Ένας «Θαλασσόκαμπος» τέχνης απλώνεται στο ΕΜΣΤ και πρόκειται για τη νέα έκθεση που επιμελήθηκαν η Δανάη Γιαννόγλου και η Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου, μιας έκθεσης που είναι το αποτέλεσμα της δεύτερης ανοιχτής πρόσκλησης του ΕΜΣΤ για επιμέλεια ομαδικής έκθεσης. Μιας πρωτοβουλίας που καθιερώθηκε το 2023 δίνοντας την ευκαιρία στήριξης σε επιμελητικές έρευνες. Εκθέσεις που συνομιλούν με τη Συλλογή και το Αρχείο του ΕΜΣΤ ενισχύοντας έτσι τον πολυφωνικό χαρακτήρα του μουσείου.
Ο «Θαλασσόκαμπος» φιλοξενείται στο Project Room 2, έχει έργα που ενσωματώνουν και απεικονίζουν φυσικά τοπία και απροσδιόριστες ανθρώπινες παρεμβάσεις. Έμπνευση η ποιητική συλλογή της H.D., η πρακτική της Αθηνάς Τάχα και οι προσωπικοί προβληματισμοί των επιμελητριών. Συνομίλησα με τη Δανάη Γιαννόγλου και την Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου για να με ξεναγήσουν νοητά στον Θαλασσόκαμπο τους και να μοιραστούν μαζί μας τους καλλιτέχνες που επέλεξαν και τις σκέψεις που έκαναν οι δυο τους πάνω σε μια μελέτη που γίνεται καιρό τώρα και κάπως έτσι μπρος μου ξεδιπλώθηκε ένας Θαλασσόκαμπος ανθηρός. Απολαμβάνω να βουτάω σε τέτοιες συζητήσεις, γιατί μετά όταν βγω ξανά στην ξηρά με κάνουν ν’ αναζητήσω ποιήματα της H.D., να μάθω αν είναι επισκέψιμος ο κήπος Σπάροζα και να μάθω περισσότερα για τον οικοφεμινισμό.

Ο Θαλασσόκαμπός σας πώς προέκυψε; Είναι εμπνευσμένος από ένα ποίημα;
Δανάη Γιαννόγλου: Sea Garden είναι ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Αμερικανίδας ποιήτριας H.D. Στα αγγλικά τον έχουμε κρατήσει αυτούσιο, ενώ στα ελληνικά τον έχουμε αποδώσει λίγο πιο ελεύθερα για διάφορους λόγους… Σε αυτή την ποιητική συλλογή η H.D. προσεγγίζει μεταξύ άλλων τη διττότητα της φύσης και του τοπίου, κάτι που μας ενδιαφέρει πολύ και που μεταφέρεται στην έκθεσή μας. Επίσης σε ένα σημείο των σημειώσεων της η H.D. γράφει κάτι που μας συντρόφευσε όσο δουλεύαμε πάνω σε αυτή την ιδέα.
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Ναι, η H.D. σε αυτή τη συλλογή κάποια στιγμή στοχάζεται πάνω στο σημείο εκείνο που το νερό συναντάει τη γη και στην έννοια της παρυφής. Σκέφτεται αυτό ακριβώς το σημείο ως την ίδια την άκρη του κόσμου (the very edge of the world). Πολλά από τα έργα της έκθεσης, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, αναφέρονται στην έννοια της παρυφής. Η H.D. αποτυπώνει το σημείο αυτό που το νερό συναντά τη γη σαν κάτι το οποίο είναι και γόνιμο, δηλαδή γεννά όμορφα πράγματα. Η συλλογή, για παράδειγμα, είναι χωρισμένη σε ένα μεγάλο βαθμό σε ποιήματα που παίρνουν τον τίτλο τους από διάφορα λουλούδια που φυτρώνουν στην άμμο. Υπάρχει ένα ποίημα που λέγεται sea rose, ένα άλλο λέγεται sea iris… Μας ενδιέφερε όμως το σημείο της ακτής και ως τόπος βίας, μια θεματική κατεύθυνση που αναπτύσσουμε περισσότερο μέσα από το δημόσιο πρόγραμμα με τίτλο I even lost my shadow που φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της μετανάστευσης.

