Πρωινό Κυριακής. Ήσυχο. Κρύο αλλά ηλιόλουστο. Όμορφο. Το Παγκράτι, όλη η Αθήνα στα χαμογελαστά τους.
Βολεύομαι στο έξω ακριανό τραπέζι του καφενείου κοντά στο σπίτι μου. Είναι πολύ πρωί ακόμη, δεν έχει κόσμο, είμαι υπέροχα ολομόναχος. Τι ωραία. Αφοσιώνομαι στα χαρτιά μου, με μια γλυκιά επιμονή, αλλά και δύσκολη, που με βοηθά να ξεχάσω κάπως τη μοναξιά και την παράξενη λύπη που χωρίς την πολλή δουλειά, χωρίς τις πολλές ασχολίες, δεν καταφέρνω να αγνοώ. Είμαι και εγώ όπως οι πολλοί. Παλεύουμε με τον εαυτό μας, τις ελλείψεις, τις ανεπάρκειες, τις ανημπόριες του. Μα αυτή η Κυριακή των Βαΐων, είναι γλυκιά και όμορφη, πολύ.
Δεν πέρασε έτσι πολλή ώρα. Τους αισθάνθηκα σκιές από πάνω μου. Μια συντροφιά που σκόπευε να καθίσει στο διπλανό τραπέζι. Δυσανασχέτησα, κακομαθημένος… ήταν πολύ ομιλητικοί, με δυνατές, διαπεραστικές φωνές. Οι καρέκλες όπου θα κάθονταν ήταν σε ελάχιστη απόσταση, σαν να μοιραζόμαστε το ίδιο τραπέζι, σαν να είμαστε η ίδια παρέα. Πάει η ήρεμη, αφοσιωμένη, ηλιόλουστη Κυριακή μου. Χάθηκε. Έβαλα τα ακουστικά μου, δυνάμωσα την μουσική. Ό,τι μπορούσα να διαφυλάξω.
Στην καρέκλα δίπλα μου κάθισε η μικροκαμωμένη, πολύ συντηρητικά ντυμένη, αδύνατη κυρία, γύρω στα 60, ανακοινώνοντας «το πρωί πήγαμε να κοινωνήσουμε». Ο άντρας στον οποίο απευθυνόταν ήταν ηλικιωμένος, και αυτός πολύ περιποιημένος, με λευκά μαλλιά και ροδοκόκκινα μάγουλα, και κάθισε στο πλάι της. Απέναντί της, ο τρίτος της συντροφιάς, ο νεότερος, όχι πάνω από 40. Ίσως πιο κοντά στα 35. Ήταν πρόχειρα ντυμένος, με φαρδιά φόρμα και ένα λεπτό μαύρο μπουφάν. Αδύνατος, κάπως χολερικός, με ικτερικό χρώμα. Αταίριαστος με το πουκάμισο και την μάλλινη φούστα των άλλων στην συντροφιά του. Στο αυτί του, ένα παράξενο, τετράγωνο ασημένιο σκουλαρίκι. Ήταν εκείνος με τον οποίον είχε πάει να μεταλάβει το πρωί η γυναίκα.
Παράγγειλαν καφέ ελληνικό, μονό, και οι τρεις. Ζήτησαν και κανάτα με νερό. Δεν άργησα, εκπαιδευμένος στην λαθρακρόαση, να καταλάβω τι κουβέντιαζαν. Ο νεότερος είχε αρρωστήσει, καρκίνο στο έντερο – είχε ήδη κάνει επέμβαση, δύσκολη, πολύωρη, για να αφαιρεθεί κάτι που έπρεπε να αφαιρεθεί επειγόντως. Η μητέρα, η κυρία με την καμηλό φούστα, η νοσοκόμα του, ήταν μακρινή συγγενής με τον κύριο με το ριγέ πουκάμισο, τον μεγάλο, γνωστό, επιτυχημένο γιατρό, και τον είχε παρακαλέσει να συναντηθούν για να πάρουν μια δεύτερη γνώμη. Για να ξέρει τα ενδεχόμενα. Για λίγη παραπάνω σιγουριά. Είχαν έρθει σε αυτό εδώ το καφέ στο Παγκράτι, όπου έμενε ο γιατρός συγγενής, από κάπου μακριά, η εκκλησία όπου κοινώνησαν ήταν στην άλλη άκρη της πόλης.
