφέρω την Τετραλογία της Νάπολης στην οθόνη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχα διαβάσει τα συγκεκριμένα βιβλία μονάχα ως απλός αναγνώστης, χωρίς να υιοθετώ μια πιο σκηνοθετική οπτική», δήλωσε σχετικά.

Η πρώτη εμπειρία του Σαβέριο Κοστάντσο στο συγκεκριμένο πεδίο είχε έρθει με την «εμπορικά αποτυχημένη», όπως τη χαρακτήρισε, μεταφορά του βιβλίου Η μοναξιά των πρώτων αριθμών του Πάολο Τζορντάνο, το 2010. «Οι φανατικοί αναγνώστες και θαυμαστές του βιβλίου θεωρούν πως το κατέστρεψα. Είχα μια δική μου ιδέα για το πώς να αναδομήσω την ιστορία, αλλά όταν απογοητεύεις τόσο κόσμο λες στον εαυτό σου ότι δεν θα δοκιμάσεις ποτέ ξανά την τύχη σου με κάποιο μπεστ σέλερ. Επομένως, αντιλαμβάνεστε πως όταν έλαβα το τηλεφώνημα από τον εκδότη της Έλενα Φεράντε, σκέφτηκα πως θα ξαναζήσω τα ίδια, και μάλιστα σε ακόμη χειρότερο βαθμό, μιας και το συγκεκριμένο βιβλίο έχει μια εξέχουσα σημασία ως απαρχή ενός νέου φεμινισμού», σχολίασε ο Σαβέριο Κοστάντσο. Εκείνη τη στιγμή, αποφάσισε να διαβάσει εκ νέου τα βιβλία, αλλά αυτή τη φορά με τη ματιά του σκηνοθέτη: «Σκέφτηκα ότι μπορώ να τα καταφέρω, κι αυτή η σκέψη μού το έκανε δύσκολο να αρνηθώ, την ίδια στιγμή όμως φοβόμουν πολύ. Ο βασικός λόγος που δέχτηκα είναι πως ένιωσα πολύ άνετα με τους χαρακτήρες, είχα συνεχώς την αίσθηση ότι μοιράζομαι κάτι κοινό μαζί τους».
Στη συνέχεια, η Πόλυ Λυκούργου επισήμανε πως τα βιβλία της Φεράντε έχουν ένα πολύ αφοσιωμένο κοινό και ρώτησε τον Σαβέριο Κοστάντσο κατά πόσο η απήχηση αυτή λειτουργεί ως πηγή φόβου ή ως πρόκληση. «Δεν ήταν μια κυνική επιλογή από μέρους μου ότι αποδέχτηκα αυτή την πρόκληση, το κίνητρό μου δεν ήταν να κάνω κάτι που θα είχε επιτυχία. Απλούστατα ήξερα πως υπήρχε μια συνοχή ανάμεσα σε αυτό που είχα πλάσει στο μυαλό μου και αυτό που η Φεράντε ήθελε να δημιουργήσει. Ένιωσα πραγματικά να μπαίνω στη θέση των δύο πρωταγωνιστριών. Σκέφτηκα πως αν αρνηθώ θα χάσω μια ευκαιρία να γίνω καλύτερος άνθρωπος», εξομολογήθηκε ο κ. Κοστάντσο. Αμέσως μετά, παρέθεσε την ευρύτερη οπτική του για το λογοτεχνικό έργο της Έλενα Φεράντε: «Για μένα η Φεράντε ήταν κάτι επικίνδυνο, και τολμώ να πω ότι μου αρέσει ο κίνδυνος. Η θεωρία μου είναι ότι δημιουργεί κατά βάση βιβλία πολύ σύντομα σε έκταση, που κινούνται από τα έξω προς τα μέσα, στοιχείο που συγγενεύει με την αρχαία τραγωδία. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ αρέσκομαι να ακολουθώ την ίδια διαδρομή. Ωστόσο, με το συγκεκριμένο βιβλίο η Έλενα Φεράντε έπραξε ακριβώς το αντίθετο: κατάφερε, γράφοντας 2.000 σελίδες αντί για 200, να κάνει τη μετάβαση από την τραγωδία στο έπος. Ένιωσα λοιπόν πως με παρακινούσε να κάνω το ίδιο, να μάθω πώς μετασχηματίζει κανείς την αλήθεια της τραγωδίας σε κάτι πιο ευχάριστο για το κοινό, χωρίς όμως να χάσει την ουσία της ιστορίας στην πορεία».
Ακολούθως, η Πόλυ Λυκούργου αναφέρθηκε στο μυστήριο που καλύπτει την πραγματική ταυτότητα της Έλενα Φεράντε, αφού το ονοματεπώνυμό της είναι λογοτεχνικό ψευδώνυμο, αναρωτώμενη σε ποιον βαθμό επηρέασε τον δημιουργικό διάλογο μεταξύ συγγραφέα και σεναριογράφου αυτή η απουσία άμεσης επαφής. «Στην πρώτη και στη δεύτερη σεζόν επικοινωνούσαμε αποκλειστικά μέσω email. Δεν ήταν εύκολο, ήταν όμως αναγκαίο κομμάτι της διαδικασίας. Η Έλενα Φεράντε ήταν πάντα στιβαρή στις απόψεις της, ωστόσο δεν υπήρξε ποτέ συντηρητική. Αντίθετα, ήταν πάντα ανοιχτή στις αλλαγές γιατί κατανοούσε ότι σε μια τέτοια μεταφορά ο μόνος τρόπος να μην αλλάξεις τίποτα είναι να αλλάξεις τα πάντα. Όταν μοιράστηκα μαζί της τις επιλογές για το καστ, για παράδειγμα, είχε μεν ενστάσεις, αλλά ήταν παράλληλα σε θέση να δει πού είχα δίκιο και να με αφήσει να κάνω τα πράγματα με τον τρόπο που γνωρίζω. Φυσικά, συνήθως εκείνη ήταν που είχε δίκιο, αλλά με άφηνε να το αντιληφθώ μόνος μου δίχως να το επιδεικνύει».
Ο ίδιος έχει απορρίψει τη θεωρία που υποστηρίζει πως η πραγματική της ταυτότητα δεν είναι γυναικεία, εκτίμηση που η κ. Λυκούργου χαρακτήρισε ως μια πραγματικά φεμινιστική στάση, την οποία απέδωσε στο συγγραφικό του ένστικτο. «Θυμάμαι ότι στην τρίτη σεζόν δεν ήμουν έτοιμος να σκηνοθετήσω ξανά και σκεφτόμουν πως δεν θα συνεχίσω με τη σειρά. Τη ρώτησα λοιπόν γιατί δεν επέλεξε μια γυναίκα για τη σκηνοθεσία, και η απάντηση της ήταν η εξής: “Σε μια γυναίκα δεν μπορείς να προσάψεις τίποτα, ενώ σε σένα μπορώ”. Στην ουσία, αυτό που κάναμε ήταν να δημιουργήσουμε την ένταση μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας, και αυτό που προέκυψε από αυτή την τριβή ήταν μια ισότιμη σχέση, στοιχείο που αναζητά κατά κάποιον τρόπο και ο φεμινισμός. Καταλαβαίνω γιατί με διάλεξε, αλλά και γιατί λειτούργησε αυτή η επιλογή», σχολίασε σχετικά.