Και αυτές οι άλλες παράμετροι, ποιες είναι;
Δανάη Γιαννόγλου: Ο τρόπος που αποδώσαμε τον τίτλο στα ελληνικά αποτελεί μια ερώτηση που μας θέτουν συχνά: Γιατί στα ελληνικά η έκθεση δεν λέγεται Θαλασσόκηπος και λέγεται Θαλασσόκαμπος; Ο θαλασσόκηπος για εμάς φάνταζε ένα παγιωμένο δίπολο ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και στην τεχνητή, ανθρώπινη δημιουργία καθώς η θάλασσα είναι μια φυσική συνθήκη και ο κήπος μια κατασκευή. Ο τόπος του θαλασσόκαμπου είναι πιο οριακός, μας περιλαμβάνει όλους από την ίδια πλευρά και όχι απέναντι, ο άνθρωπος δεν υπάρχει κάπου έξω, μακριά από το φυσικό περιβάλλον. Μέσα από την εικόνα αυτού του θαλασσινού κάμπου κοιτάμε τη συνύπαρξη, τα βαθιά σημάδια της ανθρώπινης παρέμβασης, την εναλλαγή μεταξύ συνθηκών ξηρότητας και υδατότητας.
Ποιος ήταν ο τρόπος εργασίας σας;
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Αυτή η έκθεση είναι μέρος μιας μεγαλύτερης έρευνας που η Δανάη και εγώ δουλεύουμε εδώ και αρκετό διάστημα, γύρω από την Γερμανίδα καλλιτέχνιδα Margaret Raspé (1933-2023) και ειδικά το έργο που ανέπτυξε γύρω, και για, την Ελλάδα. Στην πορεία της καριέρας της ασχολήθηκε με ζητήματα φύσης και οικολογίας, με ιδιαίτερη προσοχή στην παράμετρο της ενέργειας και της ύλης, αλλά και με το θέμα του φύλου. Είχε μία εξοχική κατοικία στην Κάρπαθο, στην οποία και έμαθε πολλές από τις τεχνικές που υιοθέτησε για δεκαετίες. Μία από αυτές ήταν μια μακρόχρονη ενασχόληση με το μαλλί, που έμαθε να διαχειρίζεται χάρη στις γυναίκες της Καρπάθου που το έπλεναν στα νερά της θάλασσας. Η έκθεση στο ΕΜΣΤ ξεκινάει από αυτή την συνεργατική έρευνα φέρνοντας τη σε διάλογο τόσο με σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές όσο και με τη συλλογή του μουσείου.

Είναι μια μελέτη δηλαδή που κάνετε καιρό.
Δανάη Γιαννόγλου: Ναι, είναι μια μελέτη που κάνουμε καιρό και η οποία θα έχει και συνέχεια. Με την Κυβέλη το περασμένο καλοκαίρι λάβαμε ένα από τα grants της ARTWORKS ακριβώς για αυτή την έρευνα και αυτό θα οδηγήσει σε μια ακόμα έκθεση που θα κάνουμε στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης τον Μάιο. Εκείνη η έκθεση θα εντρυφήσει παραπάνω στο ίδιο το έργο της Margaret Raspé, που στο Θαλασσόκαμπο έρχεται περισσότερο σε διάλογο και με άλλες πρακτικές. Στο ΙΣΕΤ ναι μεν θα παρουσιαστούν και δύο σύγχρονες καλλιτέχνιδες, αλλά θα κοιτάξουμε και λίγο πιο εις βάθος την πρακτική της Raspé στην Κάρπαθο.
