Όταν τον Οκτώβρη του 2000 τελείωνε το πρώτο επεισόδιο του «Τι Ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» θυμάμαι ένιωθα μια ανατριχίλα σε όλο μου το κορμί και δάκρυα κύλαγαν από τα μάτια μου. ‘Iσαμε σήμερα όποτε ακούω το nessuno mi può giudicare της Caterina Caselli νιώθω αυτή την ανατριχίλα δεν σας κρύβω. Ο Αλέξανδρος Ρήγας με τον Δημήτρη Αποστόλου μας είχανε κεράσει τότε ό,τι πιο πρωτοποριακό μπορούσε να μας προσφέρει η ελληνική τηλεόραση. Μιλούσαν επιτέλους ανοιχτά για τις κακοποιημένες Ελληνίδες μέσα από έναν κωμικό κλαυσίγελο γιομάτο υστερία, φωνές, ουρλιαχτά πόνου, κλάματα, πανέξυπνες ατάκες, κακοποίηση λεκτική και πολιτικές τοποθετήσεις.
Τέσσερις γυναίκες που όταν ήτανε παιδιά στο ίδρυμα τις βίαζε ο κοινωνικός λειτουργός, «έρχεται ο Μαντάς», η ατάκα που έκλεινε την πόρτα των αγιάτρευτων ζωών τους που αποζητούσαν την αυτοδικία. Την «πόρτα» φυσικά την είχε ανοίξει ο Λευτέρης Παπαπέτρου με τα Εγκλήματα του τον Οκτώβρη του 1998 μαθαίνοντάς μας τι εστί μαύρη τηλεοπτική κωμωδία για όλη την οικογένεια.
Λίγα χρόνια μετά το 2003 ήρθε κι ο Γιώργος Καπουτζίδης με τις Σαββατογεννημένες του μα η Εθνική Ελλάδος του το 2015 έμελλε να μην ολοκληρωθεί κι ας καταπιανόταν με το σοβαρό θέμα του νεοεμφανιζόμενου φασισμού. Οι Έλληνες είμαστε για τα μεγάλα μα κάπως στεκόμαστε μικροί. Ανάδελφο έθνος με εθνικό μας άθλημα τη φαγωμάρα μήπως; Δεν έχω καταλήξει ακόμα στο τις πταίει για να το ορίσω μα η παρατήρησή μου τόσα χρόνια με οδηγεί στο συμπέρασμα πως όταν κάνουμε ένα θαύμα ως λαός είμαστε ικανοί να το γκρεμίζουμε σε ένα και μόνο λεπτό. Θα μου πείτε συγκρίνω τις ζωές μας με τηλεοπτικές σειρές; Ναι, γιατί το τι παρακολουθούμε ως λαός στην τηλεόραση αντικατοπτρίζει και το ποιοι είμαστε. Δυστυχώς τώρα τελευταία οι σειρές που κάνουν χαμό και διδάσκουν έχουν εξαφανιστεί κάτω από γαίες γεμάτες ελιές, παιχνίδια επιβίωσης, δυνάμεις της αγάπης και λοιπές περιπτώσεις που υποτιμούν νοημοσύνες και ’μείς απλά ως τηλεθεατές σκοτώνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας παρακολουθώντας σκουπίδια κι όχι αφομοιώνοντας νέες πληροφορίες που θα μας εξελίξουν.
Το «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» το παρακολουθούσε, ας το πούμε, όλη η Ελλάδα, θύτες θύματα και μάρτυρες. Όλοι είχαμε στον κύκλο μας μια Αλέκα, μια Ντομινίκ, μια Φωφώ, μια Πόπη κι όλοι γνωρίζαμε έναν Μαντά κι ας μην είχε εμφανιστεί το ΜeΤoo ακόμη να τα ξεμπροστιάσει όλα. Όλοι φοβόμασταν πως στα ορφανοτροφεία παιδιά κακοποιούνταν ποικιλοτρόπως κι όλοι γνωρίζαμε για τις οικογενειακές κακοποιήσεις, τις οικιακές πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αυτή λοιπόν η σειρά έκανε κάτι μαγικό, μπήκε στα σαλόνια και μας έτριψε στα μούτρα την αλήθεια γύρω μας. Φανταστείτε πως αυτή τη σειρά την παρακολουθούσε μια κακοποιημένη γυναίκα στο σαλόνι του σπιτιού της πλάι στον κακοποιητή άντρα της. Φανταστείτε την ένοχη σιωπή και τις άβολες στιγμές που βίωναν οι Έλληνες παρακολουθώντας γνωστούς ηθοποιούς να αναπαριστούν την Ελλάδα που δεν θέλουμε μα έχουμε. Δεν γελάγαμε με τις ατάκες της σειράς, με τα χάλια μας γελούσαμε.