Όσον αφορά τη διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου και το πώς κατάφερε να βρει την κινηματογραφική αφήγηση μέσα σε μια λογοτεχνική γραφή, ο Σαβέριο Κοστάντσο μίλησε για την προσπάθειά του να μεταδώσει την πυκνότητα του λογοτεχνικού ύφους της Φεράντε σε κινηματογραφική μορφή. «Όταν έχεις χαρακτήρες με τόσο έντονη ψυχολογική συνοχή χάρη στην πυκνότητα του έργου, μεταφέρεις σε μία και μόνο σκηνή ό,τι συμβαίνει σε τέσσερις σκηνές στο βιβλίο. Ο χαρακτήρας μπαίνει στην επίμαχη σκηνή με έναν συγκεκριμένο τρόπο και βγαίνει από αυτή τελείως διαφορετικός. Αυτή ακριβώς η μεταμόρφωση είναι ο κινηματογράφος στην απόλυτη ουσία του, σαν το σπουδαίο σινεμά του Κιούμπρικ ή του Σκορσέζε. Οι χαρακτήρες δεν λένε απλώς τα λόγια τους και αναχωρούν, αλλά μένουν. Κι όταν μένεις, και εδώ έγκειται η αίσθηση της τραγωδίας, είσαι αναγκασμένος να προχωρήσεις μέχρι πολύ βαθιά. Μπορεί το σινεμά να υιοθετεί τη διδαχή του “show, don’t tell”, όμως τα λόγια ενέχουν μια πράξη μέσα τους. Νιώθω πως η πυκνότητα του βιβλίου είναι παρούσα, γιατί όταν λες αντί να δείξεις, κάνεις το κοινό να μείνει και αφήνεις τους ηθοποιούς να αντιμετωπίσουν ό,τι συμβαίνει, και όχι απλώς να φύγουν απ’ ό,τι τους τρομάζει. Κανείς δεν ενδιαφέρεται αν κυλάει αργά γιατί την ίδια στιγμή εσύ, ως θεατής, βρίσκεσαι εν δράσει και αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου. Φυσικά, αυτό συμβαίνει μόνο όταν έχεις στη διάθεσή σου τόσο πλούσιο και συνεκτικό πρωτογενές υλικό, αλλά και τόσο καλό καστ» υπογράμμισε, προτού κάνει μνεία σε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης παραγωγής. «Τα ναπολιτάνικα ήταν ένα πολύ συγκεκριμένο κομμάτι του όλου σχεδιασμού, και είμαστε πολύ ευχαριστημένοι γιατί οι ντόπιοι μάς ανέφεραν πως η απόδοση των ναπολιτάνικων στη σειρά ήταν άψογη. Όταν φτιάχνεις κάτι με τόσο έντονο τοπικό στοιχείο, είναι η αυθεντικότητα που το καθιστά τελικά παγκόσμιο», κατέληξε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, ο ομιλητής του masterclass αναφέρθηκε στην «αφήγηση των προσώπων», η οποία καθοδήγησε την επιλογή του καστ: «Η Rai, που είναι συμπαραγωγός με το HBO, ήθελε μεγάλα ονόματα, όμως τους εξήγησα πως έχουμε ήδη το μεγάλο όνομα που χρειαζόμαστε, και φυσικά αναφερόμουν στην Έλενα Φεράντε. Για να τους πείσω, βέβαια, προσποιήθηκα πως αυτό ήταν δική της επιθυμία. Μας πήρε έναν χρόνο η εύρεση του καστ, αλλά θέλαμε να δώσουμε αληθινούς ανθρώπους στον θεατή, και όχι μια ακόμα σειρά από πρόσωπα. Στην εποχή μας, οι οθόνες είναι γεμάτες με ίδια πρόσωπα, που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις».
Στον καθένα από τους τέσσερις κύκλους της σειράς, μια διαφορετική σκηνοθετική προσέγγιση ακολουθεί το ύφος της εκάστοτε εποχής, από τον Ιταλικό Νεορεαλισμό μέχρι τον αμερικανικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, σε μια προσπάθεια να απαντηθεί το άλυτο ερώτημα της μνήμης: τι είναι άραγε αυτό που θυμόμαστε από την κάθε εποχή; «Στην πρώτη σεζόν είπαμε να φτιάξουμε κάτι κοντινό στη γραμματική του κινηματογράφου του ’50, να έχουμε χρώμα χωρίς χρώμα, να δουλέψουμε δίχως πολλά κοντινά, να κινηθούμε στο πλαίσιο του Νεορεαλισμού. Βέβαια, λόγω της μαφίας δεν είχαμε τη δυνατότητα να γυρίσουμε σε ορισμένες τοποθεσίες, και έτσι “χτίσαμε” μια ολόκληρη γειτονιά, κάναμε δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από τον Νεορεαλισμό, περπατήσαμε κατά κάποιον τρόπο στα μονοπάτια του Φελίνι. Στη δεύτερη σεζόν περνάμε στην εποχή της οικονομικής ανάκαμψης, επομένως τα χρώματα γίνονται πιο έντονα, καθώς “τρέχουμε” μαζί με τους χαρακτήρες. Στην τρίτη σεζόν έχουμε δύο κινηματογραφικές γραμματικές σε σύγκρουση, καθώς η πολυπόθητη ελευθερία του ’70 χάνεται ανεπιστρεπτί. Στην τέταρτη σεζόν αναρωτήθηκα ποια είναι η πιο κομβική ταινία του σινεμά στο τέλος του 20ού αιώνα. Το Pulp Fiction, για παράδειγμα, είναι μια μίξη όλων των προηγούμενων εποχών. Δεν μπορούσα να βρω μια ταινία που να χαρακτηρίζει αντίστοιχα την επόμενη εποχή. Για να το θέσω πιο απλά, πόσο εφικτό είναι να κατονομάσουμε μια ταινία που χαρακτηρίζει την εποχή από το 2000 έως το 2010; Ο κινηματογράφος ψάχνει την ταυτότητά του, καθότι εξ ορισμού αντιπροσωπεύει τους ανθρώπους που ζουν στο εδώ και στο τώρα, και η κρίση αποτυπώνεται στην έλλειψη ενός κανόνα», συμπλήρωσε ο σκηνοθέτης.