– Ευτυχώς, το μετρό δεν είχε πολύ κόσμο, δεν μπορώ, έχω αγοραφοβία, άγχος, και μας είπαν κιόλας πως καλό είναι να αποφεύγουμε τον συνωστισμό, τώρα με τις θεραπείες, είναι και το ανοσοποιητικό του πεσμένο…
Ήταν πολύ ορμητική, μα και δομημένη. Έδινε ακριβείς πληροφορίες, χωρίς περιττές λεπτομέρειες, είχε βγάλει φωτοτυπίες τα αποτελέσματα των εξετάσεων, και δεν αμελούσε ποτέ, όποτε ρωτούσε κάτι πιο συγκεκριμένο ή έδινε ένα αντίγραφο στον γιατρό να λέει, για ακόμη μια φορά, ευχαριστώ. Εκείνος άκουγε με προσοχή και συμπόνια, διάβαζε τα χαρτιά, και πότε πότε έκανε κάποια διευκρινιστική ερώτηση.
Δύο τρεις φορές απευθύνθηκε στον ασθενή. Εκείνος ξεκινούσε να απαντήσει, όμως πολύ γρήγορα και αναντίρρητα τον διέκοπτε η μητέρα, για να δώσει εκείνη την πλήρη, σύντομη απάντηση. Οι άλλοι δυσανασχέτησαν με αυτή τη διακοπή, ο ασθενής χαμήλωσε το κεφάλι, ο γιατρός κάτι πήγε να πει, μα το ξανασκέφτηκε, και γύρισε το κεφάλι του να την κοιτάξει. Δεν απευθύνθηκε ξανά στον νεαρό.
Έπειτα, αφού άκουσε προσεκτικά, άρχισε να μιλά. Τους καθησύχασε. Τους είπε πως η θεραπεία μέχρι τώρα ήταν εξαιρετική, ό,τι καλύτερο, πως οι γιατροί δεν θα μπορούσαν να το διαχειριστούν πιο καλά, ότι ήταν τυχεροί (όχι τυχερός, τυχεροί) που τους έτυχε καλός γιατρός, καλό νοσοκομείο, καλά φάρμακα, καλή αντιμετώπιση.
Αισθανόμουν την ανακούφιση και την ευγνωμοσύνη τους να ξεχύνεται σε κύματα. Μα ομολογώ πως και εγώ ήμουν ευγνώμων. Είχα κλείσει ώρα την μουσική και έκανα πως έγραφα, αλλά ήμουν συγκεντρωμένος να ακούω. Έκαναν σαν μικρά παιδιά από την χαρά τους, κουνιόντουσαν στις καρέκλες νευρικά, έμπλεκαν και ξέμπλεκαν τα δάκτυλά τους, κοιτάζονταν ευτυχισμένοι, έλεγαν άηχα ευχαριστώ. Ο γιατρός, που τώρα χαμογελούσε πλατιά και εκείνος, και είχε κοκκινίσει ακόμη πιο πολύ, επέμενε. Είστε πολύ τυχεροί, θα μπορούσαν να ήταν πολύ χειρότερα τα πράγματα, μην μου ανησυχείτε καθόλου, αποκλείεται να έχει πάει στους λεμφαδένες, θα δείτε. Θα δείτε. Είμαι βέβαιος, θα δείτε, δεν θα υπάρχει τίποτε στους λεμφαδένες. Η καλύτερη αντιμετώπιση. Θα δείτε.
Πέρασε λίγη ώρα. Η γυναίκα δίπλωσε προσεκτικά τις εξετάσεις και τις έβαλε στην τσάντα της, ο γιατρός της είχε πει πως δεν υπήρχε λόγος να κρατήσει αντίγραφα, άλλαξαν θέμα. Μίλησαν για κάποιους εξαφανισμένους συγγενείς, έπειτα για το Πάσχα, («τι ταξίδι, για τέτοια είμαστε τώρα…» και «θα πάμε με την Μαρία στη Θεσσαλονίκη να δούμε τα εγγόνια»).