Για την έκθεση Θαλασσόκαμπος υπήρξε σημαντική αφετηρία για εμάς ο διάλογος στον οποίο τέθηκε η Raspé με την Αθηνά Τάχα, που είναι η μία από τις δύο καλλιτέχνιδες από τη συλλογή του ΕΜΣΤ. Παρότι δεν έχουν γνωριστεί ποτέ απ’ όσο ξέρουμε και δεν έχει καμία σχέση η μία με την άλλη, έχουν πρακτικές που με έναν ιδιαίτερο τρόπο είναι πολύ συγγενείς. Οι δύο αυτές καλλιτέχνιδες έχουν και ένα ακόμα κοινό στοιχείο. Η Αθηνά Τάχα είναι Ελληνίδα, η οποία όμως από πολύ νεαρή ηλικία δεν ζει στην Ελλάδα και η Margaret Raspé δεν είναι Ελληνίδα αλλά περνούσε πολύ χρόνο στην Ελλάδα. Έτσι και οι δύο κοιτάνε το ελληνικό και το μεσογειακό τοπίο, αλλά την ίδια στιγμή με μία ματιά ελαφρώς εξωτερική. Η Τάχα δουλεύει πάρα πολύ με τα φυσικά υλικά, τα θεωρεί τα ίδια γλυπτά και τα δύο έργα της συλλογής που έχουμε επιλέξει εμείς, αντικατοπτρίζουν αυτό το στοιχείο. Αποτελούνται από φυσικά υλικά, όπως πεταλίδες που μαζεύει στην Ελλάδα, χαλίκια, πέτρες, καρπούς. Φέρνει το μεσογειακό τοπίο μέσα στη δουλειά της με τρόπο πολύ χειροπιαστό.

Δεν είναι φοβερό αυτό το πράγμα που κάνετε στη δουλειά σας ως επιμελήτριες; Φέρνετε σε διάλογο καλλιτέχνες που μπορεί να μην ήταν ούτε καν στην ίδια εποχή, ούτε καν είχαν γνωριστεί ποτέ.
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Η σύνδεση μεταξύ της πρακτικής της Raspé και της Τάχα ήταν πράγματι μία από τις γόνιμες συνδέσεις που μας φανέρωσε η επιμελητική μας έρευνα. Μας επέτρεψε μια σύνδεση ιστοριογραφική. Η Τάχα και η Raspé, αν και καμία από τις δύο δεν έχει ερμηνευτεί μέσα από αυτήν την ταμπέλα, προσεγγίζουν την κατηγορία αυτού που ονομάζουμε οικοφεμινισμό, το πώς η βία προς το περιβάλλον και η βία προς το γυναικείο σώμα προκύπτουν μέσα από παρόμοιους μηχανισμούς. Πρόκειται για έναν όρο ο οποίος είναι και της γενιάς τους. Προτείνεται το 1977 για πρώτη φορά από τη Γαλλίδα φιλόσοφο Françoise d’Eaubonne, που είναι ακριβώς η περίοδος που ξεκινάει και η Τάχα και η Raspé να χρησιμοποιούν φυσικά υλικά στην πρακτική τους. Αν και η ίδια η Raspé δεν ήθελε καθόλου να μπαίνει σε ετικέτες φεμινισμού ή φεμινιστικής καλλιτεχνικής πρακτικής και οι δύο αναπτύσσουν πρακτικές που θα μπορούσαμε σήμερα, με την απόσταση σχεδόν σαράντα χρόνων, να αποκαλέσουμε οικοφεμινιστικές. Μας ενδιαφέρει να σκεφτούμε τι μπορεί να σημαίνει ο οικοφεμινισμός στην τέχνη στο μεσογειακό γεωπολιτικό πλαίσιο. Είναι κάτι που δεν έχει ακόμη αρθρωθεί θεωρητικά και ιστοριογραφικά και ελπίζουμε η έκθεση και η έρευνά μας να εκκινήσει μια τέτοια συζήτηση.
Οι προβληματισμοί δηλαδή της οικολογίας και ακόμη και του μεταναστευτικού που είπες κιόλας, θα τους απαντήσω εγώ ως επισκέπτης μέσα ή θέλει μια δεύτερη ανάγνωση;
Δανάη Γιαννόγλου: Ευχόμαστε η έκθεση να δημιουργήσει χώρο για απαντήσεις σε προσωπικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Στο επιμελητικό κείμενο γράφουμε πως ‘τα τοπία θέτουν ερωτήσεις και συνάμα αποκρίνονται’. Θα θέλαμε να είναι τέτοια και η λειτουργία της έκθεσης.