Η συζήτηση έπειτα άνοιξε προς το κοινό, με τον Σαβέριο Κοστάντσο να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στη δημιουργική συνεργασία του με το HBO, που αποτελεί συμπαραγωγό της σειράς, αλλά και στη συμμετοχή του συνθέτη Μαξ Ρίχτερ στο soundtrack: «Το HBO διαθέτει πολύ μεγάλο καλλιτεχνικό εύρος, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν λειτουργούν σε ένα πολύ αυστηρό, τυπικά αμερικανικό, πλαίσιο. Στην περίπτωσή μας, βέβαια, το όνομα της Φεράντε ήταν πολύ μεγάλο ακόμη και για τα δικά τους δεδομένα. Στ’ αλήθεια, όμως, είχαμε μια πολύ καλή συνεργασία, ποτέ δεν επέβαλαν κάτι. Όταν μπήκαμε στη φάση του μοντάζ, οι επισημάνσεις ήταν πάντα με ερωτηματικά, γιατί ήταν ανοιχτοί στη συζήτηση. Είχα πραγματικά την ελευθερία να κάνω ό,τι θέλω γιατί είχαμε σύμπνοια, και αυτό νομίζω οφείλεται στον πολύ συγκεκριμένο χαρακτήρα που έχει η Τετραλογία της Νάπολης.
Άκουγα Μαξ Ρίχτερ όσο έγραφα το σενάριο, και γι’ αυτό ήθελα τόσο πολύ να κάνει εκείνος τη μουσική, εφόσον είχα και τη στήριξη του HBO. Δεν ήθελα να έχω και ναπολιτάνικη μουσική, θα ήταν σαν να πρόσθετα ζάχαρο στη χοληστερίνη μου, ήταν υποχρεωτικό για μένα να υπάρχει κάτι σαν αντιστάθμισμα από την βόρεια Ευρώπη. Ο Ρίχτερ μού απάντησε αρχικά αρνητικά, όμως επέμεινα και τον παρακάλεσα, και στο τέλος έγραψε τρία κομμάτια με τα οποία έμεινε και ο ίδιος πολύ ευχαριστημένος. Αντίστοιχα, στη δεύτερη σεζόν έβλεπα πολλές ταινίες του ’60, ανάμεσα σε αυτές και μια ταινία του Μπερτολούτσι όπου χρησιμοποιεί το τραγούδι “Vivere ancora” του Τζίνο Πάολι. Αυτή λοιπόν ήταν μια εικόνα που ήθελα οπωσδήποτε να μεταφέρω», ολοκλήρωσε ο σκηνοθέτης.
Τιμητική βράβευση στον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φένεκ Μικελίδη και προβολή της ταινίας Ζωή σαν σινεμά του Σιλβέν Σομέ

Σε μια συγκινητική εκδήλωση, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης βράβευσε τον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φένεκ Μικελίδη για το σύνολο της μεγάλης προσφοράς του στο σινεμά την Κυριακή 2 Νοεμβρίου, στην αίθουσα Παύλος Ζάννας του Ολύμπιον. Παράλληλα, ο κ. Μικελίδης προλόγισε την ταινία Ζωή σαν σινεμά του Σιλβέν Σομέ, η οποία προβλήθηκε στο πλαίσιο του spotlight που φιλοξενεί το 66ο ΦΚΘ στον Μαρσέλ Πανιόλ.
Αρχικά, τον λόγο πήρε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ, Ορέστης Ανδρεαδάκης. «Ο Μαρσέλ Πανιόλ είναι από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς του ευρωπαϊκού σινεμά, ωστόσο είναι σχετικά άγνωστος στην Ελλάδα. Με αφορμή την ταινία που θα δούμε, το Ζωή σαν σινεμά του Σιλβέν Σομέ, μια ταινία για τη ζωή του Μαρσέλ Πανιόλ, σκεφτήκαμε να καλέσουμε έναν άνθρωπο ο οποίος λατρεύει και γνωρίζει όσο ελάχιστοι ολόκληρη την ιστορία του ευρωπαϊκού σινεμά, και κυρίως του γαλλικού σινεμά. Το έχει μελετήσει, έχει κάνει αφιερώματα, έχει γράψει άρθρα. Τον καλούμε να μας κάνει μια μικρή εισαγωγή για να θυμηθούμε ξανά τον Μαρσέλ Πανιόλ. Αυτός ο άνθρωπος είναι ο σπουδαίος κριτικός κινηματογράφου Νίνος Φένεκ Μικελίδης».
«Χαίρομαι που υπάρχουν τόσοι νέοι που θέλουν να γνωρίσουν έναν σκηνοθέτη που είναι πράγματι σημαντικός. Από τη δεκαετία του ’30, όταν ο Μαρσέλ Πανιόλ βρισκόταν στην πιο ακμαία περίοδο της καριέρας του, συμπληρώνονται σχεδόν εκατό χρόνια, κι όμως ήταν σχετικά άγνωστος για μια περίοδο. Εκείνη την εποχή, μεγαλύτερη επιτυχία είχαν σημειώσει οι Ζαν Ρενουάρ, Μαρσέλ Καρνέ και Ρενέ Κλερ. Ο Μαρσέλ Πανιόλ ήταν λιγότερο αναγνωρισμένος, παρ’ όλο που έκανε ταινίες που άγγιζαν την καρδιά και την ψυχή των Γάλλων της καθημερινότητας. Ήταν άνθρωπος που έζησε στην επαρχία, είχε γνωρίσει από κοντά αυτά τα πρόσωπα, είχε την αύρα αυτού του τρόπου ζωής. Στις ταινίες του αισθάνεσαι τη φύση, το νερό, τα φαγητά, τους ανθρώπους που μιλούν τη δική τους γλώσσα. Μάλιστα, χρησιμοποιούσε και ντόπιους ηθοποιούς πέρα από τους γνωστούς επαγγελματίες, όπως τον σταρ της εποχής, τον Ραϊμού», ανέφερε ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης.
Στη συνέχεια, ο Νίνος Φένεκ Μικελίδης έσπευσε να προσθέσει: «Η τριλογία του, με τις ταινίες Marius, Fanny και César, είναι θαυμάσια. Για να ζωντανεύει ακόμη περισσότερο κάθε ταινία, επέλεγε ντόπιους ηθοποιούς που χρησιμοποιούσαν τη λαλιά της περιοχής. Ο ίδιος ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και με το θέατρο και ήξερε καλά την τέχνη των διαλόγων. Οι διάλογοι στις ταινίες του είναι μεστοί και σε φέρνουν πιο κοντά στους χαρακτήρες. Ο Πανιόλ ασχολείται με τον άνθρωπο και με τα ανθρώπινα θέματα. Ο Αντρέ Μπαζέν, που έγραφε στα Cahiers du cinéma όταν εμφανίστηκε η Nouvelle Vague, ήταν ο πρώτος που τον έφερε ξανά στην επιφάνεια. Θα έλεγα πως και οι ταινίες του Ερίκ Ρομέρ έχουν κάτι από τη ζωντάνια των ανθρώπων και της καθημερινής ζωής, με τα προβλήματα που συνεχίζουν να σε αγγίζουν ακόμα και σήμερα, όπως ακριβώς και οι ταινίες του Μαρσέλ Πανιόλ. Εύχομαι να απολαύσετε τις δύο ταινίες του αφιερώματος και ελπίζω κάποτε να προβληθούν και οι υπόλοιπες ταινίες αυτού του σπουδαίου δημιουργού, γιατί αξίζει τον κόπο να τις ξαναδούμε».