Το «συγγνώμη μου έπεσε» της Φωφώς για να βγάλει έξτρα λεφτά από τα ρέστα των διοδίων που είτε θα της τα έπαιρνε ο βίαιος κομπιναδόρος πατέρας της ή ο τραγόπαπας που ‘χε ερωτευτεί. Το «Ναι μάλιστα» της Πόπης μια απάντηση επιβίωσης για να μην φάει τις φάπες της από τον σουβλατζή άντρα της και την γκιώσα νύφη της. Το «πώς μιλάς έτσι στη μανούλα» της Αλέκας, όταν απευθύνεται στον γιο της που τον μεγαλώνει μόνη και το «έλα δεν το πιστεύω» της Ντομινίκ ως διδασκαλία του τι λες άμα θες να σε περάσουνε για κοσμικιά ενώ μόνο κοσμικά είναι τα ρούχα σου, είναι μια μικρή απόδειξη του όταν μια γυναίκα έχει κακοποιηθεί από έναν «Μαντά» και δεν γιατρευτεί (σε πολλά εισαγωγικά), δικαιωθεί και λυτρωθεί (επίσης σε πολλά εισαγωγικά), η ζωή της θα συνεχίζει να ‘ναι μια κόλαση. Θα βολευτεί με το λιγότερο κακό που θα συναντήσει, γιατί καλό δεν της αξίζει. Θα πει και δόξα το θεό που υπάρχει κι αυτό και θα συνεχίσει να ζει το μαρτύριο της στερημένης της κάθαρσης.
Η σειρά μας εγκατέλειψε μετά από επτά επεισόδια και τις πρωταγωνίστριες που θέλουν να σκοτώσουν τον βιαστή τους να στέκουν πίσω από το όπλο του έτοιμες να αποδεχτούν το τέλος τους. Δεν έπρεπε έτσι άδοξα να τελειώσει το «Τι ψυχή θα παραδώσει μωρή;», δεν έπρεπε. Ακολούθησαν επαναλήψεις και μια ελπίδα πως θα συνεχιστεί η σειρά μα κει τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 2000 το κανάλι έβγαλε ανακοίνωση πως δεν θα υπάρξει λύτρωση γι’ αυτές τις γυναίκες και για μας τους τηλεθεατές.
Πολλά ακούστηκαν: πως τα γυρίσματα ήτανε εξαντλητικά, πως κάποια πρωταγωνίστρια χαστούκισε την άλλη, πως ο σκηνοθέτης δεν συμπεριφερόταν καλά μα δεν στέκω σ’ αυτά, έτσι κι αλλιώς την αλήθεια δεν θα την μάθουμε ποτέ. Γω στέκω στο ότι τόσοι έξυπνοι και ταλαντούχοι άνθρωποι δεν κατάφεραν να βγάλουν μια άκρη και να ολοκληρωθεί η σειρά που έπιανε τρελές τηλεθεάσεις ακόμα και στις επαναλήψεις της και την επόμενη μέρα όλοι συζητούσαν γι’ αυτήν. Μια σειρά που αν είχε συνεχιστεί τότε μπορεί, γιατί όχι, να ‘χε βοηθήσει ν’ αλλάξει λίγο η κοινωνία μας. Μια σειρά που αν ολοκληρωνόταν κάποιες γυναίκες ίσως να χάνε πάρει δύναμη και να έσπαγαν τους ζυγούς τους.
