Το νέο πολιτιστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Potential Project που αποτελείται από τον Δημήτρη Γεωργακόπουλο (εικαστικός), τον Βασίλη Νάση (διαχειριστής πολιτιστικής & κοινωνικής εκπαίδευσης) και τους συνεργάτες τους, με τίτλο «Σύγχρονη Τέχνη & Δημόσιος χώρος» βασισμένο σε μια ιδέα του Δημήτρη Γεωργακόπουλου πραγματοποιήθηκε το φθινόπωρο του 2024 με την οικονομική υποστήριξη του ΥΠΠΟΑ. Τα δημόσια δημοτικά σχολεία που συνεργάστηκαν (85ο στο Βοτανικό, 54ο στην Πλατεία Βάθης και 28ο στο Πεδίον του Άρεος) είναι σχολεία που βρίσκονται σε υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας με έντονο ιστορικό αποτύπωμα και πολυπολιτισμικό πληθυσμό.
Στόχος του εργαστηρίου ήταν η ευαισθητοποίηση των παιδιών σε σχέση με τον Δημόσιο χώρο και πιο ειδικά στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα παιδιά με τη γειτονιά τους. Οι προσκεκλημένοι του προγράμματος Counterpublics (Γιώργος Παπαδάτος, Κωνσταντίνα Θεοδώρου), Collectif MASI (Μαντλέν Ανηψητάκη, Simon Riedler) και ο Κώστας Μπασάνος με τη βοήθεια της ομάδας του Potential Project δούλεψαν μαζί με τα παιδιά για πέντε εβδομάδες και στο τέλος πραγματοποίησαν μαζί τους δημόσιες δράσεις στις γειτονιές που βρίσκονται γύρω από τα σχολεία.
Εμείς μιλήσαμε με τους προσκεκλημένους – καλλιτέχνες του προγράμματος για το πολιτιστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Σύγχρονη Τέχνη & Δημόσιος χώρος», την εμπειρία τους, τα έργα που δημιούργησαν με τα παιδιά και την ανταπόκρισή τους. Μοιράστηκαν όλα όσα δεν θα ξεχάσουν μαζί με τις σκέψεις τους για τη δύναμη της σύγχρονης τέχνης κυρίως στον δημόσιο χώρο:
Collectif MASI (Μαντλέν Ανηψητάκη & Simon Riedler)

«”Ο απρόσμενος κήπος” είναι ένα έργο εμπνευσμένο και εκτελεσμένο από τα παιδιά με την καθοδήγησή μας. Την πρώτη φορά που πλησιάσαμε το σχολείο είδαμε τον Θανάση να προσπαθεί να περάσει το χέρι του από τα κάγκελα που χωρίζουν το σχολείο με τον βοτανικό κήπο της Γεωπονικής Σχολής για να αγγίξει το κέλυφος μιας χελώνας. Τότε η ιδέα ήρθε αβίαστα. Πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτό το όριο, ενώ δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτόν τον κήπο; Ξεκινήσαμε με την παρατήρηση του κήπου από το παράθυρο της τάξης. Οι μαθητές παρατηρούσαν και έλεγαν δυνατά τι βλέπουν και τι φαντάζονται “Ένα κρεβάτι”, “Να κάνουμε μάθημα εκεί”, “Ένας δράκος”… Κατεβήκαμε στο προαύλιο, βγήκαμε στον δημόσιο χώρο και περπατήσαμε περιφερειακά δίπλα στα κάγκελα του σχολείου και του βοτανικού κήπου. Τα σιδερένια κάγκελα από κάποιο σημείο έγιναν πέτρινος τοίχος, χωρίς οπτική δυνατότητα, που γινόταν όλο και πιο ψηλός, συχνά και με άλλα στοιχεία (πεζούλια, πεζοδρόμια, δέντρα). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής εντοπίστηκαν 6 σημεία από τους μαθητές. Χωρίστηκαν σε 6 ομάδες και μελέτησαν πώς θα διαπεράσουν το όριο σε κάθε σημείο. Έτσι η πρόσβαση έγινε εφικτή με ένα «κοινωνικό γλυπτό», μία κινούμενη πλατφόρμα από σχολικά θρανία και καρέκλες που επέτρεπαν να ανέβεις και να δεις με πολλαπλούς τρόπους. Το άρμα αυτό φιλοξενούσε κιάλια, περισκόπια, μαριονέτες φανταστικών πλασμάτων με μακρούς σωλήνες που διαπερνούσαν τα κάγκελα και έμπαιναν στον κήπο, ένα μαύρο σεντόνι που καρφώθηκε στον πέτρινο τοίχο με μια τρύπα από την οποία έβγαινε μία υφασμάτινη παιδική φιγούρα και τέλος μια παντομίμα σχετική με τη νοητή διαπερατότητα του ορίου.