Μια συμβουλή για εμένα τον επισκέπτη ώστε να ζήσω πιο καλά την εμπειρία αυτής της έκθεσης, ποια θα ήταν;
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Κεντρικός άξονας όλων των έργων είναι η σχέση που αναπτύσσουν με την υλικότητά του τοπίου. Αυτή η ενασχόληση με τη φύση ως ύλη εμφανίζεται ξεκάθαρα στο έργο της Catriona Gallagher, Βρετανίδα κινηματογραφίστρια και καλλιτέχνιδα με έδρα την Αθήνα. Συνεργαστήκαμε σε μια νέα παραγωγή έργου γύρω από τη Σπαρόζα, έναν ξηρό κήπο στην Παιανία που ιδρύθηκε στη δεκαετία του ’60, από την Jaqueline Tyrwhitt, πολεοδόμο, καθηγήτρια πανεπιστημίου και στενή συνεργάτιδα του Δοξιάδη. Ο κήπος συνεχίζει να καλλιεργείται σήμερα. Η Tyrwhitt προσπάθησε να αναλογιστεί το πώς μπορούμε να ζούμε πιο αρμονικά με το κλίμα του τόπου μας, όπως για παράδειγμα το ξηρό κλίμα της Μεσογείου. Η Gallagher είναι εθελόντρια στη Σπαρόζα και μέλος της ομάδας γυναικών που φροντίζουν τον κήπο.
Δανάη Γιαννόγλου: Ο κήπος εδώ και μερικά χρόνια ανήκει στο Εθνικό Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας και απ’ όσο ξέρουμε μπορεί σε κάποια χρόνια να γίνει επισήμως επισκέψιμος. Αυτή τη στιγμή όμως λειτουργεί μόνο για τους εθελοντές του, για τα μέλη του κήπου δηλαδή.
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Η Gallagher δουλεύει με τη συλλογή φωτογραφιών του κήπου και η ταινία που ετοιμάζει, γυρισμένη σε 16 mm, χρησιμοποιεί κάποια από τα φυτά στη διαδικασία εμφάνισης του φιλμ. Εδώ έχουμε άλλο ένα μεστό παράδειγμα για το πώς τα φυσικά υλικά χρησιμοποιούνται στη δημιουργία του ίδιου του έργου. Μία ακόμη περίπτωση είναι οι φωτογραφίες της σουρεαλίστριας φωτογράφου Claude Cahun. Η Cahun μετατρέπει την παραλία σε σκηνικό, και από τη δεκαετία του ’30 μέχρι το ’50 δημιουργεί μια σειρά φωτογραφιών στις οποίες φοράει διάφορα αντικείμενα που συλλέγει στις παραλίες του Jersey Island που βρίσκεται μεταξύ Γαλλίας, απέναντι από τη Νορμανδία, και Αγγλίας. Η Cahun ενδύεται την ίδια τη φύση, καλύπτοντας το σώμα της με φύκια, κρύβοντάς το μέσα σε βράχους. Προσεγγίζει το παράκτιο τοπίο ως κάτι που παρέχει προστασία σε ευάλωτα σώματα, όπως το δικός της.