Στη συνέχεια, ο κ. Ανδρεαδάκης έδωσε τη σκυτάλη στον Ζήνο Παναγιωτίδη, διευθυντή της εταιρείας διανομής Rosebud 21. «Δεν ήρθα με την ιδιότητα του διανομέα της ταινίας, όπως ακριβώς δεν έχουν έρθει με την ιδιότητα του δημοσιογράφου οι συνάδελφοι του Νίνου. Διότι σήμερα βρισκόμαστε όλοι εδώ για να τιμήσουμε τον Νίνο, σε μια μεγάλη έκπληξη εκ μέρους του Φεστιβάλ. Μου ζήτησαν ως τον μεγαλύτερο σε ηλικία εν ενεργεία διανομέα να απονείμω τιμητική πλακέτα στον Νίνο, τον μεγαλύτερο σε ηλικία εν ενεργεία κριτικό κινηματογράφου, για το σύνολο της προσφοράς του στο σινεμά», είπε ο Ζήνος Παναγιωτίδης, ενώ αμέσως μετά ακολούθησε εκτεταμένο και θερμό χειροκρότημα από το κοινό.
«Σας ευχαριστώ πολύ. Πολλοί από εσάς αγαπάτε τον κινηματογράφο όπως κι εγώ, και ελπίζω να λάβετε κάποτε κι εσείς μια πλακέτα γιατί στηρίζετε αυτό που αγαπάτε» ανέφερε συγκινημένος ο κ. Μικελίδης. Τον λόγο πήρε και πάλι ο κ. Παναγιωτίδης, ο οποίος μίλησε για τη διαδρομή του Νίνου Φένεκ Μικελίδη στον χώρο της κινηματογραφικής κριτικής: «Γνωρίζω τον Νίνο εδώ και πενήντα χρόνια, από την εποχή της Μεταπολίτευσης. Εκείνος ήταν νεαρός κριτικός κινηματογράφου, εγώ υπεύθυνος προγράμματος και υπεύθυνος του γραφείου διανομής. Έχει μείνει ο ίδιος από τότε, καθώς διατηρεί το ίδιο πάθος και την ίδια μαχητικότητα ακόμη και τώρα. Δημιούργησε το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και έφερε μεγάλα ονόματα του σινεμά στη χώρα μας. Συνεχίζει να πηγαίνει στα φεστιβάλ, να βλέπει ταινίες, να παρακολουθεί συνεντεύξεις Τύπου», είπε ο κ. Παναγιωτίδης.
Όσο για το επάγγελμα του κριτικού, ο κ. Μικελίδης ανέφερε ότι «έχει απόλυτο νόημα να βλέπουμε ξανά μια ταινία, ύστερα από 20 ή 30 χρόνια, είτε μας άρεσε είτε όχι, ώστε να διαπιστώσουμε αν ισχύουν μέσα μας όσα είχαμε γράψει τότε. Όσο πιο συχνά επισκεπτόμαστε τις ταινίες, τόσο το καλύτερο, για να υπάρχει και μια ανανέωση. Για παράδειγμα, μου άρεσε από παλιά ο Γκοντάρ και κάποιες ταινίες του, αλλά το Με κομμένη την ανάσα δεν με συγκινούσε τόσο πολύ – εκείνη την εποχή άλλοι δημιουργοί με άγγιζαν περισσότερο, όπως ο Αντονιόνι. Όταν όμως είδα ξανά το Με κομμένη την ανάσα μετά από 20 χρόνια μού άρεσε περισσότερο. Ίσως κάποιες ταινίες που θεωρούσα κάποτε αριστουργήματα, αν τις δω τώρα θα αναθεωρήσω. Και για τις ταινίες του Μαρσέλ Πανιόλ μπορεί να ειπωθεί το ίδιο: κανείς δεν ήξερε κανείς ότι σήμερα θα αναβιώσουν και θα ξαναβλέπονται μέχρι και σήμερα. Σε μεγάλο βαθμό βοήθησαν και οι Ταινιοθήκες με τα αφιερώματά τους. Για πρώτη φορά είδα Μαρσέλ Πανιόλ στην Ταινιοθήκη του Λονδίνου και αργότερα στη γαλλική Ταινιοθήκη. Καλό είναι λοιπόν πέρα από τις νέες ταινίες να βλέπουμε και τις παλαιότερες», κατέληξε ο κ. Μικελίδης.

Προβολή της ταινίας Η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου με την Ιζαμπέλ Ιπέρ
Την ιέρεια του γαλλικού και παγκόσμιου κινηματογράφου Ιζαμπέλ Ιπέρ, τιμώμενο πρόσωπο του φετινού Φεστιβάλ, υποδέχτηκε το κοινό του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, στην κατάμεστη αίθουσα του Ολύμπιον, όπου παρουσίασε την ταινία Η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου (2025) του Τιερί Κλιφά. Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης καλωσόρισε στη σκηνή τη λαμπερή Γαλλίδα σταρ: «Από χθες το βράδυ φιλοξενούμε στη Θεσσαλονίκη μία από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του παγκόσμιου κινηματογράφου. Είναι σπουδαία τιμή να την υποδεχόμαστε. Έχει ήδη παρουσιάσει την ταινία Copacabana (2010) του Μαρκ Φιτουσί, στην οποία συμπρωταγωνιστεί με την κόρη της, ενώ αύριο βράδυ θα διεξαχθεί μια ειδική τελετή, στο πλαίσιο της οποίας θα βραβευτεί από τον Δήμο Θεσσαλονίκης για τη συνολική προσφορά της στον κινηματογράφο και τον πολιτισμό. Σήμερα θα παρακολουθήσουμε την πιο πρόσφατη ταινία της, σε σκηνοθεσία του Τιερί Κλιφά. Πρόκειται για μια ιστορία βασισμένη σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα που συνέβησαν την τελευταία εικοσαετία στη Γαλλία. Μια ιστορία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο κινηματογραφικό όσο και κοινωνικό».