Βασικό εργαλείο για τη μελέτη της περφόρμανς ήταν ο εκτυπωμένος χάρτης της γειτονιάς του σχολείου τοποθετημένος στο πάτωμα της σχολικής αίθουσας. Σε αυτόν ανατρέχαμε για να δούμε τη διαδρομή, να τοποθετήσουμε πάνω της τα όρια αλλά και τις αφαιρετικές μακέτες των δράσεων γύρω από αυτά.
Η εμπειρία πιστεύουμε πως ήταν αμφίδρομα γενναιόδωρη! Εμείς δώσαμε στα παιδιά εμπιστοσύνη και εναύσματα κι αυτά εκφράστηκαν πολύτροπα. Συμβάλαμε στην υλοποίηση της δικής τους ιδέας δίνοντάς τους, όχι την κατεύθυνση αλλά μέσα, για να την εκφράσουν.

Η δύναμη της Σύγχρονης Τέχνης, ιδίως στον δημόσιο χώρο, ειδικά όταν γίνεται από παιδιά που αντιλαμβάνονται το δρώμενο ως παιχνίδι, μετατρέπεται σε γόνιμο πεδίο κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η ανταπόκριση των παιδιών ήταν ζεστή από την πρώτη στιγμή, σαν να αποζητούσαν μία αινιγματική παιγνιώδη προσέγγιση της «Σύγχρονης Τέχνης», ενώ την ίδια στιγμή κι εμείς αποζητούσαμε να μας την αποκαλύψουν. Την πρώτη μέρα που ρωτήθηκαν τα παιδιά για την Σύγχρονη Τέχνη, οι απαντήσεις τους ήταν ήδη αρκετά ανοιχτές, “ο χορός, το τραγούδι, η περφόρμανς, μια εγκατάσταση …”. Ελπίζουμε ότι η πρακτική μας στην κοινωνική γλυπτική, όπου ο θεατής γίνεται περφόρμερ και δεν υπάρχει εμφανές όριο μεταξύ τους, ενώ το βίωμα γίνεται συλλογικό, να τους έδωσε μία ακόμα πτυχή της Σύγχρονης Τέχνης. Τα παιδιά ήταν ευαισθητοποιημένα για τη σημασία του δημόσιου χώρου ήδη από το πρώτο εργαστήριο. Μας είπαν “Δεν προσέχουμε τον δημόσιο χώρο, όπως θα έπρεπε, όπως φροντίζουμε το σπίτι μας”.
Αυτό που ήταν καινούριο για τους μαθητές ήταν το πάντρεμα της σύγχρονης τέχνης και του δημόσιου χώρου. Βίωσαν μια συλλογική εμπειρία σταδιακά, από το παράθυρο της τάξης και το προαύλιο του σχολείου τους έως τον δημόσιο χώρο. Τα παιδιά είδαν μέσα από ένα άλλο πρίσμα το σχολείο τους και επαναπροσδιόρισαν το καθημερινό τους περιβάλλον. Είδαν με νέα ματιά την τάξη, το παράθυρο, το προαύλιο, και επιδίωξαν να διεισδύσουν στον κήπο που συνορεύει με το σχολείο. Μετέτρεψαν τα σχολικά έπιπλα σε ένα συλλογικό γλυπτό.