Δανάη Γιαννόγλου: Στην έκθεση περιλαμβάνεται επίσης το έργο της Ντόρας Οικονόμου, το οποίο από τη φύση του είναι ένα έργο που κάθε φορά που παρουσιάζεται αλλάζει για να προσαρμοστεί στον εκάστοτε χώρο. Ονομάζεται Hosts and Parasites. Το εικαστικό λεξιλόγιο της Οικονόμου διαμορφώνεται από τα ταξίδια της και σε ένα από αυτά τα ταξίδια στο Ρίο ντε Τζανέιρο συγκεκριμένα, αρχίζει να σκέφτεται έντονα την έννοια του παρασίτου και του ξενιστή. Στο Ρίο οι ορχιδέες καλύπτουν παρασιτικά ολόκληρα δέντρα, αποτελούν όμως μεγάλο πόλο έλξης για τους επισκέπτες της πόλης. Έτσι τα δέντρα φροντίζονται ολοένα και περισσότερο ώστε οι ορχιδέες να συνεχίσουν να ανθίζουν. Είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία ενός παρασιτικού οργανισμού, ο οποίος με έναν τρόπο έχει προστατεύσει τον ξενιστή του. Με την αφετηρία αυτής της σκέψης η Οικονόμου, η οποία συχνά στο έργο της δανείζεται οργανικές φόρμες, μιμείται τέτοιες παρασιτικές μορφές λουλουδιών και φυτών. Η εγκατάσταση αποτελείται από σκοινιά που πηγαίνουν από τοίχο σε τοίχο στον εκθεσιακό χώρο και από αυτά κρέμονται τα μάλλινα κατά κύριο λόγο γλυπτά. Η εικόνα παραπέμπει στα καλώδια, τα οποία διατρέχουν τα τοπία επαρχιακά και αστικά και συχνά μαζεύουν σκουπίδια ή φυλλώματα και γίνονται έτσι μια άλλη παρασιτική εικόνα του ίδιου του τοπίου. Τελικά ποιος φιλοξενεί και ποιους φιλοξενείτε και πόσο αυστηρό είναι το δίπολο ωφελούμενου και θύματος; Τέτοιες ιδέες τίθενται υπό αμφισβήτηση στο έργο της Οικονόμου, και τίθενται υπό αμφισβήτηση και από την ίδια τη φύση.
Επίσης από τη συλλογή του ΕΜΣΤ παρουσιάζουμε μια φωτογραφία της Ana Mendieta, η οποία εντάσσεται σε μια μεγαλύτερη σειρά έργων της, η οποία συνδέεται πολύ έντονα με κάτι που ανέφερε αρκετά νωρίτερα η Κυβέλη σχετικά με τον παραλληλισμό της βίας απέναντι στη φύση και απέναντι στο γυναικείο κορμί. Η Ana Mendieta σε αυτή τη σειρά που ονομάζεται Silueta, αποτυπώνει γυναικείες μορφές μέσα στο φυσικό τοπίο, είτε σε χώμα, είτε σε νερό, είτε σε λάσπη και αυτά τα αποτυπώματα κατευθείαν τα καταστρέφει, αφήνοντας το ίχνος αυτής της καταστροφής. Στην προκειμένη περίπτωση η φωτογραφία που έχουμε εμείς είναι μια αποτύπωση του γυναικείου κορμιού σε λάσπη στις παρυφές ενός ποταμού, στο οποίο βάζει φωτιά. Τη στιγμή που έχει καεί η φιγούρα, αναβλύζει μια φόρμα που μοιάζει με ηφαίστειο πια. Στην προκειμένη περίπτωση η καταστροφή προκύπτει από τη φωτιά, ενώ σε άλλες εικόνες τις σειράς προκύπτει από το νερό ή άλλα φυσικά στοιχεία. Η Mendieta είναι κατεξοχήν μια καλλιτέχνιδα που ασχολείται με τη βία κατά του γυναικείου σώματος, συχνά μέσα και από το ίδιο το πρίσμα της φύσης.

Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Η Mendieta μας βοηθά να σκεφτούμε το τοπίο όχι μόνο σαν κάτι το οποίο χάνεται και απειλείται, αλλά και ως κάτι που λειτουργεί ως καταφύγιο για το ίδιο το σώμα. Παρομοίως, η ασπίδα από πεταλίδες της Αθηνάς Τάχα στο έργο της Thymari Dives (shield with limpets) (2000), λειτουργεί προστατευτικά για τα γυναικεία σώματα που τη χρησιμοποιούν. Η Τάχα δημιούργησε το συγκεκριμένο αντικείμενο σκεπτόμενη τα σώματα φίλων της που νοσούν. Το γυναικείο σώμα αποκτά ασαφή όρια στην εικαστική της γλώσσα και τα κοχύλια που συλλέγει σε παραλίες στην Ελλάδα γίνονται προέκτασή του.
