Ο Ράντου Ζούντε («Mην Περιμένετε και Πολλά από το Τέλος του Κόσμου», «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό») δίνει πριν λίγες μέρες masterclass στην Ταινιοθήκη ως καλεσμένος του Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας. Μας λέει ότι ζει από το σινεμά, ζει ως σκηνοθέτης σινεμά, πως η δουλειά του πλέον, μετά από πολλά χρόνια που πέρασε από διάφορα άλλα στάδια (βοηθός σκηνοθέτη, σκηνοθέτης διαφημιστικών, σαπουνόπερας, βίντεο κλιπ), συνίσταται αποκλειστικά στο να φτιάχνει κινηματογραφικές ταινίες. Έτσι βγάζει το ψωμί του. Όταν όμως προσπαθεί να ζητήσει χρηματοδότηση από τα διάφορα χρηματοδοτικά προγράμματα, στην πάγια ερώτηση ποιος ο λόγος που τον ωθεί να θέλει να προχωρήσει το εκάστοτε πρότζεκτ που προτείνει, αν απαντήσει ότι ένας βασικότατος λόγος είναι ότι θέλει να το κάνει για να βγάλει λεφτά και να συνεχίσει να μπορεί να ζει από τη δουλειά του, η ανταπάντηση θα είναι όχι, λυπούμαστε, δεν μας κάνει αυτό, δεν σε επιχορηγούμε. 

Μας λέει ότι δεν ξέρει από πού έχει προκύψει η πεποίθηση πως οι κινηματογραφικοί δημιουργοί πρέπει να περιβάλλονται αναγκαστικά από μια αύρα μυστηρίου, βάσει της οποίας πρέπει να επικαλούνται μια προσωπική σύνδεση με τα πρότζεκτ τους. Ότι υπάρχει ειδικό προδιαμορφωμένο κουτάκι στο οποίο πρέπει να αναλύεις την προσωπική σου σύνδεση κι ότι αν τυχόν αυτή φτάνει στα όρια της εμμονής ακόμα καλύτερα. Μιλά για ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής, μια γιγάντωση του εγώ και μια πριμοδότηση της ενδοσκόπησης, που φτάνει ως τα “ego documentaries”, ενώ η κάμερα είναι καταρχάς φτιαγμένη για να κοιτάει έξω από σένα, για να κοιτάει προς τον κόσμο και τους άλλους. 

 

Radu Jude

 

Βέβαια ο Ζούντε είναι εγνωσμένος κι απολαυστικότατος προβοκάτορας. Kαι σημαντικό τμήμα της ιδιαίτερης ταυτότητάς του ως δημιουργού είναι η προβοκατόρικα καυστική ματιά του. Κι αυτά τελικά δεν τα λέει για να περιγράψει μια δήθεν αποστασιοποίηση από τα θέματα των ταινιών του, ούτε για να μειώσει τον παράγοντα της φουλ εμπλοκής του, αλλά για να βγάλει από την αποσιώπηση τον υλικό παράγοντα, τον παράγοντα του πρέπει να ζήσω κι εγώ, ε; Έναν παράγοντα, που δεν τον λες και ακριβώς δευτερεύοντα. Υπάρχει άραγε πιο προσωπική σύνδεση απ’ την ανάγκη να συνεχίσω να έχω για να τα βγάζω πέρα και να ζω;