Η τέχνη αναδεικνύει ανάγκες, προβληματισμούς, απαξιώνει στερεότυπα, αποκαλύπτει νέες οπτικές, προκαλεί, αμφισβητεί. Οι μαθητές έβγαλαν τα θρανία εκτός σχολείου, ανέβηκαν πάνω τους και “μπήκανε” στον απρόσιτο κήπο απαντώντας στη δική τους ανάγκη για ελευθερία. Έθεσαν έναν προβληματισμό και απάντησαν καλλιτεχνικά. Είναι σημαντικό να μην βλέπουμε τη «Σύγχρονη τέχνη» και τον «Δημόσιο χώρο» ως περίπλοκες και ψυχρές έννοιες για τα παιδιά, αλλά να τους δώσουμε ερεθίσματα εξοικείωσης μέσα που τα ίδια τους τα βιώματα. Καθώς περπατούσαμε στη μέση του δρόμου, με τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα, η χαρά των παιδιών ήταν απέραντη. Ο Yusuf, σκαρφαλωμένος πάνω στο κυλιόμενο γλυπτό, απλωμένος σε ένα θρανίο με την πλάτη του σε μια καρέκλα χωρίς πόδια, είπε: “I’m so happy”.

Δεν θα ξεχάσουμε τη ζεστή φιλοξενία του σχολείου και της υποδιευθύντριάς του, Ράνιας Καραμούζα. Με τους συναδέλφους της είχαν δημιουργήσει ένα ευχάριστο σχολικό περιβάλλον με παιδιά ανοιχτά και φιλοπερίεργα. Αυτή η ανοιχτή αντίληψη των παιδιών θεωρούμε πως συνδέεται και με την πράσινη θέα του σχολείου ακόμα κι αν πολλές φορές παρεμβάλλονται κάγκελα. Δεν θα ξεχάσουμε τη χαρά των μαθητών όταν κατέβηκαν στον δρόμο με την κύλιση μιας πλατφόρμας από κομμένα και επανασυναρμολογημένα σχολικά θρανία και καρέκλες, πάνω στην οποία ανέβαιναν εναλλάξ. Δεν θα ξεχάσουμε την υπομονή της ομάδας Μαριονέτας-Δράκου που έκοβε και κόλλαγε εκατοντάδες μικρά γυαλιστερά χαρτιά, επινοώντας ταυτόχρονα την ιστορία του Δράκου. Δεν θα ξεχάσουμε το αίσθημα συλλογικότητας σε ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, την περιέργεια κάθε ομάδας για το έργο των υπολοίπων και την ευθύνη όλων για τη συνολική σύνθεση, για το τελικό αποτέλεσμα. Στο τέλος, μπήκαν όλοι σφιχτοδεμένοι σε ένα κύκλο και φώναξαν δυνατά “ΣΤ”. Δεν θα ξεχάσουμε την ανυπομονησία τους για να ανέβουν στο άρμα και να αναγνωρίσουν πίσω από τον τοίχο διάφορα αντικείμενα “μαξιλάρι, ρόδα, πορτοκάλια, μπουκάλια…”. Η αποκάλυψη αυτών των μπανάλ-καθημερινών πραγμάτων ανακοινώθηκαν ως μεγάλες ανακαλύψεις. Δεν θα ξεχάσουμε την ανερχόμενη αυτοπεποίθηση των μαθητών. Τίποτα δεν ήταν δεδομένο όταν δίναμε μια συμβουλή. Πολλές φορές άνοιγε μια συζήτηση για να καταλήξουμε κάπου αλλού. Οι μαθητές ήταν σε τέτοιο βαθμό μέσα σε αυτό που έκαναν, που θα εκφράζανε αυτό που οι ίδιοι θέλανε. Όταν τους αντιμετώπιζες ως μαθητές το παιχνίδι θόλωνε, όταν τους αντιμετώπιζες ως δημιουργούς, έπαιρναν την ευθύνη στα χέρια τους. Στο συντονισμό όλης της περφόρμανς συνέβαλλαν οι τρεις μαέστροι-μαθητές της τάξης αλλά και το κάθε παιδί ξεχωριστά. Δεν θα ξεχάσουμε την περηφάνια και τα αμήχανα γέλια των μαθητών, όταν έβλεπαν στο βίντεο τους εαυτούς τους και στους τίτλους τέλους τα ονόματά τους. Τέλος, κάτι που έγινε μεταγενέστερα, είναι πως μετά το πρότζεκτ, συμπτωματικά μάλλον, μπήκαν επιπλέον κάγκελα, καινούργια, φρεσκοβαμμένα, πάνω από τον πέτρινο τοίχο του βοτανικού κήπου. Ωστόσο σήμερα μπορούμε να πούμε πως όσα εμπόδια και αν προστίθενται τα παιδιά ξέρουν πλέον να τα προσπερνούν και να “ζουν” στον Κήπο τους».
