Bγήκαν στο Netflix τις τελευταίες ημέρες του 2025 δυο ντοκιμαντέρ που αφορούν τον αμερικάνικο Τύπο και είναι η συγκυρία τέτοια που δεν γίνεται να τα εξετάσεις αυτόνομα, δεν γίνεται να μην τα δεις σε σχέση με τον τρόπο που έκαναν ποδαρικό οι ΗΠΑ στο 2026, με την επέμβαση στη Βενεζουέλα και τις ευθείες απειλές για επικείμενες παρόμοιες ενέργειες σε μια σειρά από άλλα κράτη και περιοχές. Το πρώτο, το «Συγκάλυψη: μυστικά και σκάνδαλα» (“Cover-Up”), καταπιάνεται με το έργο ενός κορυφαίου ερευνητή δημοσιογράφου, που είχε σειρά σημαντικών αποκαλύψεων από τη δεκαετία του 1970 και μετά, του Σίμουρ Χερς, το δεύτερο, το «The Νew Yorker: 100 χρόνια», είναι αφιερωμένο σε ένα από τα πιο εμβληματικά περιοδικά παγκοσμίως το “Νew Yorker”, το οποίο, όπως λέει κι ο τίτλος του, έκλεισε 100 χρόνια ζωής. Και τα δύο έχουν βραβευμένες σκηνοθετικές υπογραφές. Το “Cover-Up” της Λόρα Πόιτρας, στη φιλμογραφία της οποίας θα βρούμε ντοκιμαντέρ όπως το “Citizenfour” για τον Έντουαρντ Σνόουντεν, για το οποίο πήρε το όσκαρ ντοκιμαντέρ του 2014, ή το «Όλη η Ομορφιά και η Αιματοχυσία», για τη φωτογράφο και ακτιβίστρια Ναν Γκόλντιν, για το οποίο βραβεύτηκε με Χρυσό Λέοντα στη Βενετία το 2022. Το ντοκιμαντέρ για το Νew Yorker το σκηνοθετεί ο Μάρσαλ Κάρι, που το 2019 πήρε επίσης όσκαρ για την πολύ ενδιαφέρουσα μικρού μήκους ταινία του “The Neighbor’s Window” (μπορείτε να τη δείτε εδώ). 

Μερικοί από τους σημαντικότερους σταθμούς στην καριέρα του Χερς, στους οποίους δίνει έμφαση και το “Cover-Up”, ήταν η έρευνα και η αποκάλυψη της σφαγής αμάχων από τον αμερικανικό στρατό στο Μι Λάι στον πόλεμο του Βιετνάμ, καθώς και τα βασανιστήρια και ο εξευτελισμός κρατουμένων στη φυλακή του Άμπου Γκράιμπ στο Ιράκ. To “Cover-Up” λοιπόν μπορεί ανάμεσα στα άλλα να λειτουργήσει και σαν μια ακόμα υπενθύμιση πως αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει τώρα στη δεύτερη θητεία Τραμπ, όσο καινούργιο κι αν φαίνεται και όσο καινούργιο σε μεγάλο βαθμό κι αν είναι, μόνο από το ιστορικό πουθενά δεν έχει έρθει και μόνο η εξαίρεση δεν είναι σε έναν δήθεν κανόνα νομιμότητας της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής. Ούτε έγιναν τώρα με τον Τραμπ οι ΗΠΑ ιμπεριαλιστική δύναμη, ούτε τώρα ανακάλυψαν το μπούλινγκ, το δίκαιο της ισχύος και τις ωμές επεμβάσεις σε άλλες χώρες με φτηνές δικαιολογίες.