Σκεφτόμουνα τώρα ότι παράσιτα είμαστε στον κάμπο της γης και ακόμα και σε κοινωνικές μας εκφάνσεις, αλλά τελικά είναι το καταφύγιο μας, ο περιβάλλοντας χώρος μας, η φύση, τα κορμιά μας.
Δανάη Γιαννόγλου: Ακριβώς και για να συνεχίσω αυτό που λέει η Κυβέλη σχετικά με την καταστροφή της φύσης και του περιβάλλοντος, αυτή η συνθήκη εμπεριέχει και μια πολύ πιο σιωπηλή και αόρατη βία, η οποία φτάνει σε σημεία που δεν μπορούμε συχνά ακόμη και να φανταστούμε. Η φύση εργαλειοποιείται στα ανθρώπινα χέρια προκειμένου να συγκαλύψει, προκειμένου να καταδείξει, προκειμένου να εξαλείψει.

Εσείς θα ήσασταν ευχαριστημένες αν οι επισκέπτες φεύγανε με ποια σκέψη. Πάντα οι επιμελητές θέλουν να μας κατευθύνουν άτυπα κάπου. Τι θα σας ικανοποιούσε βγαίνοντας ο επισκέπτης να πάρει μαζί του από αυτή τη δουλειά σας τώρα;
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Δεν θέλουμε να επιβάλουμε μια μονολιθική ανάγνωση της έκθεσης και κυρίως θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα του «διδακτισμού». Θα επανέλθω στο ζήτημα της υλικότητας των έργων. Ελπίζω η υλικότητα να μιλήσει στις επισκέπτριες και στους επισκέπτες, ώστε να μεταδώσει μια αίσθηση για μια παράμετρο που δεν έχουμε ακόμα αναφέρει, αλλά διατρέχει την έκθεση: πώς τα έργα τελικά προσεγγίζουν το τοπίο, ειδικά το μεσογειακό τοπίο, μέσα από τη συνύπαρξη του υγρού και του ξηρού στοιχείου. Ξεκινήσαμε αυτή την κουβέντα μιλώντας για την έννοια της παρυφής μέσα από τα λόγια της ίδιας της H.D. για το σημείο εκείνο που η θάλασσα συναντά τη γη. Μας ενδιαφέρει το πώς οι συνθήκες πολύ έντονης ξηρότητας ή πολύ έντονης υδατότητας (που είμαι βέβαιη πως δεν υπάρχει αυτή η λέξη!) είναι από μόνες τους απειλητικές και αποτελούν δύο πόλους της σύγχρονης οικολογικής συνθήκης. Η ευάλωτη ισορροπία των δύο αυτών συνθηκών, από τη μία οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι πυρκαγιές, και από την άλλη οι πλημμύρες, αποτελεί τελικά και αυτό που απειλεί το μεσογειακό τοπίο, όπως το βιώνουμε και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Δανάη Γιαννόγλου: Θέλω να προσθέσω κάτι που το λέει συχνά ωραία η Κυβέλη, για αυτή την έννοια του τοπίου ως μια κατηγορία υπό πίεση. Δεν μιλάμε μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, μιλάμε για μια συνθήκη διαρκούς διεκδίκησης ισορροπίας, είτε αυτή είναι ανάμεσα στην υδατότητα και την ξηρότητα, είτε πιο ποιητικά, είναι εκείνο που αναρωτιέται η H.D. για το αν τα βράχια είναι το καταφύγιο των καραβιών ή εκείνα που προκαλούν τα ναυάγια. Είναι μια μόνιμη πάλη, η οποία εντείνεται διαρκώς και ψάχνουμε εκεί μέσα τους όρους της συνύπαρξης, μιας συνύπαρξης δραστικής και επιδραστικής όπως αυτή του νερού και της στεριάς.