Πριν λίγες εβδομάδες o Βασίλης Μαρματάκης, ο άνθρωπος που έχει υπογράψει απ’ τον «Κυνόδοντα» και μετά όλες τις αφίσες (αλλά και τους τίτλους αρχής και τέλους κι όπου χρειάστηκε και τους μεσότιτλους) των ταινιών του Γιώργου Λάνθιμου, έχοντας επίσης και μια σειρά από συνεργασίες σε άλλες διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές, μιλά για το έργο του στο πλαίσιο του Tiny Talks Thessaloniki στο Bettroot Studio. Ενώ περιγράφει με λόγια αλλά και εικόνες τον τρόπο δουλειάς του, ενώ περιγράφει κάτι αναμφίβολα εντελώς καλλιτεχνικό, ενώ περιγράφει κάτι στο οποίο επίσης αναμφίβολα εμπλέκεται με όρους δοσίματος και οράματος, όχι μόνο όπως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς απ’ το τελικό αποτέλεσμα των έργων του αλλά και από την περιγραφή της όλης διαδικασίας, απαντώντας προς το τέλος σε ερωτήσεις θα επαναλάβει δύο φορές, ότι αυτό είναι η δουλειά του, ότι ζει απ’ αυτό, ότι αν δεν ήταν επαγγελματική υποχρέωση ενδεχομένως και να προτιμούσε να κάνει κάτι άλλο, να άραζε, να πήγαινε για μπάνια.

 

Tiny Talks Thessaloniki /Bettroot Studio

 

Βρίσκω πολύτιμη αυτή τη σύμπτωση στα λόγια του Ρούντε και του Μαρματάκη, καθώς βγάζοντας απ΄ τα νέφη αυτό που κάνουν γειώνοντάς το. Γιατί οι άνθρωποι των τεχνών μιλούν συνήθως για τη δουλειά τους και τα έργα τους λες και συζητούν αποκλειστικά με τους αγγέλους τους, λες και βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση αγγελοκρούσματος, λες και το μοναδικό πεδίο αναφοράς τους είναι το όραμά τους. Βρίσκω πολύτιμο το γεγονός ότι δύο άνθρωποι που παράγουν έργο, το οποίο βρίσκεται στην αιχμή του καλλιτεχνικού τομέα τους, έργο με έντονο αποτύπωμα, έργο καινοτόμα ιδιοπρόσωπο, φέρνουν σε πρώτο πλάνο την υλική – βιοποριστική – επαγγελματική διάσταση του έργου τους.

Κάθε αγγελοκρουσμένος, κάθε άνθρωπος που συνδιαλέγεται αποκλειστικά με το όραμά του, έχει πετάξει έξω από την εικόνα την πραγματικότητα. Αλίμονο, δεν είναι ψέμα τα οράματα – θα ήμασταν χαμένοι αν δεν υπήρχαν. Το ψέμα, συνειδητό ή μη, ξεκινάει όταν μιλάς λες και είναι δυνατόν να ζεις σε έναν κόσμο που δεν έχεις να ανησυχείς για οτιδήποτε άλλο εκτός απ’ το όραμα. Γιατί αν τυχόν συμβαίνει κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι έχεις όλα τα υπόλοιπα λυμένα, σημαίνει ότι υπάρχει κάτι άλλο που συντηρεί κι εσένα και τους αγγέλους σου.

Οι άνθρωποι δεν ζουν μόνο με τον άρτο, αλλά αν δεν έχουν και άρτο δεν μπορούν να ζήσουν. Και τελικά ίσως αληθινά σημαντικός καλλιτέχνης μπορείς να είσαι μόνο όταν εκτός από τους αγγέλους σου βάζεις στο κάδρο και την πραγματικότητα, τόσο εντός του έργου σου όσο και όταν μας μιλάς για αυτό, μια πραγματικότητα που συμπεριλαμβάνει και την υλική απολαβή, αλλά και παράγοντες όπως υποχρέωση, βάρος, προθεσμίες, πρέπει να το κάνω όχι μόνο επειδή το έχω οραματιστεί αλλά κι επειδή είμαι αναγκασμένος. Είναι τέχνη, ναι. Αλλά είναι και δουλειά. Και ποιος ξέρει, μπορεί να είμαστε τελικά τόσο περίεργα όντα οι άνθρωποι, ώστε ακόμα και για τα οράματά μας πρέπει να μπριζωνόμαστε με όρους υποχρέωσης και ανάγκης για να τα φέρνουμε στο φως.  

 

Eight Postcards from Utopia