Από την πλευρά της, η πολυβραβευμένη ηθοποιός ευχαρίστησε τον Ορέστη Ανδρεαδάκη και το κοινό, απευθύνοντας σύντομο χαιρετισμό στα ελληνικά. Mιλώντας για την ταινία, στάθηκε στο γεγονός ότι πρόκειται για τη μεταφορά μιας πραγματικής ιστορίας στη μεγάλη οθόνη, αλλά και στην ερμηνεία της ως Μαριάν Φαρέρ: «Είναι μια ταινία πράγματι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, αρκετά γνωστά στην κοινωνία της Γαλλίας. Ωστόσο, παραμένει μια μυθοπλασία. Σκοπός του σκηνοθέτη ήταν να εξερευνήσει την ιστορία και να την αποτυπώσει μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία. Μια οπτική γωνία όχι ακριβώς ρομαντική, καθώς πρόκειται για μια ιδιαίτερα σκληρή ιστορία, αλλά διαφορετική. Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνω είναι η Μαριάν Φαρέρ, μια γυναίκα που θυμίζει τον χαρακτήρα της πραγματικής ιστορίας. Πρόκειται για μια ιστορία με την οποία το κοινό είναι εξοικειωμένο λόγω της κατάληξής της. Εδώ όμως, μέσα από τον χαρακτήρα που υποδύομαι, η ιστορία ξετυλίγεται από την αρχή της. Από τη στιγμή που η πρωταγωνίστρια συναντά αυτόν τον φωτογράφο και γοητεύεται από την αστεία και έξυπνη προσωπικότητά του. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αποτυπώσει την αλήθεια αυτής της σχέσης. Μπορεί η ιστορία να μην είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, αλλά μέσα από την ταινία γίνεται ξεκάθαρο το τι ακριβώς συνέβη στη Γαλλία», ανέφερε η Ιζαμπέλ Ιπέρ.

Όπως θυμάται η Γαλλίδα σταρ, τα πρώτα γυρίσματα έγιναν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Ανάβυσσο: «Είναι ένα πανέμορφο μέρος», ανέφερε χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια, σχετικά με το εάν είναι δύσκολο να ενσαρκώνει μια ηθοποιός έναν πραγματικό χαρακτήρα, η ίδια σημείωσε: «Πρέπει να προσπαθήσεις να αφήσεις πίσω σου την πραγματικότητα και να βυθιστείς στο κομμάτι της μυθοπλασίας προκειμένου να παρασυρθείς από το πρόσωπο που υποδύεσαι. Σε τέτοια πραγματικά γεγονότα, η κοινή γνώμη δημιουργεί μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη γύρω από τον χαρακτήρα. Για εμάς είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον γιατί προσπαθούμε να προσφέρουμε μια νέα διάσταση στα γεγονότα, ώστε ο θεατής να μπορέσει να κατανοήσει και την άλλη πλευρά. Θεωρώ ότι η ταινία καταφέρνει να διατηρήσει μια ισορροπημένη απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας, χωρίς να γίνεται επικριτική», ολοκλήρωσε.
Η νέα ταινία του Τιερί Κλιφά με τίτλο Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο που έκανε πρεμιέρα Εκτός Συναγωνισμού στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, αντλεί ανοιχτά και ελεύθερα από την υπόθεση Μπετανκούρ, ένα από τα πιο γνωστά πολιτικά σκάνδαλα της Γαλλίας. Η Ιζαμπέλ Ιπέρ δίνει μια εντυπωσιακή ερμηνεία ως Μαριάν Φαρέρ, μια πλούσια κληρονόμο της οποίας τα υπερβολικά δώρα σε έναν πολύ νεότερό της καλλιτέχνη προκαλούν την οργή του κοινού. Κάτι που αρχικά φαίνεται ως μια ιδιωτική υπόθεση γρήγορα εξελίσσεται σε εθνική υπόθεση, αποκαλύπτοντας κατηγορίες για χειραγώγηση, διαφθορά και εμπλοκή πρώην πολιτικών ηγετών. Με άξονα τη μαγνητική παρουσία της Ιπέρ, που είναι άλλοτε γοητευτική και αινιγματική και άλλοτε προκλητική, η ταινία διερευνά τις σκοτεινές πτυχές του μυθικού πλούτου και τη διαβρωτική διαπλοκή του χρήματος με την τέχνη και την πολιτική. Η κομψή σκηνοθεσία του Κλιφά μετατρέπει μια πραγματική ιστορία σε μια οξυδερκή και συναρπαστική μελέτη χαρακτήρων.

Παρουσίαση Crossroads Co-Production Forum
Η παρουσίαση των πρότζεκτ που συμμετέχουν στο φετινό Crossroads Co-production Forum της Αγοράς του 66ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 3 Νοεμβρίου, στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη, παρουσία της Γενικής Διευθύντριας του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό, της επικεφαλής της Αγοράς, Αγγελικής Βέργου, καθώς και του καταξιωμένου σεφ Σωτήρη Κοντιζά, φετινού ambassador της Αγοράς. Το 21ο Crossroads Co-production Forum δίνει την ευκαιρία σε 14 σχέδια ταινιών που προέρχονται από 16 χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Μεσογείου να αναζητήσουν συμπαραγωγούς και χρηματοδότηση.
Η επικεφαλής της Αγοράς, Αγγελική Βέργου, υποδέχθηκε το κοινό με ένα θερμό καλωσόρισμα στο Φεστιβάλ: «Είμαστε ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι που βλέπουμε γνώριμα, αλλά και νέα πρόσωπα ανάμεσά μας σήμερα» ανέφερε, πριν καλωσορίσει τη γενική διευθύντρια του Φεστιβάλ, Ελίζ Ζαλαντό.
«Το ταξίδι της φετινής Αγοράς ξεκίνησε πριν μερικές ημέρες με το Agora Series, με επίκεντρο τις οπτικοακουστικές αφηγήσεις, και θα ολοκληρωθεί με τα βραβεία της Αγοράς. Στη διάρκεια της Αγοράς θα ανακαλύψουμε ένα δίκτυο με τις δημιουργικές ομάδες 14 έξοχων παραγωγών που θα παρουσιαστούν σήμερα, όπως και οκτώ υπέροχων Works in Progress αύριο, και θα συναναστραφούμε με τους περισσότερους από 600 καλεσμένους που έχει φέτος η Αγορά» είπε η κ. Ζαλαντό. «Φέτος ένα από τα κεντρικά μας θέματα είναι η ευθραυστότητα, που μας θυμίζει πόσο εύθραυστοι είμαστε και οι ίδιοι, ειδικά στη δική μας γωνιά του κόσμου. Και είναι κάτι που γνωρίζουμε και στη δική μας βιομηχανία. Θα ήθελα λοιπόν να σας προσκαλέσω για τις επόμενες τρεις ημέρες να είμαστε πιο δυνατοί μαζί» δήλωσε χαρακτηριστικά.
Τον λόγο έπειτα πήρε ο Σωτήρης Κοντιζάς: «Ελπίζω όλοι να βρείτε αυτό που ψάχνετε. Για τις ταινίες, το πιο δύσκολο κομμάτι που μένει, αν υπάρχει το mise en place και η προετοιμασία σας είναι στέρεη, είναι ένα: το pitch. Προωθήστε λοιπόν το όραμα και την ταινία σας». Απευθυνόμενος στους ανθρώπους που ασχολούνται με τη χρηματοδότηση, ο κ. Κοντιζάς είπε: «Ο καιρός είναι ωραίος, η πόλη το ίδιο, το Φεστιβάλ είναι εξαιρετικό όπως πάντα. Να είστε γενναιόδωροι ώστε να γίνετε κομμάτι μιας σπουδαίας ή σπουδαίων μελλοντικών ταινιών. Ελπίζω να το χαρείτε!».