Counterpublics (Γιώργος Παπαδάτος, Κωνσταντίνα Θεοδώρου)
«Το εργαστήριο ήταν για μας και τα παιδιά, μια εμπειρία συμμετοχικής εξερεύνησης του δημόσιου χώρου και του τρόπου που σχετιζόμαστε και δρούμε σε αυτόν. Βασισμένο στην καλλιτεχνική πρακτική του Counterpublics προσπαθήσουμε να μοιραστούμε τα εργαλεία και τις μεθόδους με τις οποίες δουλεύουμε, με αφετηρία πάντα τα in situ δεδομένα και αφήνοντας ανοιχτό το αποτέλεσμα. Στο πρώτο στάδιο, δημιουργήσαμε έναν τρισδιάστατο ψυχογεωγραφικό χάρτη-παιχνίδι, τα παιδιά συμμετείχαν σε μια συλλογική έρευνα, αποτυπώνοντας τη γειτονιά, τους κατοίκους της- ανθρώπους & ζώα, αγαπημένα σημεία, ανασύροντας προσωπικές και δημόσιες αφηγήσεις, προβάλλοντας επιθυμίες και τοποθετώντας τον εαυτό τους πάνω στον χάρτη, σε σχέση με αυτά. Στη συνέχεια, χωρισμένα σε ομάδες ανέλαβαν να οργανώσουν και να υλοποιήσουν 6 δράσεις στη διάρκεια μιας διαδρομής στη γειτονιά γύρω από το σχολείο, με θέματα που προέκυψαν από τη συζήτηση, όπως τα ζώα στον δημόσιο χώρο, το υπόγειο ποτάμι που τρέχει στη γειτονιά, τα εγκαταλειμμένα κτίρια, και διαφορετικές επιτελεστικές φόρμες. Παρόλο που το εργαστήριο ήταν πολύ πυκνά δομημένο, νοηματικά και σαν υλοποίηση, για μεγαλύτερους χρόνους, τα παιδιά όχι μόνο συνεργάστηκαν αλλά κατά κάποιο τρόπο υπέδειξαν και τις κατευθύνσεις των δράσεων και ήταν μια αμφίδρομη διαδικασία.


Καθώς κάθε παιδί έχει διαφορετικό υπόβαθρο και εξοικείωση με τις έννοιες της σύγχρονης τέχνης, θεωρήσαμε απαραίτητο να ξεκινήσουμε με μια εισαγωγή στο πώς κατανοούμε τον δημόσιο χώρο ως πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης και την πρακτικής μας μέσα σε αυτόν, που λαμβάνει υπόψη τις σχέσεις, τις δυναμικές, τα όρια της δράσης. Πολλά από αυτά δεν είχαν αρκετή οικειότητα με τη γειτονιά, είτε γιατί είχαν έρθει πρόσφατα, είτε λόγω της ιδιαιτερότητάς της, που παρότι μια από τις πιο ιστορικές συνοικίες του κέντρου, η σύγχρονη εγκατάλειψή της την καθιστά έως και περιβάλλον εχθρικό στα παιδιά. Έχοντας πιο περιορισμένες αναφορές στο άμεσο περιβάλλον, το ότι μπορέσουν να βγουν στον χώρο της γειτονιάς, να ξεφύγουν από τις συνήθεις διαδρομές αλλά και να διεκδικήσουν τη δική τους παρουσία και φωνή είναι ένα μεγάλο κέρδος. Μέσα από τη δράση αναγνώρισαν ότι η πόλη έχει και άλλες εμπειρίες, και το εργαστήριο λειτούργησε ως άσκηση στην έννοια της πολιτειότητας και της συμμετοχής.