Ενδεχομένως στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ ο Τραμπ να είναι κάτι παραπάνω από την επόμενη πίστα, ενδεχομένως στην εσωτερική πολιτική να αλλάζει τελείως τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού, σε βαθμό αποσυναρμολόγησης του βασικού τρόπου λειτουργίας του, αλλά στην εξωτερική πολιτική αυτό είναι: η επόμενη πίστα. Μια επόμενη πίστα στην οποία όλα χάνουν κάθε πρόσχημα και όλα -είτε είναι αλλοπρόσαλλα και χαοτικά, είτε υπακούν σε συνολικές στρατηγικές- μετατρέπουν το δίκαιο της ισχύος και την επιβολή του νόμου του στρατιωτικά δυνατότερου (ή πάντως του πιο αδίστακτου) σε επίσημο δόγμα, απελευθερωμένο από οποιοδήποτε αξιακό καμουφλάζ. Επόμενη λοιπόν πίστα μεν, αλλά επόμενη πίστα με τις πιο απρόβλεπτες συνέπειες, όχι μόνο σε γεωπολιτικό επίπεδο, αλλά και σε ένα επίπεδο αφήγησης και συγκρότησης του κόσμου στον οποίο ζούμε. Δεν υπάρχουν κανόνες στους οποίους όλοι οφείλουμε να υπακούμε. Οι κανόνες είμαι εγώ και η ισχύς μου. Δεν υπάρχει κανένα δίκαιο να με δεσμεύει, αν μπορώ να επιβληθώ με τη βία, θα επιβληθώ και θα πανηγυρίσω. 

Και δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς σε επίσημο πολιτικό επίπεδο να σταθεί απέναντι σε μια τέτοια ωμή επίδειξη δύναμης, στη χώρα μας όμως φοβάμαι ότι προλάβαμε να δούμε ταυτόχρονα δύο στάσεις: αφενός τη στάση εκείνων που τη βρίσκουν ευθέως με την επιβολή της ισχύος και ερεθίζονται δι’ αντανακλάσεως τώρα που εκείνο που ιδεολογικά πρεσβεύουν γίνεται η επικρατούσα παγκοσμίως ιδεολογική γραμμή και αφετέρου τη στάση εκείνων που παραδίδουν μαθήματα δουλοπρέπειας και γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως. Και οι δύο πάντως στάσεις συγκλίνουν σε μια κοινή γραμμή κολαούζων και χειροκροτητών.

Μολονότι το “Cover-Up” δεν εστιάζει εκεί, ωστόσο η Πόιτρας και ο συν-σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ Μαρκ Ομπενχάουζ θα δώσουν λίγο χώρο, καταγράφοντας μια τηλεφωνική συνομιλία του Χερς με μια πηγή του, που του τηλεφωνεί έχοντας μόλις γυρίσει από τη Γάζα. Θα την ακούσουμε να του λέει ότι στη Γάζα ενώθηκαν το παρελθόν με το μέλλον και κατέρρευσαν από κοινού. Ότι τα παιδιά δεν ήταν παράπλευρες απώλειες αλλά σημαδεύονταν συστηματικά από drones. Ότι η ίδια δεν έχει την πολυτέλεια να πάψει να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, γιατί είναι καθημερινά σε επαφή με αγαπημένους ανθρώπους που κινδυνεύουν. Και το να έπαυε να πιστεύει, συμφιλιωμένη με τον κυνισμό της πραγματικότητας, θα σήμαινε ότι τους εγκαταλείπει. 

Μεγάλη διαφορά ο Χερς έκανε και με τη δουλειά του πάνω στο Watergate, εργαζόμενος εκείνη την περίοδο στους New York Times (όπου συνέχισε την έρευνα των Γούντγουορντ – Μπέρνστιν στην Washington Post, η οποία εν πολλοίς έχει αποτυπωθεί στην ταινία σταθμό «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» του Άλαν Τζ. Πάκουλα με τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τον Ντάστιν Χόφμαν). Κι όλα αυτά, όσο κι αν σε κάνουν να βγάζεις το καπέλο σε συγκεκριμένους δημοσιογράφους, το ζήτημα με τις συγκρίσεις με τη χώρα μας και τα δικά της πρόσφατα σκάνδαλα υποκλοπών είναι μάλλον λιγότερο ζήτημα έλλειψης ανάλογων δημοσιογράφων, και περισσότερο ανάγεται στο ότι η έρευνα που έκαναν στηριζόταν από εφημερίδες – κολοσσούς, που την πήγαν και ως το τέλος κι όχι για να κάνουν αλισβερίσια και να παίξουν παιχνίδια αλληλοεκβιασμών και εξουσίας. 