Στη συνέχεια, η Αγγελική Βέργου καλωσόρισε τους συμμετέχοντες/τις συμμετέχουσες του Thessaloniki Agora Film Lab όπως και του Thessaloniki Locarno Industry Academy, καθώς και τους ομιλητές/τις ομιλήτριες των Agora Talks, ενώ ανακοίνωσε τον φετινό νικητή του Networking Award της πλατφόρμας συμπαραγωγής, επιμόρφωσης και δικτύωσης DOT.ON.THE.MAP του Cyprus Film Days, την ταινία I am Afraid to Meet You Someday, προτρέποντας το κοινό να συναντήσει αργότερα την παραγωγό Rasha Hosny, η οποία βρισκόταν στο κοινό.
Η Έρικα Ζαχαροπούλου, Συντονίστρια του Crossroads Co-production Forum, παρουσίασε έπειτα τη φετινή κριτική επιτροπή, την οποία συνθέτουν οι Frank Hoeve – παραγωγός στην BALDR Film (Ολλανδία), Uljana Kim – παραγωγός στο Studio Uljana Kim (Λιθουανία) και Ανδρέας Ζουπάνος Κρητικός – παραγωγός και CΟΟ της Faliro House (Ελλάδα), καθώς και η Mathilde Hersant, μέλος της κριτικής επιτροπής για το Διεθνές Βραβείο Arte Kino και Επικεφαλής Οικονομικού τμήματος στο ARTE France Cinéma (Γαλλία).

Τα βραβεία του Crossroads Co-production Forum που απονέμει η διεθνής κριτική επιτροπή είναι:
- Βραβείο Δύο Τριανταπέντε (2|35) Post-production
- Βραβείο CNC (Centre National du Cinéma et de l’image animée) €8.000 για την ανάπτυξη σεναρίου
- ArteKino International Award €6.000
- Βραβείο Finos Film €3.000 σε ελληνικό πρότζεκτ
- Βραβείο Producer’s Network του Φεστιβάλ των Καννών Διαπίστευση για παραγωγό πρότζεκτ, προκειμένου να συμμετάσχει στο προσεχές Producer’s Network του Marché du Film
- MIDPOINT Consulting Award Διαδικτυακές συμβουλευτικές υπηρεσίες για την ανάπτυξη
σεναρίου με μία/έναν από τους ειδικούς του Ινστιτούτου MIDPOINT.
Τα επιλεγμένα πρότζεκτ του φετινού Crossroads Co-production Forum:
ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΔΙΑ
Σκηνοθεσία: Νίκος Νταγιαντάς, Παραγωγή: Κωνσταντίνος Κουκούλης – ΠLANKTON, Ελλάδα
Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΤΟΥΣ ΑΚΟΥΕΙ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΙΑ ΦΩΝΗ
Σκηνοθεσία: Γιάννης Βεσλεμές, Παραγωγή: Νικόλας Αλαβάνος – FILMIKI, Ελλάδα
ΠΟΙΟΣ ΣΚOΤΩΣΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ
Σκηνοθεσία: Στρατής Χατζηελενούδας, Παραγωγή: Σπύρος Σκάνδαλος – Assumed Position Films, Ελλάδα
PIRATELAND
Σκηνοθεσία: Σταύρος Πετρόπουλος, Παραγωγή: Λεωνίδας Κωνστανταράκος – Alaska Films, Συμπαραγωγή: Stephane Marschal – Yukunkun Productions, Ελλάδα, Γαλλία
THE DICTATOR’S DREAMS
Σκηνοθεσία: Erenik Beqiri, Παραγωγή: Dritan Huqi – On Film Production, Αλβανία
GIRL OF WIND
Σκηνοθεσία: Moufida Fedhila, Παραγωγή: Mehdi Hmili – Dogma Films, Τυνησία
GOODBYE FOR NOW
Σκηνοθεσία: Kasım Ördek, Παραγωγή: Fahriye Ismayilova – Parda Film Production, Συμπαραγωγή: Jules Grange – Kidam Production, Τουρκία, Γαλλία
IN GOOD FAITH
Σκηνοθεσία: Anna Wowra, Παραγωγή: Tomáš Pertold, Julie Soffer – Perfilm, Συμπαραγωγή: Dagmara Piasecka – Green Rat, Τσεχία, Πολωνία
MIDPOINT Institute πρότζεκτ
LA FORMA ANIMAL
Σκηνοθεσία: Isa Luengo, Sofia Esteve, Παραγωγή: Laura Rubirola – Nocturna Pictures, Carlotta Schiavon, Eva Murgui – Vayolet Films, Ισπανία
THE LEAVES HANG TREMBLING
Σκηνοθεσία: Stefan Djordjević, Παραγωγή: Dragana Jovović – Non-Aligned Films, Σερβία
THE LIFE AND TIMES OF ION G.
Σκηνοθεσία: Andreea Cristina Bortun, Παραγωγή: Gabi Suciu – Atelier de Film, Ρουμανία
Sofia Meetings πρότζεκτ
QUIET LAKE
Σκηνοθεσία: Tonislav Hristov, Παραγωγή: Kaarle Aho & Kai Nordberg – Making Movies, Συμπαραγωγή: Andrea Stanoeva, Tonislav Hristov – Soul Food, Erika Malmgren, Annika Hellström – Cinenic Film, Φιλανδία, Βουλγαρία, Σουηδία
ROBBING BEIRUT
Σκηνοθεσία: Katia Jarjoura, Παραγωγή: Michel Zana – Blue Train Films, Συμπαραγωγή: Elisa Pirir – Staer Film, Jana Wehbe – The Attic, Γαλλία, Νορβηγία, Λίβανος
THE UNMOVING HANDS
Σκηνοθεσία: Víctor Diago, Παραγωγή: Andrés Mellinas – Boogaloo, Ισπανία
Πρότζεκτ Μεσογειακού Ινστιτούτου Κινηματογράφου
Τιμητική βράβευση Ελλήνων ηθοποιών της δεκαετίας του ’60
Σε μια ιδιαίτερα συγκινητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 2 Νοεμβρίου στην αίθουσα Παύλος Ζάννας, το 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη Finos Film, βράβευσε 37 εμβληματικούς ηθοποιούς, που πρωταγωνίστησαν σε αξέχαστες ταινίες της δεκαετίας του ’60, για τη συνολική τους προσφορά στον κινηματογράφο και στον ελληνικό πολιτισμό. Ο πρόεδρος του ΔΣ του Φεστιβάλ, ηθοποιός Άκης Σακελλαρίου, και ο ηθοποιός Ιεροκλής Μιχαηλίδης παρουσίασαν αυτή τη βραδιά-γιορτή του ελληνικού σινεμά, παρουσία του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ, Ορέστη Ανδρεαδάκη, όπως και του εκπροσώπου της Finos Film, Στάθη Καμβασινού.