Αυτό που κρατάμε ως πιο σημαντικό είναι ότι ξεπέρασαν τη δυσπιστία σε σχέση με το τι μπορούμε να κάνουμε στην πόλη, ο ενθουσιασμός τους όταν κατάλαβαν ότι κάποια πράγματα που τους φαίνονταν περίεργα ή άσκοπα γίνονται, έχουν νόημα, έχουν δικαίωμα και μπορούν να τα κάνουν, έχουν δικαίωμα να παρέμβουν. Καθοριστική ήταν και η συμβολή των δασκάλων που κατανόησαν άμεσα τι θέλουμε να κάνουμε και υποστήριξαν το εργαστήριο σε όλη τη διάρκεια.
Είναι εντυπωσιακό ότι για παιδιά 5ης και 6ης δημοτικού δεν είχαν καθόλου δυσκολία να αντιμετωπίσουν τον χώρο στην πολιτική του διάσταση, είχαν ωστόσο μια αρχική συστολή στο να κάνουν κάτι τα ίδια στον δημόσιο χώρο. Π.χ. δεν τους είχε περάσει απ’ το μυαλό να σταματήσουν κάποιον περαστικό και να πάρουν μια συνέντευξη, ή το πόσο ενδιαφέρον μπορεί να είναι να περπατήσουν ανάποδα. Αυτό ξεπεράστηκε γρήγορα, με το που βγήκαν στον δρόμο. Η συλλογική δράση λειτούργησε ως μια άσκηση εμπιστοσύνης, στον εαυτό τους, αλλά και μεταξύ τους.
Ειδικά στη συγκεκριμένη περιοχή, που εύκολα θα χαρακτηριζόταν ως υποβαθμισμένη, η πορεία των παιδιών μέσα από δρόμους που δεν είχαν ξαναδιασχίσει, το πλέγμα των ιστοριών που ανακάλυψαν, λειτούργησε στο να νιώσουν μια αστική περηφάνια, μια σύνδεση με τον τόπο, που είναι το πρώτο βήμα πριν την όποια διεκδίκηση. Στη γειτονιά των θεάτρων, ένα παιδί βάζει στον χάρτη το «θέατρο της αγάπης», άλλο ένα τοποθετεί το κλασικό σπιτάκι με στέγη και κήπο. “Θα ήθελες να είναι έτσι το σπίτι σου;
-Όχι, απλά δεν ξέρω πώς να ζωγραφίσω πολυκατοικίες.
-Θα ήθελες όμως να είναι έτσι το σπίτι σου;
-Όχι εμένα μου αρέσουν πιο πολύ οι πολυκατοικίες”».

Κώστας Μπασάνος
«Δεν είναι η πρώτη φορά που συμμετέχω σε μια τέτοια δράση. Σίγουρα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική πόσο μάλλον όταν αφορά ένα εργαστήριο που αφορά τη σύγχρονη τέχνη και τον δημόσιο χώρο. Το project αφορούσε μια εικαστική δράση, στη δημιουργία ενός προσωρινού- εφήμερου εικαστικού έργου στον χώρο του Πεδίου του Άρεως με εφήμερα υλικά. Υλοποιήθηκε σε ανοικτό χώρο και σε σημείο που επιλέχθηκε, αφού προηγήθηκε ένας μεγάλος περίπατος των μαθητών στο πάρκο. Έπειτα τους ζητήθηκε να αποτυπώσουν με λέξεις τι ήταν αυτό που τους έκανε εντύπωση επιλέγοντας κάποιες από αυτές. Το αποτέλεσμα ήταν ένα επίπεδο έργο που δημιουργήθηκε επιτόπου στο έδαφος με στένσιλ και αναπαριστούσε σε κλίμακα ένα χάρτη σε μορφή κειμένου των διαδρομών (μονοπάτια και δρόμοι) του πάρκου.