Από την άλλη βέβαια, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του “Cover-Up” είναι ότι -τουλάχιστον βάσει των λεγομένων του Χερς και της δικής του αντίληψης των πραγμάτων- όσο η έρευνά του αφορούσε την πολιτική εξουσία, όσο ψηλά κι αν έφτανε, απολάμβανε δημοσιογραφική ελευθερία. Όταν αργότερα αποφάσισε να ασχοληθεί με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους το κλίμα στην εφημερίδα άλλαξε: λίγο ο φόβος των αγωγών, λίγο η διαπλοκή των οικονομικών συμφερόντων, λίγο οι χαριστικές ενδοεταιρικές πρακτικές στη γκρίζα ζώνη της νομιμότητας που είδε να λαμβάνουν χώρα και στους δικούς του προϊσταμένους στους Νew York Times. Παραιτήθηκε.

O Χερς έχει συνεργαστεί και με το New Yorker και μάλιστα, όταν το 2004 η Πόιτρας του πρωτοέκανε πρόταση για να γυρίσει ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, εκεί δούλευε. Τι μπορούμε να πούμε λοιπόν για το New Yorker, αυτό το μίγμα δημοσιογραφικού – λογοτεχνικού – πολιτιστικού περιοδικού που γιορτάζει τη γραφή και εξακολουθεί και πάει περίφημα 100 χρόνια μετά την ίδρυσή του και σε μια περίοδο που οι έντυπες εκδόσεις έχουν δει τον ψηφιακό κόσμο να τις σαρώνει; Ότι είναι το άλλο πρόσωπο των ΗΠΑ, ένα πρόσωπο στο οποίο θες να καθρεφτίζεσαι, ακόμα κι αν δεν το διαβάζεις; Μα δεν χρειάζεται καν να πάμε τόσο μακριά, υπάρχουν και ακόμα πιο λαϊκές συνδέσεις ως και ταυτίσεις όλων ημών των μη Αμερικάνων με τους Αμερικάνους. Υπάρχει το σινεμά, υπάρχουν οι σειρές, υπάρχει η πιο ποπ κουλτούρα.

Παράλληλα με την αναμφισβήτητη Αμερική του ιμπεριαλισμού, υπήρξε και υπάρχει η εξίσου και περισσότερο αναμφισβήτητη επίδραση της Αμερικής που μας έκανε δικούς της πέρα ως πέρα. Μας κέρδισε, μας άλωσε, μας σκλάβωσε με την καλύτερη έννοια του όρου. Κι ίσως μαζί και με τη χειρότερη. Βυθιστήκαμε ολόκληροι στη φάση της, καταναλώνοντας τις ιστορίες της, τους μύθους τους, τους εφιάλτες και τα όνειρά της. Αποίκισε το μυαλό μας και την καρδιά μας. Έγινε το σημείο αναφοράς μας, το comfort zone μας, το φαντασιακό μας σπίτι. Λίγες δεκαετίες πριν ο κόσμος διαδήλωνε στους δρόμους με συνθήματα «Φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι» και μετά πήγαινε και έβλεπε αμερικάνικες ταινίες και σειρές με φονιάδες. Το Βιετνάμ μας έδωσε μερικά κινηματογραφικά αριστουργήματα. Το Ιράκ όχι και τόσο. Οι καιροί άλλαζαν και αλλάζουν. Τώρα ο Τραμπ. Οι πολιτικές του. Τα λόγια του. Οι αναρτήσεις του. Τα βιντεάκια του.

Σε συνέντευξή της στο ελculture πριν λίγο καιρό, η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη μας έλεγε: «Tο πιο ενδιαφέρον και ίσως το πιο τρομακτικό είναι πως πρόκειται για κάτι φοβερά performative. Αυτή η παραστατικότητα της εξουσίας. Γιατί ο πλανητάρχης αυτός στην ουσία κάνει ένα σόου. Αυτός ο ναρκισσισμός δηλαδή της καθημερινής παράστασης που δίνει, είναι για μένα το πιο επικίνδυνο. Κάτι το οποίο μέσα στη γενική κατανάλωση του θεάματος εκλαμβάνεται ως θετικό, προβάλλεται ως θετικό. Δηλαδή έχει την ίδια αξία και δημοτικότητα με ένα τικ τοκ με εκατομμύρια φόλουερς. Αυτή η εξίσωση του θεάματος της εξουσίας και του θεάματος των σόσιαλ μίντια, το οποίο είναι το αντίθετο στην ουσία».