Ο Άκης Σακελλαρίου καλωσόρισε το κοινό σε «μια βράβευση του παλιού καλού ελληνικού σινεμά» όπως σημείωσε, μια ιδέα που ζυμώθηκε στον ίδιο και στον συμπαρουσιαστή του, Ιεροκλή Μιχαηλίδη, μέσα από την κοινή αγάπη τους για τον ελληνικό κινηματογράφο εκείνης της εποχής. «Η ιδέα γεννήθηκε στο σπίτι του Σπύρου Παπαδόπουλου, που γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά όλες τις ελληνικές ταινίες, οι οποίες υπήρξαν ανέκαθεν για εμάς ένα μάθημα υποκριτικής και στις οποίες επιστρέφουμε διαρκώς, ξαναβλέποντας αριστουργηματικές σκηνές. Ήταν λοιπόν μια ευχή, αφού δεν είχαμε την τύχη να παίξουμε μαζί με αυτούς τους ηθοποιούς, να τους φέρουμε σήμερα εδώ, σε αυτήν την οικογενειακή και συγκινητική βραδιά», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μιχαηλίδης.


Λίγα λόγια μοιράστηκε έπειτα με το κοινό ο εκπρόσωπος της Finos Film, Στάθης Καμβασινός: «Είναι μια πολύ συγκινητική στιγμή, και είμαστε πολύ περήφανοι στη Finos Film που συμπράττουμε σε αυτή την όμορφη κίνηση του Φεστιβάλ. Δυστυχώς, πολλοί από τους σπουδαίους ηθοποιούς εκείνης της εποχής δεν είναι πια μαζί μας, όμως έχουμε ιερά τέρατα απόψε εδώ, όλες και όλοι τους συντελεστές και πυλώνες σε μια εποχή που άφησε ιστορία και μας άφησε πολλές πραγματικά καλές ταινίες, που έχουν διασωθεί μέχρι και σήμερα στη συνείδηση του κοινού, μέσα σε μια συνθήκη κινηματογραφικής πανσπερμίας», σημείωσε.
«Θέλαμε να παντρέψουμε τρεις γενιές ηθοποιών σε μια εκδήλωση» δήλωσε ο κ. Σακελλαρίου, παρουσιάζοντας τους ηθοποιούς Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Κάτια Γκουλιώνη και Σπύρο Παπαδόπουλο, οι οποίοι απένειμαν τα βραβεία μαζί με τους δύο παρουσιαστές της βραδιάς. Στην αίθουσα για να παραλάβουν τιμητικό βραβείο βρέθηκαν οι πολυαγαπημένοι αστέρες Βασίλης Καΐλας, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Γιώργος Κωνσταντίνου, Χλόη Λιάσκου, Μπέτυ Λιβανού, Σωτήρης Τζεβελέκος, Αιμιλία Υψηλάντη και Άννα Φόνσου, με το κοινό να ξεσπά σε θερμά χειροκροτήματα σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης.

Μετά την αρχική παρουσίαση προβλήθηκε μία ταινία-αφιέρωμα στους Έλληνες ηθοποιούς της δεκαετίας του ’60 σε σκηνοθεσία Νίκου Πάστρα και επιμέλεια Στέλλας Χαραμή, μέσα από το οποίο ξεδιπλώθηκε η πορεία των σπουδαίων ηθοποιών, αλλά και μια ολόκληρη εποχή. Στην ταινία εμφανίζονται οι Άγγελος Αντωνόπουλος, Ελένη Ανουσάκη, Μπέτυ Αρβανίτη, Νόρα Βαλσάμη, Γιάννης Βογιατζής, Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Μάρθα Βούρτση, Μέλπω Ζαρόκωστα, Καίτη Ιμπροχώρη, Μαρία Ιωαννίδου, Τόνια Καζιάνη, Ξένια Καλογεροπούλου, Λάκης Κομνηνός, Ηρώ Κυριακάκη, Μάρω Κοντού, Αλεξάνδρα Λαδικού, Πόπη Λάζου, Στέφανος Ληναίος, Χρήστος Νομικός, Γιώργος Πάντζας, Χρήστος Πολίτης, Κώστας Πρέκας, Ελένη Προκοπίου, Έλσα Ρίζου, Τζένη Ρουσσέα, Ζωζώ Σαπουντζάκη, Νίκος Τσούκας, Έλλη Φωτίου, όπως επίσης και η Άννα Κυριακού, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή.
Με την ολοκλήρωση της προβολής ακολούθησε η απονομή τον τιμητικών βραβείων, με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να κάνει την πρώτη απονομή στον Θεσσαλονικιό ηθοποιό Σωτήρη Τζεβελέκο, ο οποίος είχε συμμετάσχει στο 33ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ως συμπρωταγωνιστής του Νίκου Ξανθόπουλου στην ταινία Η εκδίκηση του καβαλάρη του Ερρίκου Θαλασσινού. «Είστε η αιτία που πολλοί από εμάς θελήσαμε να γίνουμε ηθοποιοί. Είστε μια οικογένεια για μας, σας θαυμάζαμε περιμένοντας την στιγμή που θα δούμε τις ταινίες σας» ανέφερε συγκινημένος ο κ. Χαραλαμπόπουλος, ενώ με τη σειρά του ο κ. Τζεβελέκος δήλωσε: «Έχω δάκρυα χαράς, και έτσι πρέπει να τα χαρείτε και εσείς. Είναι μεγάλη τιμή για μένα. Οι σπουδαίοι πάντα προχωρούν και είναι εκείνοι που αντέχουν στον χρόνο».
Η Χλόη Λιάσκου ξεκίνησε την πορεία της στο σινεμά παίρνοντας άδεια από το σχολείο για να πηγαίνει στα κινηματογραφικά γυρίσματα. Αποτέλεσε προσωπική ανακάλυψη του Νίκου Κούνδουρου, στον οποίο οφείλει και καλλιτεχνικό της όνομα, Χλόη. Τελικά, έμελλε στην εφηβεία της να μπει στην οικογένεια του Φίνου με την ταινία Νόμος 4000. Το βραβείο τής απένειμε η ηθοποιός Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, με τη σπουδαία ηθοποιό να δηλώνει: «Μπορεί να μεγαλώσαμε, αλλά μέσα μας μένουμε πάντα παιδιά».