Η Κυριακή των Βαΐων πλησίαζε στο μεσημέρι της. Λίγο πριν αποχαιρετιστούν εκείνη είπε: Τη Μεγάλη Παρασκευή θα μου στείλουν τα αποτελέσματα για τους λεμφαδένες. Θα σου τηλεφωνήσω να σου τα διαβάσω, ναι; Φυσικά, φυσικά, όποτε θες… Σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Τον φιλούσε χαρούμενη σχεδόν για πέντε λεπτά πριν πάρουν τον δρόμο για το μετρό. Θα σου τηλεφωνήσω τη Μεγάλη Παρασκευή. Αμέσως μόλις πάρω τα αποτελέσματα. Μιλάμε τη Μεγάλη Παρασκευή. Δεν τον άφησε να πληρώσει, και ας της έβαλε φωνή.
Έφυγαν. Ησύχασε το γύρω μου. Άντε γρήγορα να ησύχαζα και μέσα. Η Κυριακή έγινε πάλι γλυκιά, όμορφη. Δεν ήταν για πολύ. Χτύπησε το τηλέφωνο του γιατρού, που λιβάνιζε την τελευταία γουλιά του καφέ. Μίλησε μπουχτισμένος, πικραμένος.
-Έλα Μαρία. Τώρα σε λίγο θα έρθω, ναι. Τι να κάνω, μαύρισα… μπα, δεν είναι καλά τα πράγματα, καθόλου…. Αλλά εντάξει, τι να πω, Πάσχα έρχεται, γίνονται και θαύματα, ίσως… μακάρι… ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί και να το περιορίσουν, μακάρι το παιδί… εντάξει… τη μάνα του σκέφτομαι περισσότερο…
Αχ. Γιατί διάλεξα αυτό το σημείο; Γιατί δεν πήγα στην άλλη γωνία των έξω τραπεζιών; Γιατί δεν προτίμησα ένα άλλο καφέ; Γιατί ήρθαν να καθίσουν δίπλα μου; Γιατί κρυφάκουγα; Γιατί δεν μπορώ να αντισταθώ να συλλέγω ιστορίες;
Πικράθηκα πάλι πολύ. Δεν μπορώ πια να μου θυμίζουν ότι είναι, καμία φορά, συχνά, πολύ συχνά, ένα ψέμα η ζωή, ότι καμία στιγμή δεν είναι σίγουρη εκτός από την τωρινή, πως ο πόνος είναι κομμάτι του βίου μας.
Θέλω μόνο να μου μιλάνε για τα ανθρώπινα βάσανα με παραβολές, με ιστορίες από την Καινή Διαθήκη, με καλογυρισμένες σειρές Ιταλών σκηνοθετών. Θέλω να μην υποφέρουν οι άνθρωποι, να μην σταυρώνονται, να μην έχουν βάσανα. Θέλω να με διαβεβαιώνουν ότι θα υπάρξει Ανάσταση για όλους.
Αυτή η ανόητη επιμονή, αυτή η ανόητη απαίτηση, είναι που με έχει κάνει να μην μπορώ παρά να είμαι μόνο μοναχικός και λυπημένος. Έτρεξα να κρυφτώ στο σπίτι μου. Δεν θα πάω ξανά σε αυτό το καφέ. Όσο πιο λίγο βλέπεις τους ανθρώπους, τόσο καλύτερα. Πάντα κάτι έχεις να φοβάσαι. Δεν θα πάω ξανά σε αυτό το καφέ.
…….
Ο Βαγγέλης Προβιάς, γεννήθηκε στον Βόλο το 1973. Εργάζεται ως κειμενογράφος και δημιουργικός διευθυντής στην διαφήμιση. Είναι συγγραφέας, μεταφραστής και εισηγητής σεμιναρίων δημιουργικής γραφής. Ζει στο Παγκράτι.