Σίγουρα τα παιδιά και μάλιστα αυτής της ηλικίας δεν είναι εξοικειωμένα με τη σύγχρονη τέχνη πόσο μάλλον σε σχέση με τον δημόσιο χώρο. Ωστόσο αυτό δεν τα εμπόδισε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του εργαστηρίου από την παρουσίαση του project μέχρι και την ολοκλήρωσή του. Η ανάγνωση του καθημερινού δημόσιου χώρου, όπως ένα πάρκο ή ένας δρόμος μέσα από μια διαφορετική ματιά και η ερμηνεία του μέσα από μια συλλογική εικαστική παρέμβαση στο πλαίσιο ενός εργαστηρίου, όπου συμμετέχουν δημιουργικά όλα τα παιδιά είναι μια σημαντική εμπειρία τόσο για τα ίδια όσο και για τους εικαστικούς. Από την ανταπόκριση που είχε το εργαστήριο διαπίστωσα ότι υπήρχε μια μεγάλη διάθεση για συμμετοχή σε κάτι καινούριο που ενδεχομένως το είδαν σαν πρόκληση. Είναι σημαντικό να πλαισιώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία με τέτοια εργαστήρια καθότι ανοίγει δρόμους, διευρύνει την αντίληψη των παιδιών και τους φέρνει δημιουργικά πιο κοντά τόσο ωςκοινότητα όσο και στον τρόπο που βλέπουν τον δημόσιο χώρο πόσο μάλλον μέσα από ένα εφήμερο έργο σύγχρονης τέχνης.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η προσοχή που έδειξαν στην παρουσίαση του project, ο ενθουσιασμός και η ανταπόκριση σε οποιαδήποτε πρόκληση εμφανιζόταν κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου. Μάλιστα στο τέλος είχαν εξοικειωθεί τόσο με τη δημιουργική διαδικασία που άρχισαν να επινοούν με ενθουσιασμό δικά τους έργα.

Δημήτρης Γεωργακόπουλος (εικαστικός, επιμελητής ιδρυτής Potential Project) & Βασίλης Νάσης (πολιτιστικός διαχειριστής, συνιδρυτής Potential Project)
Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τέχνης στην εκπαίδευση μέσω εργαστηρίων δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα. Σε έναν κόσμο που εξελίσσεται ραγδαία, η τέχνη δεν είναι απλώς ένα μέσο έκφρασης, αλλά ένας τρόπος να αντιληφθούμε, να ερμηνεύσουμε και να αλληλεπιδράσουμε με την πραγματικότητα. Μέσα από αυτήν, τα παιδιά αναπτύσσουν δεξιότητες που τα προετοιμάζουν για έναν σύνθετο και πολυδιάστατο κόσμο. Η σύγχρονη τέχνη αμφισβητεί τα δεδομένα, προκαλεί ερωτήματα και ενθαρρύνει τον διάλογο. Τα παιδιά μαθαίνουν να αναλύουν, να ερμηνεύουν και να εκφράζουν απόψεις για έργα που δεν ακολουθούν τις συμβατικές αισθητικές φόρμες. Ένα έργο σύγχρονης τέχνης μπορεί να γίνει αφετηρία για βαθύτερη σκέψη και αναστοχασμό. Παράλληλα, η τέχνη ξεπερνά τα όρια της ζωγραφικής και της γλυπτικής. Πολυμέσα, performance, εγκαταστάσεις και πειραματικές πρακτικές γίνονται εργαλεία για να ανακαλύψουν οι μαθητές νέους τρόπους έκφρασης, απελευθερώνοντας τη φαντασία τους.
Η τέχνη δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία – είναι αντανάκλασή της. Μέσα από τα εργαστήρια, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με κοινωνικά, πολιτικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, αναπτύσσοντας συνείδηση για τον κόσμο γύρω τους. Πολλά σύγχρονα καλλιτεχνικά έργα βασίζονται στη συλλογικότητα. Οι μαθητές μαθαίνουν να εργάζονται σε ομάδες, να διαχειρίζονται διαφορετικές απόψεις και να καλλιεργούν την ενσυναίσθηση και τον σεβασμό προς τον άλλον. Σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που συχνά επικεντρώνεται σε τυποποιημένες γνώσεις και αξιολογήσεις, τα εργαστήρια σύγχρονης τέχνης προσφέρουν έναν ανοιχτό χώρο εξερεύνησης, όπου η μάθηση δεν καθορίζεται από σωστό και λάθος, αλλά από την προσωπική ανακάλυψη.