Στον Βασίλη Καΐλα, ηθοποιό που κυριολεκτικά μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε στο ελληνικό σινεμά, με την πρώτη του εμφάνιση στο πλευρό των Χορν και Λαμπέτη και υπό την καθοδήγηση του Μιχάλη Κακογιάννη σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, απένειμε επίσης το βραβείο η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη. Η οθόνη υπήρξε το δεύτερο σπίτι του, με αποκορύφωμα τη μεγαλύτερη προσωπική επιτυχία του ως «λουστράκος» στην ομώνυμη ταινία της πρώτης Ελληνίδας σκηνοθέτριας Μαρίας Πλυτά.«Είναι μεγάλη τιμή να είμαι σήμερα ανάμεσα σε ανθρώπους που πρόσφεραν τόσα πολλά στον ελληνικό κινηματογράφο. Εύχομαι στις επόμενες βραβεύσεις να υπάρχουν άνθρωποι που τίμησαν και τιμούν τον ελληνικό κινηματογράφο και όχι κατασκευάσματα της τεχνητής νοημοσύνης» σημείωσε από την πλευρά του ο κ. Καΐλας.
Ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης παρουσίασε στη συνέχεια το βραβείο στον σπουδαίο ηθοποιό Δημήτρη Καλλιβωκά. Γνήσια κωμική φλέβα και καρατερίστας, ο Δημήτρης Καλλιβωκάς φρόντισε να αφήσει ένα δυνατό στίγμα χάρη στο κέφι, την ερμηνευτική ανοιχτωσιά του, τον τρόπο που αναδείκνυε τη δύναμη της ατάκας. Με συγκίνηση δέχτηκε το βραβείο, αναφέροντας πως για χρόνια ασχολήθηκε μόνο με το θέατρο προτού αρχίσει να δουλεύει στο σινεμά, κρυφά από τους σκηνοθέτες των θεατρικών του παραστάσεων.
Η Κάτια Γκουλιώνη μίλησε με ιδιαίτερη συγκίνηση για την ηθοποιό Άννα Φόνσου, στην οποία απένειμε το βραβείο: «Ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην τέχνη και δεν περιορίστηκε απλώς στην εικόνα. Η φωνή και το βλέμμα σας μιλούσαν κατευθείαν στην ψυχή. Ήταν η καρδιά σε κάθε ρόλο» ανέφερε, αναδεικνύοντας επιπλέον το έργο της εκτός σκηνής και την πρωτοβουλία που ανέλαβε για το «Σπίτι του Ηθοποιού», που λειτουργεί ως ασπίδα αξιοπρέπειας για συναδέλφους που περνούν δύσκολα. Η κ. Φόνσου ευχαρίστησε για την τιμή και είπε, μεταξύ άλλων, ότι χαίρεται πολύ όταν οι άνθρωποι την σταματούν στο δρόμο, της εκφράζουν την αγάπη τους, της λένε ότι τη βρίσκουν όμορφη.
Στην Αιμιλία Υψηλάντη, η οποία είχε συνεργαστεί τόσο με θρυλικούς κωμικούς όσο και με σπουδαίους δημιουργούς, όπως ο Τάκης Κανελλόπουλος, το βραβείο απένειμε ο Άκης Σακελλαρίου: «Είναι ιδιαίτερη η αγάπη που τρέφουμε για τη ζεστή και τρυφερή φωνή σου» δήλωσε ο πρόεδρος του ΔΣ του Φεστιβάλ. Παίρνοντας τον λόγο, η Αιμιλία Υψηλάντη αναφέρθηκε στην κρίση που πέρασε ο κινηματογράφος με την άνθηση της τηλεόρασης και τόνισε: «Πιστεύω ότι είναι καίριας σημασίας αυτή η βραδιά. Όχι για τις βραβεύσεις, αλλά γιατί έρχεται να επουλώσει αυτή την πληγή που βιώσαμε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Είναι πολύ σημαντικό ότι 50 χρόνια μετά έρχεστε να επουλώσετε αυτή την πληγή».
Η Μπέτυ Λιβανού ξεκίνησε στη Finos Film και στην πορεία πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, συνεργαζόμενη με τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του (Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Γιώργος Πανουσόπουλος), χτίζοντας μια πλούσια καριέρα. Το βραβείο της παρουσίασε ο κ. Σακελλαρίου. Η ίδια δήλωσε ότι αισθάνεται μεγάλη τιμή για αυτή την αναγνώριση: «Φέτος κλείνω 55 χρόνια στο σινεμά, αλλά νιώθω πως όλα έγιναν χθες. Νιώθω τιμή, όμως θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βραβείο στον Γιώργο Πανουσόπουλο».

Παίρνοντας τον λόγο για να παρουσιάσει το τιμητικό βραβείο στον Γιώργο Κωνσταντίνου, ο ηθοποιός Σπύρος Παπαδόπουλος έπλεξε το εγκώμιο του εξαιρετικού Έλληνα κωμικού, λέγοντας: «Του οφείλω πάρα πολλά. Μου φέρθηκε πραγματικά σαν πατέρας». Ο Γιώργος Κωνσταντίνου, παραλαμβάνοντας το βραβείο, σημείωσε: «Νιώθω ότι τα τελευταία χρόνια δικαιώθηκα γιατί αναγνωρίστηκαν αυτές οι ταινίες. Αν κέρδισα κάτι είναι η αγάπη του κόσμου, αυτή έμεινε ανέπαφη μέσα στα χρόνια».
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με σύντομα σχόλια των τιμώμενων ηθοποιών, οι οποίοι αναφέρθηκαν στην αξία του ελληνικού κινηματογράφου εκείνης της εποχής και στην ανάγκη για αναγνώρισή του. «Όλα χωράνε στην τέχνη, και η εμπορική και η καλλιτεχνική ταινία, υπάρχει κοινό για όλες. Δεν πρέπει να αποσιωπούμε το παρελθόν ή να αρνούμαστε τα πράγματα που συμβαίνουν τώρα. Είμαστε επαγγελματίες και δουλεύουμε όπου μπορούμε για να ζήσουμε, και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούμε», είπε χαρακτηριστικά η κ. Υψηλάντη.
Οι ηθοποιοί στάθηκαν, επίσης, στην ανεκτίμητη προσφορά των ανθρώπων πίσω από την κάμερα, «διότι έδωσαν ό,τι μπορούσαν για να έχουμε το καλύτερο αποτέλεσμα εμείς ως ηθοποιοί» ανέφερε ο κ. Καΐλας. Στο κοινό βρέθηκε και ο γνωστός κινηματογραφιστής Νίκος Καβουκίδης, που συμπλήρωσε φέτος τα 71 χρόνια παρουσίας στον ελληνικό κινηματογράφο. «Αυτοί οι ηθοποιοί μάς κάνουν να γελάμε, να δακρύζουμε τόσα χρόνια στις οθόνες μας, όμως πολλοί δεν είναι πλέον μαζί μας και οφείλουμε και σε εκείνους ένα μεγάλο ευχαριστώ, όπως και στον πρωτεργάτη Φίνο», ανέφερε ο κ. Καβουκίδης, προκαλώντας συγκίνηση, με την αίθουσα να ξεσπά σε αλλεπάλληλα χειροκροτήματα.