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Συνεχίζοντας αυτές τις σκέψεις γύρω από το τοπίο ως κομβική κατηγορία της δυτικής τέχνης, κάτι άλλο που σκεφτόμασταν πολύ με τη Δανάη είναι το πώς το τοπίο στα έργα της έκθεσης δεν εμφανίζεται μέσα από την παράδοση της τοπιογραφίας. Δεν μιλάμε πια για αναπαράσταση. Μιλάμε για το πώς το ίδιο το τοπίο υλικά ενσωματώνεται στο έργο. Η μετάβαση από το τοπίο ως αναπαράσταση στο τοπίο ως υλικό, είναι ακόμα ένα σχόλιο που αρθρώνεται μέσα από τα έργα της έκθεσης, μια απάντηση σε αιώνες αναπαράστασης της φύσης μέσα από την απόσταση της προοπτικής.

Πώς φαντάζεστε το μέλλον της φύσης; Καταπιαστήκαμε με ένα έργο που διατρέχει τον χρόνο ουσιαστικά. Είμαστε τώρα στο 2025, σε μια πόλη που δεν θα έχει νερό, που είμαστε ασεβείς προς τη φύση και ακόμα και προς τη γυναίκα. Τι συμπεράσματα βγάζετε για το -δεν είναι απαραίτητο δυστοπικό- μέλλον, αλλά τι συμπεράσματα βγάλατε σε προσωπικό επίπεδο μέσα από τη μελέτη σας για αυτό το μέλλον που έρχεται να μας βρει;
Δανάη Γιαννόγλου: Προσωπικά μιλώντας, κάτι που έχει μείνει πολύ μαζί μου μέσα και από τη διαδικασία αυτής της έκθεση και έρευνας είναι η συνεχής υπενθύμιση της πολυπλοκότητας της κατάστασης και μιας ανάγκης τα πράγματα να τα αντιλαμβανόμαστε λίγο πιο σφαιρικά, ως αλυσίδες. Χρησιμοποιούμε το δίπολο της ξηρότητας και της υδατότητας, αλλά θα έλεγα με τρόπο ‘ανοιχτό’. Κάπου μέσα στη διαδικασία έρευνας η μεταφορά της παρυφής έπαψε για μένα να είναι ακριβώς μεταφορά και απέκτησε την υπόσταση μιας χειροπιαστής συνθήκης. Σκέφτομαι το σημείο που το νερό συναντά τη γη ούτε ως νερό, ούτε ως γη, αλλά σαν κάτι άλλο, σαν κάτι που πρέπει να το ανοίξουμε λίγο, να το κατανοήσουμε μέσα στο εφήμερό του και να το κατοικήσουμε.
Κυβέλη Μαυροκορδοπούλου: Θα απαντήσω κάπως αυθόρμητα. Είναι κάτι που σκέφτομαι αρκετά, ως κάποιος που επισκέπτεται εκθέσεις σύγχρονης τέχνης τακτικά. Έχει μεγάλη αξία το ότι μας δόθηκε η ευκαιρία να καταπιαστούμε με μια μουσειακή συλλογή, και με έργα τα οποία δεν είναι αμιγώς σύγχρονα. Πολλά από τα πράγματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, όπως οι αντίξοες οικολογικές συνθήκες λόγω ανθρωπογενών δραστηριοτήτων και η μεταμόρφωση των φυσικών τοπίων, ενδιαφέρουν όλο και περισσότερο σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές αλλά ταυτόχρονα απασχολούν την καλλιτεχνική δημιουργία από το 19ο αιώνα. Χρειάζεται η ιστορικοποίηση του παρόντος. Η επιμέλεια εκθέσεων προσφέρει μεθοδολογικά εργαλεία « αναπλαισίωσης » και άρα, ευελπιστώ, και νέες ερμηνείες έργων και αφηγήσεων του παρελθόντος που εξασκούν το βλέμμα μας ιστορικά ώστε να μπορούμε να δούμε πιο καθαρά αυτό μας συμβαίνει σήμερα.