Οι ταινίες ελπίζω να είναι καλογυρισμένες και να διατηρήσουν στο σενάριο τους τη διδασκαλία του «για να έχεις μια καλή ζωή οφείλεις να βρεις έναν τρόπο να γιατρευτείς από παλιά σου τραύματα». Τις ταινίες δεν θα τις δω, γιατί έκατσα και σκέφτηκα τότε που η σειρά κόπηκε πώς ήθελα εγώ να τελειώνει αυτή η σειρά: Η γραμματέας του Μαντά που σιωπηλή κυκλοφορούσε ήταν μια ακόμη κακοποιημένη που έπιασε δουλειά στο γραφείο του για να τον εκδικηθεί. Αυτή θα σώσει τις ηρωΐδες από τον Μαντά ακινητοποιώντας τον. Εκείνες θα τον δέσουν και θα προσπαθούν να βρουν τον τρόπο που του αξίζει να πεθάνει μα δεν θα είναι ικανές να τον σκοτώσουν, γιατί δεν είναι εγκληματίες. Θα τον κρατούν δεμένο ίσαμε να βρουν τον τρόπο να ομολογήσει τα εγκλήματά του κι ας έχουνε παραγραφεί. Κι όλες μαζί ενωμένες θα βοηθήσουν η μια την άλλη να σπάσουν τους ζυγούς τους από τις τοξικές οικογένειες και σχέσεις που είχανε όλα αυτά τα χρόνια εμπλακεί. Κι όταν θα συνειδητοποιήσουν πως γιατρεύτηκαν θα πάρουν τα χρήματα του Μαντά και θ’ ανοίξουν κέντρο για κακοποιημένες γυναίκες. Έτσι θα τελείωνε η σειρά είχα αποφασίσει.
Δεν μ’ ενδιαφέρει πώς θα τελειώσουν οι ταινίες του ««Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή; Movie 1» και 2 και πραγματικά σας το γράφω έχω κουραστεί με την αναμόχλευση παλιών επιτυχιών να επανέρχονται στο σήμερα διότι αυτό μου αποδεικνύει έλλειψη φαντασίας. Η σειρά αυτή ήτανε μπροστά, πολύ μπροστά για την εποχή της και τώρα που στέκω στο μπροστά, δεν κατανοώ και τον λόγο ύπαρξής της ως ταινίες. Ίσως να θέλει ο Αλέξανδρος Ρήγας να βάλει κι αυτός ένα τέλος να λυτρωθεί και το δικαιούται μα τώρα πιστεύω είναι αργά. Ορισμένες μαγικές στιγμές συντελούνται στον χρόνο τους και ο χρόνος τους ήτανε τότε το 2000 με εκείνες τις πρωταγωνίστριες, εκείνους τους ηθοποιούς. Τώρα στα μάτια μου αναπόφευκτα θα γίνονται συγκρίσεις κι άδικες.
Ας πάει να τις απολαύσει η νέα γενιά, η αγέννητη το 2000 και η μεγαλωμένη μέσα στον όρο «γυναικοκτονίες», το βίαιο αστυνομικό κράτος και τη δικαιοσύνη που εθελοτυφλεί. Αν και αυτή η γενιά δεν έχει ανάγκη την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο, όπως εμείς για να αφυπνιστεί έχει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι όλο το δίκτυο συλλογικοτήτων που πια καταφεύγει για να διεκδικήσει και να δικαιωθεί.
Καλή επιτυχία Αλέξανδρε Ρήγα, να έχουν οι ταινίες σου αλλά θα σου είμαι θυμωμένος, γιατί τότε που όφειλες να παραδώσεις μια ψυχή, μας την έβγαλες, μολαταύτα σ’ ευχαριστώ κι ας είμαστε Δυο Ξένοι.
Το ουσιαστικά δεν είναι Τι ψυχή θα παραδώσουμε πια… μα το τι κράτος, τι κοινωνία και τι Ελλάδα θα παραδώσουμε στη νέα γενιά, και καθένας μας όπως μπορεί ας συνδράμει με το λιθαράκι του.

